Κεφάλαιον ΚΓ΄
Περίληψη
Το εικοστό τρίτο κεφάλαιο της «Μυσταγωγίας» του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού αποτελεί μια βαθύτατη αλληγορική ερμηνεία της πρώτης εισόδου στην ιερή σύναξη της Εκκλησίας. Ο συγγραφέας αναπτύσσει την έννοια ότι κάθε στάδιο της λειτουργίας δεν είναι παρά ένα αισθητό σύμβολο που αποκαλύπτει την πνευματική πορεία της ψυχής προς τον Θεόν. Σε αυτή την ενότητα, ο Μάξιμος αναδεικνύει τη μεταφορική διάσταση της λειτουργικής πράξης, συνδέοντας την εξωτερική συμμετοχή με την εσωτερική ανύψωση του νου, την κάθαρση από τα υλικά, και την ένωση με την Τριαδική θεότητα. Το κείμενο αποπνέει μια ατμόσφαιρα μυσταγωγικής σιωπής, όπου κάθε λέξη συμπυκνώνει την εμπειρία της θείας παρουσίας και καλεί τον πιστό σε μια «γνήσια» αγάπη της σοφίας του Χριστού.
Η είσοδος στην εκκλησία ως προτύπωση αρετής
Η κεντρική αρχή του κεφαλαίου συνοψίζεται εξαρχής: η είσοδος στην εκκλησία είναι σύμβολο των ψυχικών αρετών και σηματοδοτεί την αφετηρία της πνευματικής ανόδου. Ο άγιος Μάξιμος καλεί τον αναγνώστη να στρέψει τον εσωτερικό οφθαλμό του νου στη σημασία αυτού του γεγονότος, απομακρυνόμενος από την πλάνη και την ταραχή των υλικών αισθήσεων. Συσχετίζοντας την ψυχή με τις «γυναίκες που έρχονται από την θέα», υπογραμμίζει την ανάγκη να εγκαταλείψει κανείς την επιφανειακή περιπλάνηση στον κόσμο των φαινομένων, όπου επικρατεί συνεχής πάλη και αλληλοφθορά. Η είσοδος λοιπόν συνιστά μια πράξη πνευματικής διάκρισης, ένα πέρασμα από τη σύγχυση στην ειρήνη.
Ὅτι σύμβολον τῶν κατά ψυχήν ἀρετῶν ἐστιν ἡ πρώτη εἴσοδος τῆς ἁγίας συνάξεως
Αυτή η δήλωση θέτει το θεμέλιο για όλη την ερμηνεία: η λειτουργική πράξη δεν είναι τυπολατρία, αλλά εσωτερική μεταβολή. Ο πιστός καλείται να βιώσει την είσοδο ως προσωπική μετοχή στην κλήση του Χριστού να αφήσει το κοσμικό θέαμα και να δεχθεί την ουράνια θέα της αλήθειας.
Τα ιερά αναγνώσματα και η διδασκαλία των θείων λόγων
Μετά την είσοδο, η ψυχή εισέρχεται ουσιαστικά σε ένα «άσυλο ειρήνης», δηλαδή στη φυσική θεωρία που τελείται εν Πνεύματι. Εκεί, μέσω των θείων αναγνωσμάτων, διδάσκεται τους «λόγους των όντων», δηλαδή την ενυπάρχουσα πνευματική σημασία όλης της δημιουργίας, καθώς και το θαυμαστό μυστήριο της θείας πρόνοιας που αποκαλύπτεται μέσα από τον Νόμο και τους Προφήτες. Η ψυχή λαμβάνει νοερά, με τη βοήθεια των αγίων δυνάμεων, σημειώσεις που προσφέρουν ειρήνη, ενώ παράλληλα αισθάνεται τη «θέρμη της θείας εφέσεως» χάρη στη μυστική ηδονή των θεσπέσιων ύμνων.
Εδώ ο Μάξιμος τονίζει τον εκκλησιαστικό χαρακτήρα της γνώσης: δεν πρόκειται για αφηρημένη φιλοσοφία, αλλά για εμπειρική μετάληψη της σοφίας του Θεού εντός της σύναξης. Κάθε ανάγνωσμα και κάθε ψαλμός αποσκοπεί στο να οδηγήσει τον νου από τον μερισμό των αισθήσεων στην ενότητα του Λόγου.
Το άγιο Ευαγγέλιο ως κορύφωση της ενιαίας γνώσεως
Ύστερα από τα αναγνώσματα, η ψυχή συγκεντρώνεται και οδηγείται στην «μία και μόνη και ενιαία κορυφή» που συνέχει όλους τους λόγους. Πρόκειται για το άγιο Ευαγγέλιο, στο οποίο όλοι οι λόγοι της πρόνοιας και των όντων προϋπάρχουν ενιαία, κατά μία συνεκτική δύναμη. Σε αυτό το στάδιο, η πολλαπλότητα των διδασκαλιών υποχωρεί και αποκαλύπτεται η ενότητα της θείας αλήθειας.
λέγω δέ, τό ἅγιον Εὐαγγέλιον, ἐν ᾧ πάντες τῆς τε προνοίας καί τῶν ὄντων οἱ λόγοι κατά μίαν περιοχῆς δύναμιν ἑνοειδῶς προϋφεστήκασι
Το Ευαγγέλιο νοείται, κατά τον Μάξιμο, όχι μόνον ως βιβλίο, αλλά ως ο ίδιος ο Λόγος που περιέχει τα πάντα. Η ανάγνωσή του γίνεται αφορμή για μια ανώτερη θεωρία, όπου ο νους μπορεί να δει τον Χριστό μέσα από τις Γραφές. Είναι η στιγμή που η λειτουργική πράξη μετατρέπεται σε προσωπική συνάντηση με τον ενυπόστατο Λόγο.
Η κάθοδος του αρχιερέως και η κλείση των θυρών
Αμέσως μετά, η ψυχή βιώνει μια πνευματική όραση: βλέπει τον Λόγο και Θεό να παραγίνεται από τον ουρανό, όπως συμβολίζεται από την κάθοδο του αρχιερέως από τον θρόνο του. Η πράξη αυτή σημαίνει ότι ο ίδιος ο Χριστός διακρίνει τέλεια την αίσθηση της ψυχής και χωρίζει τους ακόμα «κατηχούμενους» λογισμούς, δηλαδή όσους εξακολουθούν να φαντασιώνονται μεριστά πράγματα. Στη συνέχεια, η ψυχή εξέρχεται από τα αισθητά – γεγονός που υπονοείται από το κλείσιμο των θυρών της εκκλησίας – και εισάγεται στα άρρητα μυστήρια. Εκεί, αποκτά την «άϋλη, απλή, αναλλοίωτη και θεοειδή επιστήμη των νοητών», μια γνώση ελεύθερη από κάθε μορφή και σχήμα.
Η συμβολική αυτή ανάβαση φανερώνει τη σταδιακή κάθαρση του νου: η ψυχή πρώτα απομακρύνεται από τα υλικά, μετά προχωρά μέσα από τα αναγνώσματα στην ενότητα του Ευαγγελίου, και τέλος βλέπει τον ίδιο τον Λόγο να την καθοδηγεί προς τα ενδότερα του μυστηρίου. Η κλείση των θυρών δεν είναι αποκλεισμός, αλλά εσωτερική συγκέντρωση που προετοιμάζει για την απόλυτη μετοχή.
Ο ασπασμός και το Σύμβολο της Πίστεως
Φτάνοντας στο βάθος της μυσταγωγικής πορείας, η ψυχή συναγάγει τις οικείες δυνάμεις της και ενώνεται με τον Λόγο μέσω του «νοερού ασπασμού». Αυτή η συμβολική φιλία αντιπροσωπεύει την ένωση των λόγων και των τρόπων της σωτηρίας που βρίσκονται γύρω από την ψυχή. Στη συνέχεια, στο Σύμβολο της Πίστεως, ομολογεί ευγνώμωνα την αλήθεια της Τριάδος. Έτσι, η λειτουργική πράξη γίνεται πράξη ομολογίας και ευχαριστίας, όπου ο νους συνοψίζει όλη την προηγηθείσα μαθητεία και αναγνωρίζει τον Θεό ως την πηγή της ενότητας.
Η θεολογία της Αγίας Τριάδος και η τελείωση
Το σημείο αυτό εισάγει την ψυχή στην ύψιστη γνώση: τη θεολογία της Αγίας Τριάδος. Ο άγιος Μάξιμος εκθέτει με ακρίβεια την τριαδική διδασκαλία, αποκρούοντας κάθε σύγχυση ή διαίρεση. Ο Θεός είναι μία ουσία, τρεις υποστάσεις: μονάδα στην τριάδα και τριάδα στη μονάδα, ασύγχυτη η ένωση και αδιαίρετη η διάκριση. Η μονάδα νοείται κατά τον λόγο της ουσίας, όχι κατὰ σύνθεση ή συναίρεση, ενώ η τριάδα κατά τον λόγο του πώς υπάρχουν και υφίστανται οι υποστάσεις, όχι κατά διαίρεση ή αλλοτρίωση.
μονάδα μέν κατά τόν τῆς οὐσίας, ἤτοι τόν τοῦ εἶναι λόγον· ἀλλ᾿ οὐ κατά σύνθεσιν ἤ συναίρεσιν, ἤ τήν οἱανοῦν σύγχυσιν· τριάδα δέ, κατά τόν τοῦ πῶς ὑπάρχειν καί ὑφεστάναι λόγον· ἀλλ᾿ οὐ κατά διαίρεσιν ἤ ἀλλοτρίωσιν, ἤ τόν οἱονοῦν μερισμόν
Η ακριβής αυτή διατύπωση εξασφαλίζει ότι η ψυχή μαθαίνει να υμνεί σιωπηλά τη μία θεότητα τριαδικώς, ομοτίμως με τους αγίους αγγέλους. Στη συνέχεια, ο νους οδηγείται στην κατά χάριν υιοθεσία, όπου, μετά την ευχή προς τον Πατέρα και εν εκστάσει από όλα, συλλαμβάνει εν εαυτώ το «εν της κρυφιότητός» του. Τότε παθαίνει τα θεία μάλλον παρά τα γνωρίζει, καθώς παύει πλέον να ανήκει στον εαυτό του˙ ολόκληρος ο Θεός οικειοποιείται την ψυχή, την οποία και θεοποιεί απαθώς.
ὡς εἶναι, καθώς φησιν ὁ πανάγιος Ἀρεοπαγίτης Διονύσιος, εἰκόνα καί φανέρωσιν τοῦ ἀφανοῦ φωτός, ἕσοπτρον ἀκραιφνές, διειδέστατον, ἀλώβητον, ἄχραντον, ἀκηλίδωτον, εἰσδεχόμενον ὅλην, εἰ θέμις εἰπεῖν, τήν ὡραιότητα τοῦ ἀγαθοτύπου, θεοειδῶς καί ἀμειώτως ἐπιλάμπον ἐν ἀδύτοις σιγῆς
Το παράθεμα από τον άγιο Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη επισφραγίζει την τελείωση: η ψυχή γίνεται έσοπτρο που αντανακλά την ωραιότητα του θείου κάλλους, μένοντας σε άδυτα σιγής. Εδώ ο μυσταγωγικός λόγος φτάνει στην κορύφωσή του, προτείνοντας τη θέωση όχι ως αφηρημένη έννοια, αλλά ως βίωμα της λειτουργικής σύναξης.
Συνολικά, το ΚΓ’ κεφάλαιο της «Μυσταγωγίας» προσφέρει μια συμπυκνωμένη πνευματική τοπογραφία: η εκκλησιαστική λατρεία είναι τύπος και προγεύση της εσχατολογικής ενώσεως με τον Τριαδικό Θεό. Ο άγιος Μάξιμος, με νηφάλιο και βαθύτατα ποιμαντικό λόγο, καλεί τον κάθε πιστό να μετατρέψει την εξωτερική συμμετοχή σε εσωτερική ανακίνηση, έτσι ώστε ολόκληρη η ύπαρξη να καταστεί εικόνα του αφανούς φωτός. Η αξία του κειμένου έγκειται στην ικανότητά του να συνδέσει τη δογματική ακρίβεια με τη βιωματική ευσέβεια, καθιστώντας την Ορθόδοξη λειτουργική παράδοση οδό αγιασμού και θέωσης.
Ἡ ἀνωτέρω περίληψη καὶ ἀνάλυση συνετάχθησαν ἐπικουρικῶς μὲ χρήση τεχνητῆς νοημοσύνης (μοντέλο DeepSeek V4 Pro (deepseek-v4-pro), μέσῳ DeepSeek API)· τὸ κατωτέρω πρωτότυπον κείμενον παραμένει ἀναλλοίωτο (PG 48, δημόσιος τομέας). Ἔγινε ἀνθρώπινος ἔλεγχος, ὡστόσο ἀπαιτεῖται προσοχὴ γιὰ τυχὸν λάθη ἢ παρερμηνεῖες.
Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, Μυσταγωγία — τὸ πρωτότυπον κείμενον κατὰ τὴν Ἑλληνικὴν Πατρολογίαν (PG 91), ἐκ τοῦ ψηφιακοῦ ἔργου «Δρόμοι τῆς Πίστης — Ψηφιακὴ Πατρολογία» τοῦ Πανεπιστημίου Αἰγαίου. Δημόσιος τομέας (public domain).
Ὅτι σύμβολον τῶν κατά ψυχήν ἀρετῶν ἐστιν ἡ πρώτη εἴσοδος τῆς ἁγίας συνάξεως. Ἄθρει τοιγαροῦν ὅστις τῆς μακαρίας τοῦ Χριστοῦ σοφίας γνήσιος καθέστηκας ἐραστής, νοός ὀφθαλμοῖς, κατά τήν πρώτης εἴσοδον τῆς ἁγίας συνάξεως ἀπό τῆς ἔξωθεν τῶν ὑλικῶν πλάνης καί ταραχῆς, κατά τό γεγραμμένον, Γυναῖκες ἐρχόμεναι ἀπό θέας, δεῦτε· τῆς ἐν εἴδει καί σχήματι, φημί κατά τήν πρόσοψιν τῶν αἰσθητῶν περιπλανήσεως· οὐ γάρ θεωρίαν εἰπεῖν ἀληθές, κατά τούς ἀσόφους τῶν παρ᾿ ’ Ἕλλησι λεγομένων σοφῶν (μηδέ γάρ σοφοί κληθεῖέν ποτε πρός ἡμῶν, οἱ τόν Θεόν γνῶναι διά τῶν αὐτοῦ ποιημάτων μή δυνηθέντες, ἤ μή βουληθέντες) τῶν αἰσθητῶν λέγω τήν ἐπιφάνειαν, καθ᾿ ἥν ὁ διηνεκής τῶν αἰσθητῶν πρός ἄλληλα συνέστηκε πόλεμος, πᾶσι τήν δι᾿ ἀλλήλων φθοράν ἐνεργῶν, πάντων φθειρόντων ἄλληλα καί ἐν ἀλλήλοις φθειρομένων· καί τοῦτο μόνον πάγιον ἔχοντα, τό ἀστατεῖν καί φθείρεσθαι, μηδέποτε συμβαίνειν ἀλλήλοις κατά διαμονήν ἄμαχον δύνασθαι καί ἀστασίαστον· ἐρχομένην τε τήν ψυχήν, καί προτροπάδην φεύγουσαν, καί ὥσπερ εἰς Ἐκκλησίαν καί ἄσυλον εἰρήνης ἀνάκτορον, τήν ἐν πνεύματι φυσικήν θεωρίαν, τήν ἄμαχον καί πάσης ἐλευθέραν ταραχῆς μετά Λόγου τε καί ὑπό τοῦ Λόγου τοῦ μεγάλου καί ἀληθοῦς ἡμῶν Θεοῦ καί ἀρχιερέως εἰσερχομένην· καί ὡς διά συμβόλων τῶν γινομένων θείων ἀναγνωσμάτων, τούς τῶν ὄντων διδασκομένην λόγους, καί τό θαυμαστόν καί μέγα τῆς ἐν νόμῳ καί προφήταις δηλουμένης θείας προνοίας μυστήριον· καθ᾿ ἕκαστόν τε δεξαμένην, ὑπέρ τῆς ἐν τούτοις καλῆς μαθητείας θεόθεν διά τῶν ἁγίων δυνάμεων, νοερῶς κατά διάνοιαν αὐτῇ διαλεγομένων, τάς εἰρηνοδώρους σημειώσεις, μετά τῆς ῥωστικῆς καί συντηρητικῆς θέλξεως, τῆς θείας καί διαπύρου κατά Θεόν ἐφέσεως, διά τῆς μυστικῶς ὑπᾳδομένης αὐτῇ νοητῶς τῶν θείων ᾀσμάτων ἡδονῆς. Πάλιν ἐκ τούτων μεταβαίνουσαν, καί συναγομένην ἐπί τήν μίαν καί μόνην καί ἑνιαίως τούτους συλλαμβάνουσαν τούς λόγους κορυφήν· λέγω δέ, τό ἅγιον Εὐαγγέλιον, ἐν ᾧ πάντες τῆς τε προνοίας καί τῶν ὄντων οἱ λόγοι κατά μίαν περιοχῆς δύναμιν ἑνοειδῶς προϋφεστήκασι. Μεθ᾿ ὅ κατ᾿ αἴσθησιν θείαν αὐτόν ὁρᾷν ἔνεστι πάλιν θεμιτόν τοῖς φιλοθέοις, ἀταρβήτοις νοός ὄμμασι παραγινόμενον οὐρανόθεν αὐτῇ τόν Λόγον καί Θεόν, ὡς ἡ τοῦ ἀρχιερέως ἀπό τοῦ θρόνου τοῦ ἱερατικοῦ σημαίνει κατάβασις· καί τέλειον αὐτῆς διακρίνοντα κατηχουμένων δίκην ἔτι τήν αἴσθησιν, καί τό κατ᾿ αὐτήν μεριστόν φαντασιουμένους λογισμούς. Κἀντεῦθεν πάλιν ἔξω γενομένην τῶν αἰσθητῶν, ὡς ἡ τῶν θυρῶν τῆς ἁγίας τοῦ Θεοῦ ἐκκλησίας νοεῖν ὑποτίθεται κλεῖσις· ἐπί τήν δηλουμένην διά τῆς εἰσόδου τῶν ἀῤῥήτων μυστηρίων, ἄϋλον καί ἁπλῆν καί ἀναλλοίωτον καί θεοδειδῆ, καί παντός ἐλευθέραν εἴδους καί σχήματος ἐπιστήμην τῶν νοητῶν ἄγοντα· καθ’ ἥν συναγαγούσαν πρός μέν ἑαυτῆς τάς οἰκείας δυνάμεις· πρός δέ τόν Λόγον, ἑαυτήν καταντᾶ, διά τοῦ νοεροῦ ἀσπασμοῦ ἑνώσασαν τούς περί ἑαυτήν ἀῤῥήτους τῆς σωτηρίας καί λόγους καί τρόπους, διά τοῦ συμβόλου τῆς πίστεως εὐχαρίστως ὁμολογεῖν ἐκδιδάσκοντα. Ἐπί τούτοις δέ πάλιν, ὡς ἤδη λοιπόν κατά δύναμιν ἁπλῆν καί ἀδιαίρετον διά μαθητείας, γνώσει, περιλαβοῦσαν τούς τε τῶν αἰσθητῶν καί τῶν νοητῶν λόγους, ἐπί τήν γνῶσιν τῆς ἐκφανοῦς αὐτήν ἄγοντα θεολογίας, μετά τήν πάντων διάβασιν, καί τήν ἴσην τοῖς ἀγγέλοις κατά τό ἐφικτόν αὐτῇ παρεχόμενον νόησιν· καί τοσοῦτον διδάσκοντα σωφρόνως αὐτήν, ὅσον εἰδέναι Θεόν ἕνα, μίαν οὐσίαν, ὑποστάσεις τρεῖς· μονάδα οὐσίας τρισυπόστατον, καί τριάδα ὑποστάσεων ὁμοούσιον· μονάδα ἐν τριάδι, καί
τριάδα ἐν μονάδι· οὐκ ἄλλην καί ἄλλην, οὐδ᾿ ἄλλην παρ᾿ ἄλλην, οὐδέ δι᾿ ἄλλης ἄλλην, οὐδ᾿ ἄλλην ἐν ἄλλῃ, οὐδέ ἐξ ἄλλης ἄλλην· ἀλλά τήν αὐτήν ἐν ἑαυτῇ, καί καθ᾿ ἑαυτήν ἐφ᾿ ἑαυτήν, ἑαυτῇ ταὐτήν καί μονάδα καί τριάδα ἀσύγχυτόν τε καί ἀσυγχύτως τήν ἕνωσιν ἔχουσαν, καί τήν διάκρισιν ἀδιαίρετόν τε καί ἀμέριστον· μονάδα μέν κατά τόν τῆς οὐσίας, ἤτοι τόν τοῦ εἶναι λόγον· ἀλλ᾿ οὐ κατά σύνθεσιν ἤ συναίρεσιν, ἤ τήν οἱανοῦν σύγχυσιν· τριάδα δέ, κατά τόν τοῦ πῶς ὑπάρχειν καί ὑφεστάναι λόγον· ἀλλ᾿ οὐ κατά διαίρεσιν ἤ ἀλλοτρίωσιν, ἤ τόν οἱονοῦν μερισμόν. Οὐ γάρ μεμέρισται ταῖς ὑποστάσεσιν ἡ μονάς, οὐδέ σχετικῶς ἔνεστι καί ἐπιθεωρεῖται αὐταῖς· οὐδέ συντέθεινται εἰς μονάδα αἱ ὑποστάσεις, ἤ συναιρέσει αὐτήν ἐκπληροῦσιν· ἀλλά τήν αὐτήν ἑαυτῇ ταὐτόν, ἄλλως μέντοι καί ἄλλως. Μονάς γάρ ἐστι ἀσύγχυτος τῇ οὐσίᾳ, καί τῷ κατ᾿ αὐτήν ἁπλῷ λόγῳ ἡ ἁγία τριάς τῶν ὑποστάσεων· καί τριάς ἐστι ταῖς ὑποστάσεσι καί τῷ τρόπῳ τῆς ὑπάρξεως ἡ ἁγία μονάς. Τήν αὐτήν ὅλην τοῦτο κἀκεῖνο διαφόρως, κατ᾿ ἄλλον καί ἄλλον, ὡς εἴρηται, λόγον νοουμένην· μίαν καί μόνην, ἀδιαίρετόν τε καί ἀσύγχυτον, καί ἁπλῆν καί ἀμείωτον καί ἀπαράλλακτον θεότητα· μονάδα κατά τήν οὐσίαν ὅλην ὑπάρχουσαν, καί ὅλην τριάδα τήν αὐτήν ταῖς ὑποστάσεσι, καί μίαν ἑνός τρισσοφαοῦς ἀκτῖνα φωτός μονοειδῶς ἐπιλάμπουσαν· ἐφ᾿ ᾧ καί τήν ψυχήν, ὁμοτίμως τοῖς ἁγίοις ἀγγέλοις τούς ἐκφανεῖς καί ἐφικτούς τῇ κτίσει περί θεότητος δεξαμένην λόγους, καί συμφώνως αὐτοῖς ἀσιγήτως ἀνυμνεῖν μαθοῦσαν τριαδικῶς τήν μίαν θεότητα, ἐπί τήν κατά χάριν δι᾿ ὁμοιότητος ἐμφεροῦς υἱοθεσίαν ἀχθῆναι· δι᾿ ἧς μετ᾿ εὐχάς τόν Θεόν Πατέρα, μυστικόν τε χάριτι καί μόνον ἔχουσα, πρός τό ἕν τῆς αὐτοῦ κρυφιότητος κατ᾿ ἔκστασιν πάντων συναχθήσεται· καί τοσοῦτον πείσεται μᾶλλον, ἤ γνώσεται τά θεῖα· ὅσον μή ἑαυτῆς εἶναι βούλεσθαι, μηδέ ἐξ ἑαυτῆς ὑφ᾿ ἑαυτῆς ἤ ἄλλου τινός γνωσθῆναι δύνασθαι, ἤ μόνου τοῦ ὅλην ἀγαθοπρεπῶς αὐτήν ἀνειληφότος ὅλου Θεοῦ, καί ὅλον αὐτῇ θεοπρεπως ὅλῃ (ὅλον αὐτῇ θεοπρεπῶς ὅλως) καί ἀπαθῶς ἑαυτόν ἐνιέντος, καί ὅλην θεοποιήσαντος· ὡς εἶναι, καθώς φησιν ὁ πανάγιος Ἀρεοπαγίτης Διονύσιος, εἰκόνα καί φανέρωσιν τοῦ ἀφανοῦ φωτός, ἕσοπτρον ἀκραιφνές, διειδέστατον, ἀλώβητον, ἄχραντον, ἀκηλίδωτον, εἰσδεχόμενον ὅλην, εἰ θέμις εἰπεῖν, τήν ὡραιότητα τοῦ ἀγαθοτύπου, θεοειδῶς καί ἀμειώτως ἐπιλάμπον ἐν ἀδύτοις σιγῆς.