Λόγος Γ΄

Περὶ ξενιτείας

Περίληψη

Ο τρίτος Λόγος της Κλίμακος του αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου είναι αφιερωμένος στην «ξενιτεία», την εκούσια δηλαδή αποξένωση από την πατρίδα, τους οικείους και κάθε κοσμικό δεσμό, με σκοπό την κατά Θεόν τελείωση. Πρόκειται για ένα θεμελιώδες κεφάλαιο της ορθόδοξης ασκητικής γραμματείας, όπου ο σοφός καθηγητής της ερήμου αναπτύσσει την έννοια, τις προϋποθέσεις και τους κινδύνους αυτής της πνευματικής πράξης. Με νηφάλιο λόγο και ποιμαντική ευαισθησία, προσφέρει πρακτικές οδηγίες, που δεν απευθύνονται μόνο σε μοναχούς, αλλά σε κάθε ψυχή που αναζητεί τη βασιλεία των ουρανών μέσα από την πλήρη απάρνηση του κόσμου.

Ο ορισμός και η φύση της ξενιτείας Η ξενιτεία, κατά τον άγιο, δεν είναι μια απλή μετοικεσία, αλλά μια καθολική εγκατάλειψη όλων όσων αντιστρατεύονται τον σκοπό της ευσεβείας. Στην εισαγωγική παράθεση των ορισμών, αποκαλύπτεται ο πολυδιάστατος χαρακτήρας της.

Ξενιτεία ἐστὶ κατάλειψις ἀνεπίστροφος πάντων τῶν ἐν τῇ πατρίδι, πρὸς τὸν τῇς εὐσεβείας σκοπὸν ἡμῖν ἀντιπραττόντων. Ξενιτεία ἐστὶν ἀπαῤῥησίαστον ἦθος, ἄγνωστος βίος, ἀθεώρητος σκοπός, ἀφανὴς λογισμός’ εὐτελείας ὄρεξις, στενοχωρίας ἐπιθυμία, πόθου θείου ὑπόθεσις, ἔρωτος πλῆθος, κενοδοξίας ἄρνησις, σιωπῆς βυθός Η ξενιτεία επομένως είναι η εκούσια άρνηση της παρρησίας στον κόσμο, η επιλογή ενός αθέατου βίου, όπου ο λογισμός μένει αφανής και ο αγωνιστής τρέφεται από τον πόθο της στενοχωρίας και της ευτέλειας, καθιστώντας τον έρωτα προς τον Θεό υπόθεση ζωής. Κατά βάθος, είναι μια αδιάκοπη αναζήτηση του θείου πυρός, που κάνει την ψυχή να λησμονεί οτιδήποτε γήινο, αν και ο λογισμός της επιστροφής στα οικεία συχνά την εκβιάζει. Ο όσιος τονίζει ότι ο χωρισμός αυτός δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά μέσο για την ένωση με τον Χριστό, γι’ αυτό και απαιτεί διάκριση.

Ο σκοπός και η διάκριση Δεν είναι κάθε ξενιτεία άξια επαίνου. Ο άγιος παρατηρεί ότι υπάρχει ο κίνδυνος να γίνει υπόθεση κενοδοξίας, αν ο άνθρωπος επιδιώκει τον έπαινο των ανθρώπων. Ο σκοπός είναι καθαρά θεοκεντρικός:

Ξενιτεία γὰρ ἐστιν ὁ πάντων χωρισμός, διὰ τὸ τὸν λογισμὸν ποιῆσαι Θεοῦ ἀχώριστον Όταν ο νους, αποσπασμένος από κάθε σχέση, αφιερώνεται αποκλειστικά στον Θεό, τότε η ξενιτεία επιτυγχάνει τον προορισμό της. Ωστόσο, ο διάβολος μηχανεύεται αναβολές: υποβάλλει την ιδέα να μην εγκαταλείψουμε τους κοσμικούς, ελπίζοντας ότι βλέποντας το καλό παράδειγμα θα σωθούν και εκείνοι. Αυτή η πλάνη αποδεικνύεται ολέθρια, καθώς ο κλέπτης έρχεται ανύποπτα και συμπαρασύρει στην απώλεια. Ο αγωνιστής οφείλει να μην περιμένει τις φιλόκοσμες ψυχές που αργούν να λάβουν απόφαση· μόλις ανάψει η φλόγα του θείου έρωτα, πρέπει αμέσως να κινηθεί, διότι μπορεί να σβήσει αιφνίδια.

Ο κίνδυνος της επιστροφής Το μεγαλύτερο εμπόδιο στην ξενιτεία είναι η νοσταλγία και η ψευδαίσθηση της πνευματικής ωφέλειας των άλλων μέσω της επιστροφής. Οι λογισμοί της ματαιότητος υποβάλλουν ότι, αφού έχουμε αποκτήσει κάποια ευλάβεια ή κατάνυξη μακριά από τον κόσμο, τώρα μπορούμε να γυρίσουμε για να οικοδομήσουμε πολλούς, προβάλλοντας το επιχείρημα της σωτηρίας των ψυχών. Όμως, αυτό που με τόσο κόπο συγκεντρώθηκε στο λιμάνι, διασκορπίζεται μόλις βγει στο πέλαγος του κόσμου. Γι’ αυτό ο άγιος παρουσιάζει την τρομερή εικόνα της γυναίκας του Λωτ:

Μὴ τὴν γυναῖκα, ἀλλ’ αὐτὸν τὸν Λὼτ μιμεῖσθαι σπουδάσωμεν· ψυχὴ γὰρ στραφεῖσα ὅθεν ἐξῆλθεν, ὡς τὸ ἅλας μωρανθήσεται, καὶ ἀκίνητος λοιπὸν μένει. Φεῦγε Αἴγυπτον ἀμεταστρεπτί Η επιστροφή, ακόμη και νοερή, στις πρότερες επιθυμίες, αλατίζει την ψυχή και την καθιστά ακίνητη στην πνευματική ζωή. Μάλιστα, θυμίζει ότι ούτε ο θεόπτης Μωυσής, μολονότι απεστάλη από τον Θεό για τη σωτηρία του ομοφύλου γένους, δεν απέφυγε τους κινδύνους και τους σκοτασμούς της Αιγύπτου. Επομένως, ο κανόνας είναι σαφής: «Φεύγε την Αίγυπτο χωρίς να στρέψεις πίσω το βλέμμα». Αυτή η φυγή δεν υποκινείται από μίσος προς τους οικείους, αλλά από σοφή επίγνωση της βλάβης που μπορούν να προκαλέσουν.

Η πνευματική συγγένεια Ο ξενιτεύων δεν αρνείται την αγάπη, αλλά την ανακαινίζει εν Χριστώ. Ο άγιος εξηγεί πώς δημιουργείται μια νέα, πνευματική οικογένεια, στηριζόμενη στην αρετή και τον αγώνα.

Ἔστω σου πατὴρ ὁ πρὸς τὸ φορτίον τῶν ἁμαρτημάτων συγκοπιάσαι δυνάμενος, καὶ βουλόμενος, μήτηρ δέ, ἡ κατάνυξις, ἡ ἀποπλῦναί σε τοῦ ῥῦπου ἰσχύουσα· ἀδελφὸς δέ, ὁ πρὸς τὸν δρόμον τὸν ἄνω συμπονῶν καὶ συναμιλλώμενος· κτῆσαι σύμβιον ἀναπόσπαστον μνήμην θανάτου· τέκνα δὲ σοῦ φιλητὰ ἔστωσαν στεναγμοὶ καρδίας Τα φιλητά τέκνα δεν είναι παρά οι στεναγμοί της καρδίας, και οι «φίλοι» οι άγιες Δυνάμεις που θα συνδράμουν στην ώρα του θανάτου. Ακόμη και το σώμα καθίσταται δούλος, υποταγμένο στην άσκηση. Αυτή η αναδιάταξη των σχέσεων αναδεικνύει την ουσία της ξενιτείας: τον πλήρη αναπροσανατολισμό της ψυχής από τα φαινόμενα προς τα αόρατα, υπό την σκέπη του ίδιου του Κυρίου, ο οποίος είπε: «Μήτηρ μου και αδελφοί μου είναι οι ποιούντες το θέλημα του Πατρός μου του εν τοις ουρανοίς».

Η πλάνη των ονείρων Επειδή η ξενιτεία καθιστά τον άνθρωπο συναισθηματικά ευάλωτο, οι δαίμονες επιστρατεύουν τα όνειρα για να σπείρουν σύγχυση και απογοήτευση. Εμφανίζουν στον ύπνο τους συγγενείς να θρηνούν ή να κινδυνεύουν, ώστε να προκαλέσουν τύψεις και να κλονίσουν την απόφαση. Αλλού πάλι πλάθουν υποτιθέμενες προφητείες και αγγέλους φωτός, για να καταλήξουν στην κενοδοξία. Γι’ αυτό, ο άγιος ξεκαθαρίζει:

Ὁ τοίνυν ὀνείροις πιστεύων ὅμοιός ἐστι τῷ τὴν σκιὰν ἑαυτοῦ κατατρέχοντι, καὶ ταύτην κατέχειν δοκιμάζοντι Η εμπιστοσύνη στα όνειρα υποδηλώνει απειρία και έλλειψη διακρίσεως, ενώ η περιφρόνησή τους θωρακίζει την ψυχή. Τα σημεία της πλάνης είναι ευδιάγνωστα: οι άγγελοι του Θεού προκαλούν φόβο και κατάνυξη, ενώ οι δαίμονες αφήνουν ταραχή και κενοδοξία. Ο αγωνιστής, λοιπόν, καλείται να μην επαναπαύεται σε φαντασιώσεις, αλλά να εμβαθύνει στη νηφάλια προσευχή και την αδιάκοπη μνήμη του θανάτου.

Συμπέρασμα Ο Λόγος Γ’ της Κλίμακος αποτελεί έναν περιεκτικό οδηγό πνευματικής αλλοτρίωσης από το εφήμερο και οικείωσης με το αιώνιο. Διδάσκει ότι η ξενιτεία, ως εκκοπή κάθε κοσμικής μέριμνας, είναι προϋπόθεση της απάθειας και της αγάπης του Θεού. Με συναίσθηση και ταπείνωση, ο αγωνιστής ανακαλύπτει ότι ο μόνος πραγματικός δεσμός είναι η ένωση με τον Χριστό, ο οποίος «ξενιτεύσας» εκ του ουρανού προσέλαβε την ανθρώπινη φύση για να μας χαρίσει την αιώνια πατρίδα. Έτσι, ο τρίτος βαθμός της κλίμακος γίνεται μια συνεχής υπενθύμιση ότι η σωτηρία βρίσκεται στην υπέρ φύσιν τόλμη της πλήρους εγκαταλείψεως και όχι στον συμβιβασμό με τον κόσμο.

Ἡ ἀνωτέρω περίληψη καὶ ἀνάλυση συνετάχθησαν ἐπικουρικῶς μὲ χρήση τεχνητῆς νοημοσύνης (μοντέλο DeepSeek V4 Pro (deepseek-v4-pro), μέσῳ DeepSeek API)· τὸ κατωτέρω πρωτότυπον κείμενον παραμένει ἀναλλοίωτο (PG 48, δημόσιος τομέας). Ἔγινε ἀνθρώπινος ἔλεγχος, ὡστόσο ἀπαιτεῖται προσοχὴ γιὰ τυχὸν λάθη ἢ παρερμηνεῖες.

↓ Μετάβαση στὸ πρωτότυπον κείμενον

Κλῖμαξ τοῦ ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου — τὸ πρωτότυπον κείμενον κατὰ τὴν Ἑλληνικὴν Πατρολογίαν (PG 88), ἐκ τῆς ψηφιακῆς ἐκδόσεως τοῦ pantocrator.gr. Public domain.

Ξενιτεία ἐστὶ κατάλειψις ἀνεπίστροφος πάντων τῶν ἐν τῇ πατρίδι, πρὸς τὸν τῇς εὐσεβείας σκοπὸν ἡμῖν ἀντιπραττόντων. Ξενιτεία ἐστὶν ἀπαῤῥησίαστον ἦθος, ἄγνωστος βίος, ἀθεώρητος σκοπός, ἀφανὴς λογισμός’ εὐτελείας ὄρεξις, στενοχωρίας ἐπιθυμία, πόθου θείου ὑπόθεσις, ἔρωτος πλῆθος, κενοδοξίας ἄρνησις, σιωπῆς βυθός. Πέφυκέ πως καὶ οὗτος ὁ λογισμὸς ἐν προοιμίοις τοῖς ἐρασταῖς Κυρίου ἀεννάως, καὶ ἐπιτεταμένως διενωχλεῖν ὡς ἐν θείῳ πυρί· λέγω δὲ ὁ τῶν ἰδίων μακρισμός, σκοπῷ εὐτελείας, καὶ θλίψεως, προτρεπόμενος τοὺς ἐραστὰς τοῦ τοιούτου καλοῦ. Πλὴν καθ’ ὅσον μέγας καὶ ἀξιέπαινός ἐστι, κατὰ τοσοῦτον πολλὴν καὶ τὴν διάκρισιν κέκτηται. Οὐ γὰρ πᾶσα ξενιτεία ἄκρως γενομένη καλή· εἰ πᾶς προφήτης ἄτιμος ἐν τῇ ἰδίᾳ πατρίδι, ὧς φησὶν ὁ Κύριος, σκοπήσωμεν μὴ πως γένηται ἡμῖν ξενιτεία κενοδοξίας ὑπόθεσις. Ξενιτεία γὰρ ἐστιν ὁ πάντων χωρισμός, διὰ τὸ τὸν λογισμὸν ποιῆσαι Θεοῦ ἀχώριστον. Ξενιτεία ἐστὶν ἀνεμπλήστου πένθους ἐραστής, καὶ ἐργάτης. Ξένος ἐστὶν ὁ πάσης ἰδίων καὶ ἀλλοτρίων σχέσεως φυγάς. Μὴ ἀνάμενε ἐπὶ τὴν μονίαν, ἢ ἐπὶ τὴν ξενιτείαν ἐπειγόμενος τὰς φιλοκόσμους ψυχάς· δι’ ὅτι ὁ κλέπτης ἀνυπονόητος. Πολλοὶ συσσῶσαι πειραθέντες ῥᾳθύμους καὶ ὀκνηροὺς συναπώλοντο, τοῦ πυρὸς τῷ χρόνῳ ἀποσβεσθέντος. Δεξάμενος φλόγα τρέχε. Οὐ γὰρ γινώσκεις, τό, πότε σβέννυται, καὶ ἐν σκοτίᾳ σὲ καταλήψει. Ἄλλους μὲν σῶσαι οὗ πάντες ἀπαιτούμεθα. Φησὶ γὰρ ὁ θεῖος Ἀπόστολος «Ἄρα οὖν ἕκαστος ἡμῶν ἀδελφοί, περὶ ἑαυτοῦ λόγον δώσει τῷ Θεῷ». Καὶ πάλιν, «Ὁ διδάσκων, φησίν, ἕτερον σεαυτὸν οὐ διδάσκεις». Ὥσπερ ἔλεγε. Περὶ ἄλλων μὲν οὐκ οἶδα, ἑαυτοὺς δὲ πάντες πάντως. Ξενιτεύων ἀσφαλίζου τὸν γυρευτήν, καὶ φιλήδονον δαίμονα. Ἡ γὰρ ξενιτεία ἀφορμὴν αὐτῷ δίδωσι. Καλὴ ἡ ἀπροσπάθεια, ταύτης δὲ ξενιτεία μήτηρ· ὁ ξενιτεύσας διὰ τὸν Κύριον, οὐκ ἔτι σχέσεις ἔσχηκεν, ἵνα μὴ φανῇ διὰ πάθη πλαζόμενος. Ὁ κόσμου ξενιτεύων, μηκέτι κόσμου προσψαύσης. Πεφύκασι γὰρ τὰ πάθη φιλεπίστροφα εἶναι. Ἐξορίζεται ἀκουσίως ἡ Εὖα τοῦ παραδείσου, καὶ μοναχὸς ἑκουσίως τῆς ἑαυτοῦ πατρίδος. Ἢ μὲν γὰρ πάλιν τοῦ ξύλου τῆς παρακοῆς ἐπιθυμεῖν ἔμελλεν· ὁ δὲ κίνδυνον ἐκ τῶν κατὰ σάρκα συγγενῶν πάντως ὑφίστατο. Ἀπόφευγε ὡς ἀπὸ μάστιγος, τοὺς τῶν πτωμάτων τόπους. Καρποῦ γὰρ μὴ παρόντος οὐ συνεχῶς ὀρεγόμεθα. Μηδὲ οὗτος ὁ τρόπος, καὶ δόλος τῶν κλεπτῶν λανθανέτω σε· ὑποβάλλουσι γὰρ ἡμῖν τῶν κοσμικῶν μὴ χωρίζεσθαι, πολὺν τὸν μισθὸν ἡμᾶς λέγοντες κομίζεσθαι, εἴπερ ὁρῶντες τὸ θῆλυ ἑαυτῶν κρατήσωμεν, οἷστισιν οὐ πείθεσθαι δεῖ, μᾶλλον δὲ τοὐναντίων ποιεῖν. Ὅταν τῶν οἰκείων ἡμῶν ἐπὶ χρόνον, ἢ χρόνους ἀναχωρήσαντες μικρὰν τινα εὐλάβειαν, ἢ κατάνυξιν, ἢ ἐγκράτειαν ἑαυτοῖς περιποιησώμεθα· τότε λοιπὸν οἱ λογισμοὶ τῆς ματαιότητος ἐπιστάντες πορεύεσθαι ἡμῖν πάλιν ἐπὶ τὴν οἰκείαν πατρίδα ἐπιτρέπουσιν εἰς οἰκοδομὴν πολλῶν, φησίν, καὶ τύπον, καὶ ὠφέλειαν τῶν τὰς πράξεις ἡμῶν τὰς ἀθεμίτους σκοπούντων. Εἰ δὲ καὶ λόγου, καὶ φίλης γνώσεως εὐποροῦντες τυγχάνομεν, τότε λοιπὸν ὡς σωτῆρας ψυχῶν, καὶ διδασκάλους ἡμᾶς ἐν αὐτῷ κόσμῳ ὑποβάλλουσιν, ἵνα τὰ ἐν τῷ λιμένι συναχθέντα καλῶς, ἐν τῷ

πελάγει κακῶς σκορπίσωσι. Μὴ τὴν γυναῖκα, ἀλλ’ αὐτὸν τὸν Λὼτ μιμεῖσθαι σπουδάσωμεν· ψυχὴ γὰρ στραφεῖσα ὅθεν ἐξῆλθεν, ὡς τὸ ἅλας μωρανθήσεται, καὶ ἀκίνητος λοιπὸν μένει. Φεῦγε Αἴγυπτον ἀμεταστρεπτί. Αἱ γὰρ στραφεῖσαι καρδίαι ἐκεῖ τὴν γῆν τῆς ἀπαθείας Ἱερουσαλὴμ οὐκ ἐθεάσαντο. Ἔστιν ἐν προοιμίοις διὰ τὸ νηπιῶδες ἀπολιπόντας τὰ οἰκεῖα, καὶ τελείως καθαρθέντας, πρὸς αὐτὰ συμφερόντως ἐπιστραφῆναι, ἴσως σκοπῷ τοῦ μετὰ τὸ σωθῆναι σῶσαι τινας. Καίπερ ἐκ Θεοῦ Μωσῆς ἐκεῖνος ὁ θεόπτης, πρὸς σωτηρίαν τοῦ ὁμοφύλου γένους ἀποσταλείς, πολλοὺς ἐν Αἰγύπτῳ τοὺς κινδύνους, ἤγουν ἐν τῷ κόσμῳ τοὺς σκοτασμοὺς ἔσχηκε. Καλὸν λυπῆσαι γονεῖς καὶ μὴ Κύριον· ὁ μὲν γὰρ καὶ ἔπλασε, καὶ ἔσωσεν· οἱ δὲ πολλάκις οὓς ἠγάπησαν, ἀπόλεσαν, καὶ τῇ κολάσει παρέδωκαν· ξένος ἐκεῖνος ἐστι· ὁ γνώσει καθήμενος. Οὐ μισοῦντες ἡμεῖς τοὺς οἰκείους ἑαυτῶν, ἢ τοὺς τόπους ἀναχωροῦμεν, μὴ γένοιτο! Ἀλλὰ τὴν ἐξ αὐτῶν ἡμῖν προσγινομένην βλάβην ἐκφεύγοντες. Ὡς ἐν πᾶσι, καὶ ἐν τούτοις γίνεται ἡμῖν Χριστὸς τοῖς ἀγαθοῖς διδάσκαλος. Φαίνεται γὰρ καὶ αὐτὸς τοὺς γονεῖς κατὰ σάρκα πολλάκις καταλιπών· καὶ παρὰ τινων ἀκούων· Ἡ μήτηρ σου, καὶ οἱ ἀδελφοὶ σοῦ ζητοῦσι σέ· θᾶττον ὁ καλὸς ἡμῶν Κύριος, καὶ διδάσκαλος ἀπαθὲς μῖσος ὑπέδειξεν εἰπών· Μήτηρ μου, καὶ ἀδελφοὶ μου εἰσιν οἱ ποιοῦντες τὸ θέλημα τοῦ Πατρὸς μου τοῦ ἐν τοῖς οὐρανοῖς. Ἔστω σου πατὴρ ὁ πρὸς τὸ φορτίον τῶν ἁμαρτημάτων συγκοπιάσαι δυνάμενος, καὶ βουλόμενος, μήτηρ δέ, ἡ κατάνυξις, ἡ ἀποπλῦναί σε τοῦ ῥῦπου ἰσχύουσα· ἀδελφὸς δέ, ὁ πρὸς τὸν δρόμον τὸν ἄνω συμπονῶν καὶ συναμιλλώμενος· κτῆσαι σύμβιον ἀναπόσπαστον μνήμην θανάτου· τέκνα δὲ σοῦ φιλητὰ ἔστωσαν στεναγμοὶ καρδίας. Δοῦλον κτῆσαι σὸν σῶμα. Φίλους δὲ τὰς ἁγίας δυνάμεις, αἵτινες ἐν καιρῷ ἐξόδου ὠφελῆσαί σε δύνανται, ἐὰν φίλοι σοῦ γίνωνται. «Αὕτη ἡ γενεὰ ζητούντων τὸν Κύριον», πόθος Θεοῦ ἀπέσβεσεν πόθον γονέων. Ὁ δὲ λέγων ἀμφότερα ἔχειν, πεπλάνηκεν ἑαυτὸν ἀκούων τοῦ λέγοντος. Οὐδεὶς δύναται δυσὶ κυρίοις δουλεύειν, καὶ τὰ ἑξῆς. Οὐκ ἦλθον, φησὶν ὁ Κύριος, εἰρήνην βαλεῖν ἐπὶ τῆς γῆς (γονέων πρὸς υἱοὺς καὶ ἀδελφοὺς δουλεῦσαί μοι προαιρουμένους), ἀλλὰ μάχην καὶ μάχαιραν, διχάσαι φιλοθέους ἐκ φιλοκόσμων· ὑλικοὺς ἐξ ἀΰλων, φιλοδόξους ἐκ ταπεινοφρόνων. Εὐφραίνεται γὰρ Κύριος ἐπ’ ἀμφιβολίᾳ καὶ χωρισμῷ, διὰ τὴν πρὸς αὐτὸν ἀγάπην γινομένῳ. Ὅρα ὅρα, μὴ πως ὑδάτων τὰ πάντα σοι πεπληρωμένα, φανῇ διὰ τὴν προσπάθειαν τῶν οἰκείων σοι ἀγαπητῶν, καὶ τῷ κατακλυσμῷ φιλονεικίας συναπέλθῃς. Μὴ οἰκτειρήσῃς γονέων ἢ φίλων δάκρυα· εἰ δὴ μή, αἰωνίως μέλλεις δακρύειν. Ὁπόταν σε περικυκλώσωσιν ὥσπερ μέλισσαι, μᾶλλον δὲ σφῆκες, θρῆνον οἱ ἴδιοι ποιούμενοι ἐπὶ σοί, συντόμως πρὸς τὸν θάνατον, καὶ τὰς πράξεις τὸ τῆς ψυχῆς ὄμμα ἀμεταστρέπτως ἀτένισον, ἵνα πόνον πόνῳ δυνηθῇς ἀποπέμψασθαι. Ὑπισχνοῦνται δολίως ἡμῖν οἱ ἡμῶν, καὶ οὐχ ἡμῶν, πάντα τὰ φίλα διαπράττεσθαι, σκοπὸς δὲ τούτοις τῷ ἀρίστῳ ἡμῶν ἐμποδίσαι δρόμῳ, εἶτ’ οὕτως λοιπὸν πρὸς τὸν οἰκεῖον σκοπὸν ἡμᾶς ἐπισπάσασθαι. Ἡ τῶν τόπων ἡμῶν ἀναχώρησις ἔστω, εἰς τὰ ἀπαρακλητικώτερα, καὶ ἀκενοδοξότερα, καὶ ταπεινότερα μέρη· εἰ δὲ μή, μετὰ πάθους πετόμεθα. Ἀπόκρυπτε εὐγένειαν, καὶ εὐδοξίαν μὴ ἀναπόμπευε, μὴ πως εὑρεθῇς ἕτερος μὲν ἐν τῷ σώματι, ἕτερος δὲ ἐν τοῖς πράγμασι

διακείμενος. Οὐδεὶς τοσοῦτον τῇ ξενιτείᾳ ἐκδέδωκεν ἑαυτόν, ὡς ὁ μέγας ἐκεῖνος ὁ ἀκηκοώς. «Ἔξελθε ἐκ τῆς γῆς σου, καὶ ἐκ τῆς συγγενείας σοῦ, καὶ ἐξ οἴκου τοῦ πατρὸς σοῦ»· καίπερ ἐν ἀλλογλῶσσῳ καὶ βαρβαρῶδει γῇ προσκαλούμενος. Ἔστιν ὅταν κατὰ τὸν μέγαν τοῦτον τινὰ ξενιτεύσαντα, ἐπὶ πλεῖον ὁ Κύριος ἐδόξασεν. Πλὴν εἰ καὶ δόξα θεόσδοτος καλὸν αὐτὴν διὰ θυρεοῦ ταπεινώσεως ἀποστρέφεσθαι. Ὁπηνίκα οἱ δαίμονες ὡς ἐπὶ μεγάλῳ κατορθώματι τῇ ξενιτείᾳ ἐπαινοῦσιν ἡμᾶς, ἢ καὶ οἱ ἄνθρωποι, τότε ἡμεῖς τοῦ δι’ ἡμᾶς ἐκ τοῦ οὐρανοῦ, εἰς τὴν γῆν ξενιτεύσαντος ἀναλαμβάνωμεν ἔννοιαν, καὶ εὑρήσομεν ἑαυτοὺς εἰς αἰῶνα αἰῶνος ἀναπληροῦν μὴ ἰσχύοντας. Χαλεπῇ ἡ πρὸς τινὰ τῶν οἰκείων, ἢ καὶ ξένων προσπάθεια, ἡ δυναμένη κατὰ μικρὸν ἐπὶ τὸν κόσμον ἡμᾶς ἐπισπάσασθαι, καὶ τὸ πῦρ ἡμῶν τῆς κατανύξεως τελείως ἀποψυχρῶσαι. Ὡς ἀμήχανον ἑνὶ μὲν ὀφθαλμῷ εἰς τὸν οὐρανόν, ἑνὶ δὲ εἰς τὴν γῆν νεύειν, οὕτως ἀδύνατον τῷ λογισμῷ καὶ τῷ σώματι ξενιτεύσαντα μὴ κινδυνεῦσαι κατὰ ψυχήν. Κόπῳ πολλῷ καὶ μόχθῳ κατορθοῦται ἐν ἡμῖν ἦθος χρηστὸν καὶ εὐκατάστατον, καὶ τῷ πολλῷ μόχθῳ κατορθούμενον δυνατὸν ἐν μιᾷ ῥοπῇ ἀπολέσθαι. «Φθείρουσι γὰρ ἤθη χρηστὰ ὁμιλίαι κακαὶ καὶ κοσμικαί, καὶ ἄκοσμοι». Ὀ τοῖς κατὰ τὸν κόσμον μετὰ τὴν ἀποταγὴν συναναστρεφόμενος, ἢ πλησίον τυγχάνων πάντως, ἢ ἐν τοῖς αὐτῶν περιπεσεῖται βρόχοις, ἢ τὴν καρδίαν ἐν τῇ περὶ τούτων ἐννοίᾳ μολυνεῖ, ἢ μὴ μολυνόμενος τοὺς μολυνομένους κατακρίνων, καὶ αὐτὸς σὺν αὐτοῖς μολυνθήσεται.

Περὶ ἐνυπνίων ἀκολουθούντων εἰσαγωσικοῖς.

Ὅτι μὲν τῆς ἡμετέρας γνώσεως ὁ νοῦς ἀτελὴς ὅλος, καὶ πάσης ἀγνοίας ἀνάπλεως, καὶ κρύπτειν ἀδύνατον. Λάρυγξ μὲν γὰρ βρώματα διακρίνει· ἀκοῇ δὲ νοήματα διαγινώσκει· ἀσθένειαν μὲν γὰρ ὀμμάτων ἐδήλωσεν ἥλιος· ἀγνωσίαν δὲ ψυχῆς ἐδήλωσε ῥήματα. Πλὴν ὁ τῆς ἀγάπης νόμος καὶ πρὸς τὰ ὑπὲρ δύναμιν ἐκβιαστής. Οὐκ οὖν οἶμαι· οὐδὲ γὰρ ὁρίζομαι· ἀκόλουθον μετὰ τοὺς τῆς ξενιτείας λόγους· μᾶλλον δὲ ἐν αὐτοῖς, μικρὰ περὶ τῶν ὀνείρων ἐντάξαι, ὅσον μηδὲ τούτου τοῦ δόλου τῶν δολίων ἀμυήτους ὑπάρχειν ἡμᾶς. Ἐνύπνιον ἐστι νοὸς κίνησις ἐν ἀκινησία σώματος. Φαντασία ἐστὶν ἀπάτη ὀφθαλμῶν ἐν κοιμωμένῃ διανοίᾳ· φαντασία ἐστὶν ἔκστασις νοὸς ἐγρηγορότος σώματος· φαντασία ἐστὶν ἀνυπόστατος θεωρία. Ἡ αἰτία δι’ ἣν μετὰ τὴν προλαβοῦσαν τάξιν περὶ ὀνείρων λέγειν ἠβουλήθημεν, πρόδηλος· ὅταν καταλείψαντες διὰ τὸν Κύριον τοὺς ἑαυτῶν οἴκους, καὶ οἰκείους, ξενιτείᾳ διὰ ἀγάπην Θεοῦ ἑαυτοὺς πωλήσωμεν, τότε λοιπὸν οἱ δαίμονες δι’ ἐνυπνίων θορυβεῖν δοκιμάσουσιν ἡμᾶς, τοὺς οἰκείους ἑαυτῶν ἡμῖν ὑποδεικνύοντες· ἢ κοπτομένους, ἢ θνήσκοντας, ἢ ὑπὲρ ἡμῶν κατεχομένους, καὶ σινομένους. Ὁ τοίνυν ὀνείροις πιστεύων ὅμοιός ἐστι τῷ τὴν σκιὰν ἑαυτοῦ κατατρέχοντι, καὶ ταύτην κατέχειν δοκιμάζοντι. Δαίμονες κενοδοξίας καθ’ ὕπνους προφῆται, τὰ μέλλοντα ὡς πανοῦργοι τεκμαιρόμενοι, καὶ ταῦτα ἡμῖν προευαγγελιζόμενοι· τῶν ὁραμάτων πεπληρωμένων ἡμεῖς ἐθαμβήθημεν, καὶ ὡς πλησίον τοῦ προγνωστικοῦ λοιπὸν ὑπάρχοντες χαρίσματος, τὸν λογισμὸν ἀνυψώσωμεν. Ἐν τοῖς πειθομένοις τῷ δαίμονι πολλάκις προφήτης ἐγένετο· ἐν τοῖς δὲ ἐξουθενοῦσιν αὐτόν, ἀεὶ ἐψεύσατο. Πνεῦμα ὃ τὰ ἐντὸς τοῦ ἀέρος τούτου ἑώρακεν, καὶ νοήσας αὐτὸν θνήσκοντα, δι’ ἐνυπνίου ἐν τοῖς κουφοτέροις προεφήτευσεν. Οὐδὲν τῶν μελλόντων ἐκ προγνώσεως οἴδασιν· ἐπεὶ οἱ φαρμακοὶ ἡμῖν καὶ τὸν θάνατον προλέγειν ἐδύναντο. Εἰς ἄγγελον φωτὸς καὶ ἡμᾶς προσερχομένους αὐτοῖς καθ’ ὕπνους ὑπέδειξαν· διυπνυσθέντας δὲ χαρᾷ, καὶ οἰήσει κατεβάπτισαν. Τοῦτο δὴ σοι ἔσται τὸ σημεῖον πλάνης· κολάσεις καὶ κρίσεις, καὶ χωρισμοὺς ὑποδεικνύουσιν ἄγγελοι· διυπνισθέντας ἐντρόμους, καὶ σκυθρωποὺς ἀπεργάζονται. Ὁπόταν ἐν τοῖς ὕπνοις τοῖς δαίμοσι πείθεσθαι ἀρξώμεθα, τότε λοιπὸν καὶ ἐγρηγορότας ἐμπαίζουσιν. Ὁ ἐνυπνίοις πεισθεὶς εἰς ἅπαν ἀδόκιμος. Ὁ δὲ πᾶσιν κρίσιν εὐαγγελιζομένοις πίστευε μόνοις· εἰ δὲ ἀπόγνωσίς σοι διενοχλεῖ, καὶ ταῦτα ἐκ δαιμόνων.

Ὁ τρίτος Τριάδος ἰσάριθμος δρόμος· ὁ ἐπιβεβηκὼς μὴ περιβλέψῃ δεξιὰ ἢ ἀριστερά.