Κεφάλαιον ΚΔ΄

Περίληψη

Εισαγωγή

Το ΚΔʹ κεφάλαιο της «Μυσταγωγίας» του αγίου Μαξίμου του Ομολογητού αποτελεί μια εκτενή θεολογική και πνευματική ανάλυση της θείας Λειτουργίας και των σωτηριωδών ενεργημάτων της χάριτος του Αγίου Πνεύματος που ενεργεί στους πιστούς μέσω των τελετουργικών τύπων. Ο άγιος, παραδίδοντας τη διδασκαλία ενός σεβαστού γέροντος, περιγράφει πώς κάθε λειτουργική πράξη επιφέρει συγκεκριμένες αλλοιωτικές αλλαγές στην ψυχή, ανάγοντας τον άνθρωπο από την απιστία στην πίστη, από την κακία στην αρετή, και από την άγνοια στη γνώση, με τελικό προορισμό τη θέωση. Η σύνοψη αυτή υπογραμμίζει την ανάγκη της συνεχούς και ενεργής συμμετοχής στην εκκλησιαστική σύναξη, όχι ως απλού καθήκοντος, αλλά ως μέσου αγιασμού και ενσωμάτωσης στο μυστήριο του Χριστού.

Η Προτροπή του Γέροντος για Συχνή και Αδιάλειπτη Συμμετοχή

Ο μακάριος γέροντας διακατεχόταν από τη βεβαιότητα ότι κάθε χριστιανός οφείλει να σχολάζει στην Εκκλησία και να μην απολείπεται ποτέ από την ιερή σύναξη. Αιτία γι’ αυτό ήταν η παρουσία των αγίων αγγέλων, οι οποίοι καταγράφουν και προσαγάγουν στον Θεό τις δεήσεις υπέρ των προσερχομένων, αλλά και η αόρατη χάρη του Αγίου Πνεύματος.

Τοιγαροῦν ᾤετο δεῖν ὁ μακάριος γέρων, καί παρακαλεῖν οὐκ ἐπαύετο πάντα Χριστιανόν, τῇ ἁγίᾳ τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησίᾳ σχολάζειν, καί μή ἀπολιμπάνεσθαί ποτε τῆς ἐν αὐτῇ τελουμένης ἁγίας συνάξεως, διά τε τούς παραμένοντας αὐτῇ ἁγίους ἀγγέλους, καί ἀπογραφομένους ἑκάστοτε τούς εἰσιόντας καί ἐμφανίζοντας τῷ Θεῷ, καί τάς ὑπέρ αὐτῶν δεήσεις ποιουμένους

Στο απόσπασμα αυτό βλέπουμε την πεποίθηση ότι η σύναξη είναι ο κατ’ εξοχήν τόπος της θείας χάριτος, η οποία δεν εξαρτάται από το μέτρο της ανθρώπινης αίσθησης. Αυτή η χάρη, όπως υπογραμμίζει ο άγιος, είναι αδιάλειπτη και ιδιαιτέρως ενεργή κατά τον καιρό της συνάξεως, μεταμορφώνοντας κάθε άνθρωπο ανάλογα με την πνευματική του κατάσταση.

καί διά τήν ἀοράτως ἀεί μέν παροῦσαν τοῦ ἁγίου Πνεύματος χάριν, ἰδιοτρόπως δέ μάλιστα κατά τόν καιρόν τῆς ἁγίας συνάξεως, καί ἕκαστον τῶν εὑρισκομένων μεταποιοῦσάν τε καί μετασκευάζουσαν, καί ἀληθές μεταπλάττουσαν ἐπί τό θειότερον ἀναλόγως ἑαυτῷ

Με τα λόγια αυτά ο ιερός συγγραφέας υπενθυμίζει ότι η μυστηριακή ζωή δεν είναι νοητική υπόθεση, αλλά πραγματική οντολογική αλλοίωση που οδηγεί το νήπιο εν Χριστώ πρόσωπο από την άγνοια στη θεογνωσία.

Η Ακολουθία της Ιερουργίας και τα Πνευματικά της Αποτελέσματα

Ακολούθως, ο άγιος Μάξιμος αναλύει συστηματικά τα στάδια της θείας Λειτουργίας και τις συγκεκριμένες δωρεές που το καθένα προσφέρει, ξεκινώντας από την πρώτη είσοδο του λαού.

Κατά μέν πρώτην εἴσοδον ἀπιστίας ἀποβολήν, πίστεως αὔξησιν, κακίας μείωσιν, ἀρετῆς ἐπίδοσιν, ἀγνοίας ἀφανισμόν, γνώσεως προσθήκην

Η ακρόαση των θείων λογίων εδραιώνει τις έξεις της πίστεως, της αρετής και της γνώσεως, καθιστώντας τες σταθερές και αμετάθετες. Τα ιερά άσματα γεννούν την εσωτερική συγκατάθεση προς τις αρετές και μια νοερά ηδονή που ενισχύει τον πιστό στον αγώνα του. Η ανάγνωση του Ευαγγελίου σηματοδοτεί τη συντέλεια του χοϊκού φρονήματος, ενώ η κλείση των θυρών συμβολίζει τη μετάβαση από τον φθαρτό κόσμο προς τον νοητό, διά του κλεισίματος των αισθήσεων στις αμαρτωλές εικόνες. Η είσοδος των αγίων μυστηρίων παρέχει τελειότερη και μυστικότερη διδασκαλία της θείας οικονομίας, ενώ ο θείος ασπασμός επιτελεί την ενότητα της αγάπης και της ομόνοιας μεταξύ των πιστών και με τον Θεό. Η ομολογία του Συμβόλου της Πίστεως εκφράζει την ευχαριστία για τους παραδόξους τρόπους της σωτηρίας, και ο Τρισάγιος ύμνος ενοποιεί και εξισώνει τους ανθρώπους με τους αγγέλους στην ακατάπαυστη δοξολογία. Η προσευχή, διά της οποίας καλούμε τον Θεό Πατέρα, ενεργεί την αληθέστατη υιοθεσία δια της χάριτος· ενώ η εκφώνηση «Εις Άγιος» χαρίζει την ενοποιό χάρη και οικειότητα με τον Θεό. Τέλος, η μετάληψη των αχράντων μυστηρίων ολοκληρώνει την πορεία, χαρίζοντας την κατά μέθεξιν κοινωνία και ταυτότητα με τον ίδιο τον Θεό, ώστε ο άνθρωπος να αξιωθεί να γίνει κατά χάριν θεός.

Η Εκκλησία ως Τύπος και οι Τρεις Τάξεις των Σωζομένων

Ο άγιος Μάξιμος εμβαθύνει στη συμβολική σημασία της Εκκλησίας, η οποία αποτελεί τύπο και εικόνα του Θεού, διότι πραγματοποιεί την ασύγχυτη ένωση των πιστών κατά μία πίστη και κλήση, ενώ ταυτόχρονα αποτελεί τύπο του νοητού και αισθητού κόσμου, με το ιερατείο να αντιστοιχεί στα νοητά και τον ναό στα αισθητά. Στη συνέχεια ερμηνεύει κάθε λειτουργικό στοιχείο με διπλό τρόπο: γενικώς (αναφερόμενο στην ιστορική ή εσχατολογική πραγματικότητα) και ειδικώς, προσαρμοσμένο στις τρεις τάξεις των σωζομένων: τους πιστούς (εισαγομένους), τους εναρέτους ή πρακτικούς (προκόπτοντες) και τους γνωστικούς (τελείους). Οι πιστοί, που καλούνται δούλοι, εκπληρώνουν τις εντολές από φόβο· οι ενάρετοι, μίσθιοι, υπομένουν τον κόπο για την επαγγελία των αγαθών· και οι γνωστικοί, υιοί, παραμένουν αχώριστοι από τον Θεό κινούμενοι ελεύθερα προς το καλό.

Από την Εν Πίστει Χάρη στην Κατ’ Είδος Θέωση

Το αποκορύφωμα της μυσταγωγικής πορείας είναι η μετάληψη των ζωοποιών μυστηρίων, η οποία δεν είναι απλώς η απόλαυση της θείας χάριτος στην παρούσα ζωή, αλλά η πρόγευση της εσχατολογικής πραγματικότητας. Ο άγιος τονίζει ότι όσα δώρα του Αγίου Πνεύματος λαμβάνουμε εδώ δια της πίστεως, αυτά θα απολαύσουμε στον μέλλοντα αιώνα ενυποστάτως, κατ’ αλήθειαν, αν φυλάξουμε τις εντολές. Τότε η χάρη της πίστεως θα μεταβληθεί στη χάρη του είδους, καθώς ο Θεός θα μας μεταποιήσει αφαιρώντας τα γνωρίσματα της φθοράς και χαρίζοντας τα αρχέτυπα των μυστηρίων που εδώ προσημαίνονται δια των αισθητών συμβόλων. Η θέωση αποτελεί την πλήρη κατά χάριν ταυτότητα με τον Θεό.

Διά δέ τῆς ἁγίας μεταλήψεως τῶν ἀχράντων καί ζωοποιῶν μυστηρίων, τήν πρός αὐτόν κατά μέθεξιν ἐνδεχομένην δι᾿ ὁμοιότητος κοινωνίαν τε καί ταυτότητα· δι᾿ ἧς γενέσθαι θεός ἐξ ἀνθρώπου καταξιοῦται ὁ ἄνθρωπος

Με τη φράση αυτή υπογραμμίζεται η οντολογική μεταβολή του ανθρώπου που ενώνεται με τον Χριστό διά της συμμετοχής στα άχραντα μυστήρια.

Πρακτικές Προτρεπτικές και Πνευματική Ταπείνωση

Ο λόγος του αγίου καταλήγει σε θερμή παραίνεση: οι χριστιανοί να μην εγκαταλείπουν την εκκλησιαστική σύναξη, η οποία τους αναδημιουργεί κατά Χριστόν και οδηγεί σε φανέρωση το χάρισμα της υιοθεσίας που έλαβαν στο βάπτισμα. Απαιτείται έμπρακτη αρετή, νέκρωση του παλαιού ανθρώπου με τα πάθη του και ένδυση του νέου, ο οποίος ανακαινίζεται εις επίγνωσιν κατ’ εικόνα του Κτίσαντος. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στο έλεος προς τους δεομένους, το οποίο χαρακτηρίζεται ως η ευκολότερη οδός προς τη δικαιοσύνη και τη θέωση, διότι μιμείται τη θεία ευσπλαχνία. Ο ίδιος ο άγιος παραλληλίζει το σύγγραμμά του με τα δύο λεπτά της χήρας του Ευαγγελίου, προσφέροντάς το ταπεινά, παρά την αίσθηση της αδυναμίας και της ατέλειας που έχει ως άνθρωπος που ακόμη κλύδωνες παθών τον περιδονεί. Ζητά δε οι αναγνώστες να τον αναθέσουν δια των προσευχών τους στον Χριστό, αφού η κατά δύναμιν προσφορά είναι πάντα δεκτή από τον Θεό, ο οποίος ουδέποτε απορρίπτει την γνήσια, έστω και μικρή, προσφορά γεμάτη πίστη και αγάπη.

Συμπερασματική Αξία του Κεφαλαίου

Το κεφάλαιο ΚΔʹ της «Μυσταγωγίας» συνιστά έναν θεολογικό και πνευματικό οδηγό που συνδέει άρρηκτα τη λειτουργική πράξη με την εσωτερική ζωή. Αποδεικνύει ότι η Εκκλησία δεν είναι απλός χώρος λατρείας, αλλά ζωντανό σχολείο αγιότητας, όπου η χάρη του Πνεύματος διαβαθμίδει την ανθρώπινη ύπαρξη προς την τελείωση. Μέσα από την ανάλυση των τελετουργικών δρωμένων, ο άγιος Μάξιμος προσφέρει μια θεολογία της μεταμορφώσεως που αναδεικνύει τη δυναμική της σύναξης ως προσωπικής Πεντηκοστής, ικανής να οδηγήσει τον άνθρωπο από τη δουλεία του φόβου στην υιοθεσία και την ένωση με τον Θεό. Τέλος, υπενθυμίζει ότι ο τελικός σκοπός της χριστιανικής ζωής, η θέωση, δεν είναι ένα νεφελώδες ιδανικό, αλλά η βεβαία πραγματικότητα που προγεύονται όσοι με ταπεινό φρόνημα και έμπρακτη αγάπη μετέχουν συνειδητά στο μυστήριο της Εκκλησίας.

Ἡ ἀνωτέρω περίληψη καὶ ἀνάλυση συνετάχθησαν ἐπικουρικῶς μὲ χρήση τεχνητῆς νοημοσύνης (μοντέλο DeepSeek V4 Pro (deepseek-v4-pro), μέσῳ DeepSeek API)· τὸ κατωτέρω πρωτότυπον κείμενον παραμένει ἀναλλοίωτο (PG 48, δημόσιος τομέας). Ἔγινε ἀνθρώπινος ἔλεγχος, ὡστόσο ἀπαιτεῖται προσοχὴ γιὰ τυχὸν λάθη ἢ παρερμηνεῖες.

↓ Μετάβαση στὸ πρωτότυπον κείμενον

Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, Μυσταγωγία — τὸ πρωτότυπον κείμενον κατὰ τὴν Ἑλληνικὴν Πατρολογίαν (PG 91), ἐκ τοῦ ψηφιακοῦ ἔργου «Δρόμοι τῆς Πίστης — Ψηφιακὴ Πατρολογία» τοῦ Πανεπιστημίου Αἰγαίου. Δημόσιος τομέας (public domain).

Τίνων ἐστίν ἐνεργητική τε καί ἀποτελιστική μυστηρίων, διά τῶν τελουμένων κατά τήν ἁγίαν σύναξιν θεσμῶν ἐν τοῖς πιστοῖς καί πιστῶς συναγομένοις, ἡ παραμένουσα τοῦ ἁγίου Πνεύματος χάρις.

Τοιγαροῦν ᾤετο δεῖν ὁ μακάριος γέρων, καί παρακαλεῖν οὐκ ἐπαύετο πάντα Χριστιανόν, τῇ ἁγίᾳ τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησίᾳ σχολάζειν, καί μή ἀπολιμπάνεσθαί ποτε τῆς ἐν αὐτῇ τελουμένης ἁγίας συνάξεως, διά τε τούς παραμένοντας αὐτῇ ἁγίους ἀγγέλους, καί ἀπογραφομένους ἑκάστοτε τούς εἰσιόντας καί ἐμφανίζοντας τῷ Θεῷ, καί τάς ὑπέρ αὐτῶν δεήσεις ποιουμένους· καί διά τήν ἀοράτως ἀεί μέν παροῦσαν τοῦ ἁγίου Πνεύματος χάριν, ἰδιοτρόπως δέ μάλιστα κατά τόν καιρόν τῆς ἁγίας συνάξεως, καί ἕκαστον τῶν εὑρισκομένων μεταποιοῦσάν τε καί μετασκευάζουσαν, καί ἀληθές μεταπλάττουσαν ἐπί τό θειότερον ἀναλόγως ἑαυτῷ, καί πρός τό δηλούμενον διά τῶν τελουμένων μυστηρίων ἄγουσαν· κἄν αὐτόν μή αἰσθάνηται, εἴπερ τῶν ἔτι κατά Χριστόν νηπίων ἐστί· καί εἰς τό βάθος τῶν γινομένων ὁρᾷν ἀδυνατεῖ, καί τήν δηλουμένην δι᾿

ἑκάστου τῶν τελουμένων θείων συμβόλων τῆς σωτηρίας ἐν αὐτῷ χάριν ἐνεργοῦσαν, καθ᾿ εἱρμόν καί τάξιν ἀπό τῶν προσεχῶν μέχρι τοῦ πάντων τέλους ὁδεύουσαν. Κατά μέν πρώτην εἴσοδον ἀπιστίας ἀποβολήν, πίστεως αὔξησιν, κακίας μείωσιν, ἀρετῆς ἐπίδοσιν, ἀγνοίας ἀφανισμόν, γνώσεως προσθήκην. Διά δέ τῆς ἀκροάσεως τῶν θείων λογίων, τάς τῶν εἰρημένων τούτων, πίστεώς φημι καί ἀρετῆς καί γνώσεως, παγίας καί ἀμεταθέτους ἕξεις τε καί διαθέσεις. Διά δέ τῶν ἐπί τούτοις θείων ᾀσμάτων, τήν πρός τάς ἀρετάς τῆς ψυχῆς ἑκούσιον συγκατάθεσιν, καί τήν ἐπ᾿ αὐταῖς ἐγγινομένην αὐτῇ νοεράν ἡδονήν καί τερπνότητα. Διά δέ τῆς ἱερᾶς ἀναγνώσεως τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου, τήν τοῦ χοϊκοῦ φρονήματος, ὥσπερ αἰσυητοῦ κόσμου, συντέλειαν. Διά δέ τῆς μετά ταῦτα τῶν θυρῶν κλείσεως, τήν κατά διάθεσιν ἀπό τούτου τοῦ φθαρτοῦ κόσμου πρός τόν νοητόν κόσμον μετάβασιν τῆς ψυχῆς καί μετάθεσιν· δι᾿ ἧς τάς αἰσθήσεις, θυρῶν δίκην, μύσασα, τῶν καθ᾿ ἁμαρτίαν εἰδώλων καθαράς ἀπεργάζεται. Διά δέ τῆς εἰσόδου τῶν ἁγίων μυστηρίων, τήν τελειωτέραν καί μυστικωτέραν καί καινήν περί τήν εἰς ἡμᾶς οἰκονομίαν τοῦ Θεοῦ διδασκαλίαν καί γνῶσιν. Διά δέ τοῦ θείου ἀσπασμοῦ, τήν πάντων πρός πάντας καί πρός ἑαυτόν ἑκάστου πρότερον καί τόν Θεόν, ὁμονοίας καί ὁμογνωμοσύνης καί ἀγάπης ταυτότητα. Διά δέ τῆς τοῦ συμβόλου τῆ ς πίστεως ὁμολογίας, τήν ἐπί τοῖς παραδόξοις τρόποις τῆς σωτηρίας ἡμῶν πρόσφορον εὐχαριστίαν. Διά δέ τοῦ Τρισαγίου, τήν πρός τούς ἁγίους ἀγγέλους ἕνωσίν τε καί ἰσοτιμίαν, καί τήν ἄπαυστον τῆς ἁγιαστικῆς δοξολογίας τοῦ θεοῦ σύμφωνον εὐτονίαν. Διά δέ τῆς προσευχῆς, δι᾿ ἧς Πατέρα καλεῖν τόν Θεόν ἀξιούμεθα, τήν ἐν χάριτι τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἀληθεστάτην υἱοθεσίαν. Διά δέ τοῦ, Εἷς Ἅγιος, καί τῶν ἑξῆς, τήν πρός αὐτόν τόν Θεόν ἑνοποιόν χάριν καί οἰκειότητα. Διά δέ τῆς ἁγίας μεταλήψεως τῶν ἀχράντων καί ζωοποιῶν μυστηρίων, τήν πρός αὐτόν κατά μέθεξιν ἐνδεχομένην δι᾿ ὁμοιότητος κοινωνίαν τε καί ταυτότητα· δι᾿ ἧς γενέσθαι θεός ἐξ ἀνθρώπου καταξιοῦται ὁ ἄνθρωπος. Ὧν γάρ ἐνταῦθα κατά τήν παροῦσαν ζωήν, διά τῆς ἐν πίστει χάριτος, πιστεύομεν μετειληφέναι δωρεῶν τοῦ ἁγίου Πνεύματος, τούτων ἐν τῷ μέλλοντι αἰῶνι κατά ἀλήθειαν ἐνυποστάτως αὐτῷ τῷ πράγματι, κατά τήν ἄπτωτον ἐλπίδα τῆς πίστεως ἡμῶν, καί τήν τοῦ ἐπαγγειλομένου βεβαίαν καί ἀπαράβατον ὑπόσχεσιν, φυλάξαντες κατά δύναμιν τάς ἐντολάς, πιστεύομεν καταλήψεσθαι, μεταβαίνοντες ἀπό τῆς ἐν πίστει χάριτος, εἰς τήν κατ᾿ εἶδος χάριν· μεταποιοῦντος ἡμᾶς πρός ἑαυτόν δηλαδή τοῦ Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ· τῇ περιαιρέσει τῶν ἐν ἡμῖν τῆς φθορᾶς γνωρισμάτων, καί τά παραδειχθέντα διά τῶν ἐνταῦθα αἰσθητῶν συμβόλων ἡμῖν ἀρχέτυπα χαριζομένου μυστήρια. Διά δέ τό εὐμνημόνευτον, εἰ δοκεῖ, τή τῶν εἰρημένων δύναμιν κατ᾿ ἐπιτομήν ἐπιδραμόντες, οὕτω κεφαλαιώσωμεν. Ἔστι μέν οὖν ἡ ἁγία Ἐκκλησία τύπος, ὡς εἴρηται, καί εἰκών, τοῦ μέν Θεοῦ· διότι ἥν ἐργάζεται κατά τήν ἄπειρον αὐτοῦ δύναμιν καί σοφίαν, περί τάς διαφόρους τῶν ὄντων οὐσίας ἀσύγχυτον ἕνωσιν, ὡς δημιουργός κατ᾿ ἄκρον ἑαυτῷ συνέχων· καί κατά μίαν τῆς πίστεως καί χάριν καί κλῆσιν τούς πιστούς ἀλλήλοις ἑνοειδῶς συνάπτουσα· τούς δέ πρακτικούς καί ἐναρέτους, κατά μίαν γνώμης ταυτότητα· τούς δέ θεωρητικούς καί γνωστικούς πρός τούτοις καί καθ᾿ ὁμόνοιαν ἀῤῥαγῆ καί ἀδιαίρετον. Τοῦ δέ κόσμου, τοῦ τε νοητοῦ καί τοῦ αἰσθητοῦ τύπος ἐστίν· ὡς τοῦ νοητοῦ κόσμου τό ἱερατεῖον σύμβολον ἔχουσα· τοῦ αἰσθητοῦ δέ, τόν ναόν. Τῆς δέ τελουμένης ἐν αὐτῇ ἁγίας συνάξεως, ἡ μέν πρώτη εἴσοδος γενικῶς μέν δηλοῖ τήν πρώτην τοῦ Θεοῦ ἡμῶν παρουσίαν· ἰδικῶς δέ, τήν δι᾿ αὐτοῦ καί σύν αὐτῷ τῶν ἐξ

ἀπιστίας εἰς πίστιν, καί ἀπό κακίας εἰς ἀρετήν, καί ἀπό ἀγνωσίας εἰς γνῶσιν εἰσαγομένων ἐπιστροφήν. Τά δέ γινόμενα μετ᾿ αὐτήν ἀναγνώσματα, γενικῶς μέν, τά θεῖα θελήματά τε καί βουλήματα, καθ᾿ ἅ χρή τούς πάντας παιδεύεσθαί τε καί πολιτεύεσθαι, μηνύει· ἰδικῶς δέ, τήν κατά τήν πίστιν διδασκαλίαν καί προκοπήν τῶν πιστευσάντων· καί τῶν πρακτικῶν τήν κατ᾿ ἀρετήν παγίαν διάθεσιν· καθ᾿ ἥν τῷ θείῳ νόμῳ στοιχοῦντες τῶν ἐντολῶν ἀνδρικῶς τε καί ἀκλονήτως ἴστανται πρός τάς μεθοδείας τοῦ διαβόλου, καί τάς ἀντικειμένας ἐνεργείας διαδιδράσκουσι· καί τῶν γνωστικῶν τήν κατά θεωρίαν ἕξιν· καθ᾿ ἥν τούς τῶν αἰσθητῶν καί τῆς ἐπ᾿ αὐτοῖς προνοίας πνευματικούς κατά δύναμιν συλλεγόμενοι λόγους, ἀπλανῶς πρός τήν ἀλήθειαν φέρονται. Τά δέ θεῖα τῶν ᾀσμάτων μελίσματα, τήν ἐγγινομένη ταῖς ἁπάντων ψυχαῖς θείαν ἡδονήν καί τερπνότητα· καθ᾿ ἥν μυστικῶς ῥώννύμεναι, τῶν μέν παρελθόντων τῆς ἀρετῆς ἐπιλανθάνονται πόνων· πρός δέ τήν τῶν λειπομένων θείων καί ἀκηράτων ἀγαθῶν, νεάζουσι εὔτονον ἔφεσιν. Τό δέ Εὐαγγέλιον, γενικῶς μέν σύμβολόν ἐστι τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος τούτου· ἰδικῶς δέ, τῶν μέν πιστευσάντων δηλοῖ τόν παντελῆ τῆς ἀρχαίας πλάνης ἀφανισμόν· τῶν δέ πρακτικῶν, τήν νέκρωσιν καί συντέλειαν τοῦ κατά σάρκα νόμου τε καί φρονήματος· τῶν δέ γνωστικῶν, τήν πρός τόν συνεκτικώτατον λόγον τῶν πολλῶν καί διαφόρων λόγων συναγωγήν τε καί ἀναφοράν, συντελεσθείσης αὐτοῖς καί περατωθείσης τῆς διεξοδικωτέρας καί ποικιλωτέρας φυσικῆς θεωρίας. Ἡ δέ τοῦ ἀρχιερέως ἀπό τοῦ θρόνου κατάβασις, καί ἡ τῶν κατηχουμένων ἐκβολή, γενικῶς μέν σημαίνει τήν ἀπ᾿ οὐρανοῦ δευτέραν τοῦ μεγάλου Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ παρουσίαν, καί τόν ἀπό τῶν ἁγίων ἀφορισμόν τῶν ἁμαρτωλῶν· καί τήν δικαίαν πρός τήν ἑκάστου ἀξίαν ἀμοιβήν· ἰδικῶς δέ, τήν τελείαν ἐν πίστει τῶν πιστευσάντων πληροφορίαν, ἥν ποιεῖ παραγινόμενος ἀοράτως ὁ Θεός Λόγος· δι᾿ ἧς πᾶς ἔτι καθ᾿ ὁτιοῦν σκάζων κατά τήν πίστιν λογισμός κατηχουμένου τρόπον, αὐτῶν ἀπελαύνεται· τῶν δέ πρακτικῶν, τήν τελείαν ἀπάθειαν, δι᾿ ἧς πᾶς ἐμπαθής καί ἀφώτιστος λογισμός τῆς ψυχῆς ἀπογίνεται· τῶν δέ γνωστικῶν, τήν συνεκτικήν ἐπιστήμην τῶν ἐπεγνωσμένων, δι᾿ ᾗς πᾶσαι τῶν ὑλικῶν αἱ εἰκόνες τῆς ψυχῆς ἐκδιώκονται. Ἡ δέ κλεῖσις τῶν θυρῶν, καί ἡ τῶν ἁγίων μυστηρίων εἴσοδος, καί ὀ θεῖος ἀσπασμός, καί ἡ τοῦ συμβόλου τῆς πίστεως ἐκφώνησις, γενικῶς μέν δηλοῖ τήν τῶν αἰσθητῶν πάροδον, καί τήν τῶν νοητῶν φανέρωσιν, καί τήν καινήν τοῦ περί ἡμᾶς θείου μυστηρίου διδαχήν, καί τήν πρός πάντας πάντων ἑαυτούς τε καί τόν Θεόν γενησομένην ὁμονοίας και ὁμογνωμοσύνης καί ἀγάπης ταυτότητα, καί τήν ἐφ᾿ οἷς ἐσώθημεν τρόποις εὐχαριστίαν· ἰδικῶς δέ, τῶν μέν πιστῶν τήν ἀπό τῆς ἁπλῆς πίστεως εἰς τήν ἐν δόγμασι διδαχήν καί μύησιν, καί ὁμοφωνίαν καί εὐσέβειαν, προκοπήν· τό γάρ πρῶτον, ἡ τῶν θυρῶν δηλοῖ κλεῖσις. Τό δεύτερον δέ, ἡ τῶν ἁγίων εἴσοδος· τό δέ τρίτον, ὁ ἀσπασμός· καί τό τέταρτον, ἡ ἐκφώνησις τοῦ συμβόλου· τῶν δέ πρακτικῶν, τήν ἀπό πράξεως εἰς θεωρίαν μυσάντων τάς αἰσθήσεις καί ἔξω σαρκός καί κόσμου γενομένων διά τῆς ἀποβολῆς τῶν κατ᾿ αὐτάς ἐνεργειῶν, μετάθεσιν, καί τήν ἀπό τοῦ τρόπου τῶν ἐντολῶν εἰς τόν λόγον αὐτῶν ἀνάβασιν· καί τήν αὐτῶν τῶν ἐντολῶν κατά τούς οἰκείους λόγους συγγενῆ πρός τάς δυνάμεις τῆς ψυχῆς οἰκειότητά τε καί ἕνωσιν, καί τήν πρός θεολογικήν εὐχαριστίαν ἐπιτήδειον ἕξιν· τῶν δέ γνωστικῶν, τήν ἀπό φυσικῆς θεωρίας εἰς τήν τῶν νοητῶν ἁπλῆν κατανόησιν· καθ᾿ ἥν οὐδαμῶς δι᾿ αἰσθήσεως ἤ τινος

τῶν φαινομένων ἔτι τόν θεῖον καί ἄῤῥητον μεταδιώκουσι λόγον· καί τήν πρός τήν ψυχήν τῶν αὐτῆς δυνάμεων ἕνωσιν, καί τήν κατά νοῦν ἑνοειδῶς συλλαμβάνουσαν τόν τῆς προνοίας λόγον ἁπλότητα. Ἡ δέ τοῦ Τρισαγίου ἄπαυστος τῶν ἁγίων ἀγγέλων ἁγιαστική δοξολογία, γενικῶς μέν σημαίνει τήν ἅμα τε καί ἐν ταὐτῷ γενησομένην κατά τόν αἰῶνα τόν μέλλοντα τῶν οὐρανίων και ἐπιγείων δυνάμεων ἴσην καί πολιτείαν καί ἀγωγήν καί συμφωνίαν τῆς θείας δοξολογίας, ἀθανατισθέντος τοῖς ἀνθρώποις τοῦ σώματος διά τῆς ἀναστάσεως, καί μηκέτι βαροῦντος τήν ψυχήν τῇ φθορᾷ, καί βαρουμένου· ἀλλά διά τῆς εἰς ἀφθαρσίαν ἀλλαγῆς πρός ὑποδοχήν παρουσίας Θεοῦ λαβόντος καί δύναμιν καί ἐπιτηδειότητα· ἰδικῶς δέ, τῶν μέν πιστῶν τήν πρός ἀγγέλους κατά τήν πίστιν θεολογικήν ἄμιλλαν· τῶν δέ πρακτικῶν, τήν ἰσάγγελον, ὡς ἐφικτόν ἀνθρώποις, κατά τόν βίον λαμπρότητα, καί τήν εὐτονίαν τῆς θεολογικῆς ὑμνολογίας· τῶν δέ γνωστικῶν, τάς ἰσαγγέλους κατά τό δυνατόν ἀνθρώποις περί θεότητος νοήσεις τε καί ὑμνήσεις καί ἀεικινησίας. Ἡ δέ μακαρία τοῦ μεγάλου Θεοῦ καί Πατρός ἐπίκλησις, καί ἡ τοῦ, Εἷς ἅγιος, καί τῶν ἑξῆς ἐκφώνησις· καί ἡ τῶν ἁγίων καί ζωοποιῶν μυστηρίων μετάληψις, τήν ἐπί πᾶσι καί ἐπί πάντων τῶν ἀξίων ἐσομένην διά τήν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν υἱοθεσίαν, ἕνωσίν τε καί οἰκειότητα, καί ὁμοιότητα θείαν καί θέωσιν δηλοῖ· δι᾿ ἧς πάντα ἐν πᾶσιν ἔσται τοῖς σωζομένοις αὐτός ὁ Θεός, ὁμοίως· ὡς κάλλος ἀρχέτυπον κατ᾿ αἰτίαν ἐμπρέπων τοῖς αὐτῷ δι᾿ ἀρετῆς καί γνώσεως κατά χάριν ὁμοίως συμπρέπουσι. Πιστούς δέ καί ἐναρέτους καί γνωστικούς ἐκάλει, τούς εἰσαγομένους καί τούς προκόπτοντας καί τούς τελείους, ἤγουν δούλους καί μισθίους καί υἱούς· τάς τρεῖς τάξεις τῶν σωζομένων. Δοῦλοι γάρ εἰσι, πιστοί, οἱ φόβῳ τῶν ἠπειλημένων ἐκπληροῦντες τοῦ δεσπότου τάς ἐντολάς, καί τοῖς πιστευθεῖσιν εὐνοϊκῶς ἐπεργαζόμενοι· μίσθιοι δέ, οἱ πόθῳ τῶν ἐπηγγελμένων ἀγαθῶν βαστάζοντες μεθ᾿ ὑπομονῆς τό βάρος τῆς ἡμέρας καί τόν καύσωνα· τουτέστι, τήν ἔμφυτον καί συνεζευγμένην τῇ παρούσῃ ζωῇ ἐκ τῆς προπατορικῆς καταδίκης θλῖψιν, καί τούς ἐπ᾿ αὐτῇ ὑπέρ τῆς ἀρετῆς πειρασμούς· καί ζωῆς ζωήν σοφῶς κατ᾿ αὐθαίρετον γνώμην ἀνταλλάσσοντες, τῆς παρούσης τήν μέλλουσαν. Υἱοί δέ, οἱ μήτε φόβῳ τῶν ἠπειλημένων, μήτε πόθῳ τῶν ἐπηγγελμένων, ἀλλά τρόπῳ καί ἕξει τῆς πρός τό καλόν κατά γνώμην τῆς ψυχῆ ῥοπῆς τε καί διαθέσεως, μηδέποτε τοῦ Θεοῦ χωριζόμενοι· κατ᾿ ἐκεῖνον τόν υἱόν, πρός ὅν εἴρηται, Τέκνον, σύ πάντοτε μετ᾿ ἐμοῦ εἶ, καί τά ἐμά πάντα σά ἐστι· τοῦτο κατά τήν ἐν χάριτι θέσιν ἐνδεχομένως ὑπάρχοντες, ὅπερ ὁ Θεός κατά τήν φύσιν καί αἰτίαν καί ἔστι καί πιστεύεται. Μή τοίνυν ἀπολειφθῶμεν τῆς ἁγίας τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησίας, τοσαῦτα κατά τήν τῶν τελουμένων θείων συμβόλων ἁγίαν διάταξιν τῆς σωτηρίας ἡμῶν καλῶς μάλιστα πολιτευόμενον ἀναλόγως ἑαυτῷ κατά Χριστόν δημιουργοῦσα, τό δοθέν διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος ἐν Πνεύματι ἁγίῳ χάρισμα τῆς υἱοθεσίας, εἰς φανέρωσιν ἄγει κατά Χριστόν πολιτευόμενον· ἀλλά πάσῃ δυνάμει τε καί σπουδῇ παραστήσωμεν ἑαυτούς ἀξίους τῶν θείων χαρισμάτων, δι᾿ ἔργων ἀγαθῶν εὐαρεστοῦντας τῷ Θεῷ· μή ἀναστρεφόμενοι κατά τά ἔθνη, τά μή εἰδότα Θεόν, ἐν πάθει ἐπιθυμίας· ἀλλά, καθώς φησιν ὁ ἅγιος Ἀπόστολος, Νεκρώσαντες τά μέλη τά ἐπί τῆς γῆς, πορνείαν, ἀκαθαρσίαν, πάθος, ἐπιθυμίαν κακήν, καί τήν πλεονεξίαν, ἥτις ἐστίν εἰδωλολατρεία· δι᾿ ἅ ἔρχεται ἡ ὀργή ἐπί τούς υἱούς τῆς ἀπειθείας· ὀργήν τε πᾶσαν, καί θυμόν καί αἰσχρολογίαν καί ψεῦδος· καί, συντόμως εἰπεῖν, πάντα τόν παλαιόν ἄνθρωπον, τόν φθειρόμενον κατά τάς ἐπιθυμίας τῆς ἀπάτης,

ἀποθέμενοι σύν ταῖς πράξεσιν αὐτοῦ και ταῖς ἐπιθυμίαις, ἀξίως τοῦ Θεοῦ περιπατήσωμεν, τοῦ καλέσαντος ἡμᾶς εἰς τήν αὐτοῦ βασιλείαν καί δόξαν· ἐνδυσάμενοι σπλάγχνα οἰκτιρμοῦ, χρηστότητα, ταπεινοφροσύνην, πραΰτητα, μακροθυμίαν· ἀνεχόμενοι ἀλλήλων ἐν ἀγάπῃ, καί χαριζόμενοι ἑαυτοῖς ἐάν τις πρός τινα ἔχῃ μομφήν, καθώς καί ὁ Κύριος ἐχαρίσατο ἡμῖν, ἐπί πᾶσί τε τόν σύνδεσμον τελειότητος, τήν ἀγάπην καί τήν εἰρήνήν, εἰς ἥν καί ἐκλήθημεν ἐν ἑνί σώματι· καί, ἵνα συνελών εἴπω, τόν νέον ἄνθρωπον, τό ἀνακαινούμενον εἰς ἐπίγνωσιν κατ᾿ εἰκόνα τοῦ κτίσαντος αὐτόν. Οὕτω γάρ ἄν βοιοῦντες, δυνηθείημεν πρός τό τέλος ἐλθεῖν τῶν θείων ἐπαγγελιῶν, μετ᾿ ἐλπίδος ἀγαθῆς· πληρωθῆναί τε τήν ἐπίγνωσιν τοῦ θελήματος αὐτοῦ, καί πάσῃ σοφίᾳ καί συνέσει πνευματικῇ καρποφοροῦντες, καί αὐξανόμενοι τῇ ἐπιγνώσει Κυρίου· ἐν πᾶσῃ δυνάμει δυναμούμενοι κατά τό κράτος τῆς δόξης αὐτοῦ, εἰς πᾶσαν οἰκοδομήν καί μακροθυμίαν μετά χαρᾶς, εὐχαριστοῦντες τῷ Πατρί, τῷ ἱκανώσαντι ἡμᾶς εἰς τήν μερίδα τοῦ κλήρου τῶν ἁγίων ἐν τῷ φωτί. Σαφής δέ τῆς χάριτος ταύτης ἐστίν ἀπόδειξις, ἡ πρός τό συγγενές δι᾿ εὐνοίας ἑκούσιος συνδιάθεσις· ἧς ἔργον ἐστίν, ὡς Θεόν, οἰκειοῦσθαι κατά δύναμιν τόν καθ᾿ ὁτιοῦν τῆς ἡμῶν ἐπικουρίας δεόμενον ἄνθρωπον· καί μή ἐᾷν ἀτημέλητον καί ἀπρονόητον· ἀλλά σπουδῇ τῇ πρεπούσῃ κατ᾿ ἐνέργειαν ἐνδείκνυσθαι ζῶσαν τήν ἐν ἡμῖν πρός τε τόν Θεόν καί τόν πλησίον διάθεσιν. Ἔργον γάρ ἀπόδειξις διαθέσεως. Οὐδέν γάρ οὔτε πρός δικαιοσύνην οὕτω ῥᾴδιόν ἐστιν, οὔτε πρός θέωσιν (ἵν᾿ οὕτως εἴπω) καί τήν πρός Θεόν ἐγγύτητα καθέστηκεν ἐπιτήδειον, ὡς ἔλεος ἐκ ψυχῆς εἰς τούς δεομένους μεθ᾿ ἡδονῆς καί χαρᾶς προσφερόμενος. Εἰ γάρ Θεόν ὁ Λόγος τόν εὖ παθεῖν δεόμενον ἔδειξεν. Ἐφ᾿ ὅσον γάρ ἐποιήσατε, φησίν, ἑνί τούτων τῶν ἐλαχίστων, ἐμοί ἐποιήσατε· Θεός δέ ὁ εἰπών, πολλῷ μᾶλλον τόν εὖ ποιεῖν δυνάμενον καί ποιοῦντα, δείξει ἀληθῶς κατά χάριν καί μέθεξιν ὄντα Θεόν, ὡς τήν αὐτοῦ τῆς εὐεργεσίας εὐμιμήτως ἀνειλημμένον ἐνέργειάν τε καί ἰδιότητα. Καί εἰ Θεός ὁ πτωχός, διά τήν τοῦ δι᾿ ἡμᾶς πτωχεύσαντος Θεοῦ συγκατάβασιν, καί εἰς ἑαυτόν ἑκάστου συμπαθῶς ἀναδεχομένου πάθη, καί μέχρι τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος, κατά τήν ἀναλογίαν τοῦ ἐν ἑκάστῳ πάθους, ἀεί δι᾿ ἀγαθότητα πάσχοντος μυστικῶς· πλέον δηλονότι κατά τόν εἰκότα λόγον ἔσται Θεός, ὁ κατά μίμησιν τοῦ Θεοῦ διά φιλανθρωπίαν τά τῶν παθόντων πάθη δι᾿ ἑαυτοῦ θεοπρεπῶς ἐξιώμενος· καί τήν αὐτήν τῷ Θεῷ, κατά ἀναλογίαν τῆς σωστικῆς προνοίας, κατά διάθεσιν ἔχων δεικνύμενος δύναμιν. Τίς οὖν ἄρα πρός ἀρετήν οὕτω βραδύς ἐστι καί δυσκίνητος, ὥστε μή ἐφίεσθαι θεότητος, οὕτως εὐώνου τε καί εὐπορίστου καί ῥᾳδίας οὔσης τῆς κτήσεως; Ἀσφαλής δέ τούτων ἐστί καί ἄσυλος φυλακή, καί εὐμαρής πρός σωτηρίαν ὁδός· ἧς, οἶμαι, χωρίς κατ᾿ ἀλήθειαν οὐδέν ἔσται τῶν ἀγαθῶν ἀβλαβῶς τῷ ἔχοντι συντηρούμενον· ἡ αὐτοπραγία, εἴτουν ἴδιοπραγία, δι᾿ ἧς τά καθ᾿ ἑαυτούς σκοπεῖν τε καί διασκέπτεσθαι μόνους μανθάνοντες, τοῦ παρ᾿ ἄλλων διακενῆς βλάβην ἔχειν ἐλευθερούμεθα. Εἰ γάρ ἑαυτούς μόνους ὁρᾷν τε καί ἐτάζειν μάθοιμεν, οὐδέποτε τοῖς τῶν ἄλλων, ὡς δ᾿ ἄν ἔχοντα τύχωσιν, ἐπιθησόμεθα· γινώσκοντες ἕνα μόνον κριτήν σοφόν τε καί δίκαιον τόν Θεόν, τό σοφῶς τε καί δικαίως πάντα τά γινόμενα κρίνοντα· καθ᾿ ὅν γεγένηται λόγον, ἀλλ᾿ οὐ καθ᾿ ὅν πεφανέρωται τρόπον· ὅν ἴσως ἄν δύναιντο καί ἄνθρωποι κρίνειν, ἀμυδρῶς εἰς τό φαινόμενον βλέποντες· περί ὅ οὐ πάντως ἐστίν ἡ ἀλήθεια, οὐδέ τῶν γινομένων ὁ λόγος. Ὁ δέ Θεός, τό ἀφανές τε κίνημα τῆς ψυχῆς, καί τήν ἀόρατον ὁρμήν, καί τόν λόγον αὐτόν, καθ᾿ ὅν ὥρμηται ἡ ψυχή, καί τόν τοῦ λόγου, σκοπόν· τουτέστι, τό παντός πράγματος προεπινοούμενον τέλος βλέπων, κρίνει δικαίως, ὡς ἔφην, πάντα τά

παρά τῶν ἀνθρώπων πραττόμενα· ὅπερ εἰ κατορθῶσαι σπουδάσομεν, καί ἑαυτοῖς ἑαυτούς περιορίσομεν τοῖς ἐκτός οὐκ ἐπιφυόμενοι, οὔτε ὁρᾷν, οὔτε ἀκούειν, οὔτε λαλεῖν, τόν ὀφθαλμόν, ἤ τό οὖς, ἤ τήν γλῶσσαν τά τῶν ἄλλων ἀφήσομεν, εἰ μέν οἷόν τέ ἐστι, παντελῶς· εἰ δέ μήγε, συμπαθῶς μᾶλλον, ἀλλ᾿ οὐ μή ἐμπαθῶς τούτοις ἐνεργεῖν, καί εἰς κέρδος ἡμέτερον ὁρᾷν τε, καί ἀκούειν, καί λαλεῖν ἐπιτρέποντες· καί τοσοῦτον μόνον, ὅσον τῷ ἡνιοχοῦντι ταῦτα θείῳ λόγῳ δοκεῖ. Οὐδέν γάρ τούτων τῶν ὀργάνων πρός ἁμαρτίαν ἐστίν εὐολισθότερον, μή λόγῳ παιδαγωγουμένων· καί οὐδέν πάλιν πρός σωτηρίαν αὐτῶν ἑτοιμότερον, τάσσοντος αὐτά τοῦ λόγου, καί ῥυθμίζοντος καί ἐφ᾿ ἅ δεῖ καί βούλεται ἄγοντος. Μή τοίνυν ἀμελήσωμεν κατά δύναμιν τοῦ πείθεσθαι τῷ Θεῷ, καλοῦντι ἡμᾶς εἰς ζωήν αἰώνιον καί μακάριον τέλος, διά τῆς ἐργασίας τῶν αὐτοῦ θείων τε καί σωτηρίων ἐντολῶν· ἵνα λάβωμεν ἔλεος, καί χάριν εὕρωμεν εἰς εὔκαιρον βοήθειαν· Ἡ γάρ χάρις, φησίν ὁ θεῖος Ἀπόστολος, μετά πάντων τῶν ἀγαπώντων τόν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν ἐν ἀφθαρσίᾳ· τουτέστι, τῶν μετά τῆς κατ᾿ ἀρετήν ἀφθαρσίας, καί τῆς κατά τόν βίον καθαρᾶς τε καί ἀνυποκρίτου σεμνότητος ἀγαπώντων τόν Κύριον, ἐν τῷ ποιεῖν αὐτοῦ τά θελήματα· καί μή παραφθειρόντων τι τῶν θείων αὐτοῦ προσταγμάτων. Ταῦτα μέν ἐγώ περί τούτων διά τόν τῆς ὑπακοῆς μισθόν, κατά δύναμιν, ὡς ἐδιδάχθην, ἐξεθέμην, τῶν μυστικωτέρων τε καί ὑψηλοτέρων ἅψασθαι μή τολμήσας· ἅπερ εἰ ποθεῖ τις γνῶναι τῶν φιλομαθῶν, τοῖς περί τούτων τῷ ἁγίῳ Διονυσίῳ τῷ Ἀρεοπαγίτῃ ἐνθέως πονηθεῖσιν ἐντύχοι, καί εὑρήσει κατ᾿ ἀλήθειαν μυστηρίων ἀῤῥήτων ἀποκάλυψιν, διά τῆς θείας αὐτοῦ καί διανοίας καί γλώττης χαρισθεῖσαν τῷ τῶν ἀνθρώπων γένει, διά τούς μέλοντας κληρονομεῖν σωτηρίαν. Καί εἰ μέν πολύ τῆς ὑμῶν ἐπιθυμίας οὐκ ἀποπέπτωκε, τῷ Χριστῷ χάρις τῷ χορηγῷ τῶν καλῶν, καί ὑμῖν τοῖς λεχθῆναι ταῦτα βιασαμένοις. Εἰ δέ μακράν που καί πολύ τῆς ἐλπίδος ἀπολείπεται· τί πάθω, ἤ τί δράσω, περί τό λέγειν ἀσθενήσας; Συγγνωστόν γάρ, οὐ τιμωρητόν, ἡ ἀσθένεια· καί ἀποδεκτόν μᾶλλον, ἀλλ᾿ οὐ μεμπτόν τό ἐγχωροῦν καί ἐνδεχόμενον· καί μάλισθ᾿ ὑμῖν, τοῖς ἀγαπᾷν διά τόν θεόν προθεμένοις. Καί Θεῷ δέ φίλον τό κατά δύναμιν ἅπαν γνησίως ἐκ ψυχῆς προσαγόμενον, κἄν μικρόν συγκρίσει μεγάλων ὑπάρχον φανήσεται· ὅς οὐδέ τήν χήραν, τά δύο λέπτά προσκομίσασαν, ἀπεώσατο· ἥτις ποτέ ἦν ἡ χήρα αὕτη, καί τά δύο λεπτά. Εἴτε ψυχή κακίας χηρεύουσα, καί ὥσπερ ἄνδρα τόν παλαιόν μέν ἀποβαλομένη νόμον, οὕπω δέ τῆς πρός τόν Λόγον θεόν ἄκρας συναφείας ἀξία· προσάγουσα δέ ὅμως αὐτῷ ἀῤῥαβῶνος λόγῳ ὥσπερ λεπτά, τόν τέως σύμμετρον λόγον καί βίον· ἤ πίστιν καί ἀγαθήν συνείδησιν· ἤ τήν περί τῶν καλῶν ἕξιν καί ἐνέργειαν· ἤ τήν τούτοις πρόσφορον θεωρίαν καί πρᾶξιν· ἤ τήν ἀνάλογον γνῶσιν καί ἀρετήν· ἤ τούς μικρόν ὑπέρ ταῦτα, φημί δέ τούς ἐν τῷ φυσικῷ καί τῷ γραπτῷ νόμῳ λόγους, οὕς ἡ ψυχή κεκτημένη, κατ᾿ ἔκστασιν τούτων καί ἄφεσιν ὡς ὅλου βίου καί ζωῆς, μόνῳ συναφθῆναι τῷ Λόγῳ καί Θεῷ βουλομένη, προσάγει· καί τῶν κατά φύσιν καί νόμον βιαίων τρόπων τε καί θεσμῶν καί ἐθῶν, ὥσπερ ἀνδρῶν χηρεύειν δέχεται· εἴτε τι ἄλλο τούτων πνευματικώτερον, καί μόνοις θεωρητόν τοῖς καθαροῖς τήν διάνοιαν, διά τοῦ καθ᾿ ἱστορίαν πληρωθέντος γράμματος, ὁ λόγος αἰνίττεται. Πάντα γάρ τῷ κατά θεολογίαν ἐποπτικῷ συγρινόμενα λόγῳ, τά ἐν ἀνθρώποις δοκοῦντα κατ᾿ ἀρετήν εἶναι μεγάλα, μικρά τυγχάνει. Πλήν γε ὅτι κἄν μικρά, καί ἐξ ὕλης εὐτελοῦς καί οὐ πολύ τιμίας· ἀλλ οὖν τοῖς ἐκ χρυσοῦ νομίσμασι τῆς ἐν ὕλαις τιμιωτέρας, ἅ προσφέρουσιν οἱ εὐπορώτεροι, κατά τό ἴσον τόν βασιλικόν χαρακτῆρα φέροντα, κατά (καί τό) πλέον ἴσως ἔχοντα τῆς προσαγούσης τήν ἐξ ὅλης διαθέσεως πρόθεσιν.

Ταύτην κἀγώ μιμούμενος τήν χήραν Θεῷ τε καί ὑμῖν, ἠγαπημένοι, τά μικρά ταῦτα καί εὐτελῆ, καί ἐξ εὐτελοῦς καί πτωχῆς διανοίας καί γλώσσης προνηνεγμένα νοήματά τε καί ῥήματα ὥσπερ λεπτά, περί ὧν ἐκελεύσατε, προσενήνοχα· παρακαλῶν τήν εὐλογημένην ὑμῶν καί ἁγίαν ψυχήν· πρῶτον μέν, μηδενός ἔτι τῶν παρ᾿ ἐμοῦ λεγομένων ἔγγραφον ζητῆσαι σημείωσιν, δυοῖν ἕνεκεν· ἑνός μέν, ὅτι μηδέπω τόν φόβον ἐκτησάμην τοῦ Θεοῦ τόν ἁγνόν καί διαμένοντα, οὐδ᾿ ἀρετῆς ἕξιν στερέμνιον καί δικαιοσύνης ἀληθοῦς πῆξιν σταθεράν καί ἀσάλευτον, τά μαρτυροῦντα μάλιστα τοῖς λόγοις τό βέβαιον· ἑτέρου δέ, ὅτι πολλῷ κλύδωνι παθῶν ἔτι δίκην θαλάσσης ἀγρίας περιδονούμενος, καί πολύ τοῦ θείου ἀπαθείας ἀπέχων λιμένος, καί ἄδηλον ἔχων τοῦ βίου τό πέρας, οὐ βούλομαι πρός τοῖς ἔργοις καί τόν ἐν γράμμσι λόγον ἔχειν κατήγορον. Ἔπειτα δέ τῆς εὐπειθείας χάριν, εἰ δέον ἐστίν, ἀποδεξάμενοι, Χριστῷ με δι’ εὐχῶν παράθεσθε, τῷ μεγάλῳ καί μόνῳ Θεῷ καί Σωτῆρι τῶν ἡμετέρων ψυχῆν· ᾧ ἡ δόξα καί τό κράτος, σύν τῷ Πατρί καί τῷ ἁγίῳ Πνεύματι, εἰς τούς αἰῶνας. Ἀμήν.

ΑΒΒΑ ΜΑΞΙΜΟΥ