Λόγος Β΄

Περὶ προσπαθείας, ἤγουν ἀλυπίας

Περίληψη

Στο δεύτερο σκαλοπάτι της πνευματικής ανόδου που περιγράφει η «Κλίμαξ», ο όσιος Ιωάννης της Σιναΐτης πραγματεύεται το θέμα της οριστικής αποκοπής από κάθε κοσμική μέριμνα και προσκόλληση. Εφόσον ο μοναχός έχει αποταχθεί τον κόσμο, καλείται τώρα να εμβαθύνει στην εσωτερική απελευθέρωση, αποτινάσσοντας όχι μόνο τα εξωτερικά πράγματα, αλλά και τις ψυχικές δεσμεύσεις. Ο λόγος είναι γεμάτος έντονη προειδοποίηση εναντίον της οπισθοδρόμησης και της νοθείας των κινήτρων, υπογραμμίζοντας ότι η αληθινή πρόοδος προϋποθέτει ριζική στροφή προς τον Θεό και συνεχή εγρήγορση. Ο συγγραφέας αξιοποιεί έντονες εικόνες και βιβλικές αναφορές για να πείσει ότι η σωτηρία είναι ασυμβίβαστη με τη νοσταλγία του κόσμου.

Η Αληθινή Αγάπη και ο Φόβος του Θεού

Ο άγιος συγγραφέας ξεκινά με μια δυναμική διαπίστωση: όποιος αγαπά αληθινά τον Κύριο, όποιος επιθυμεί τη μέλλουσα βασιλεία, όποιος έχει συναίσθηση των δικών του πταισμάτων και ζει με τη μνήμη της κρίσεως και της κολάσεως, αυτός αποβάλλει αυθόρμητα κάθε μέριμνα για τα γήινα. Χρήματα, κτήματα, συγγενείς, δόξα, ακόμη και φίλοι και αδελφοί, όλα θυσιάζονται. Η ψυχή ακολουθεί τον Χριστό γυμνή και αμέριμνη, ατενίζοντας διαρκώς τη θεία βοήθεια. Αυτή είναι η αληθινή απάρνηση που γεννιέται από την αγάπη και τον φόβο του Θεού, και όχι από μια επιφανειακή απόφαση. Είναι μια κατάσταση που υπερβαίνει την απλή διανοητική συγκατάθεση και γίνεται βίωμα ολόκληρης της ύπαρξης. Όποιος δεν φτάνει σε αυτό το σημείο κινδυνεύει να υποκύψει στην οδύνη και την απογοήτευση όταν στερηθεί όσα αγάπησε.

Αἰσχύνη μεγίστη ὑπάρχει τὸ πάντα τὰ προειρημένα καταλιπόντας μετὰ τὴν κλῆσιν ἡμῶν, ἣ ὁ Κύριος κέκληκεν ἡμᾶς, καὶ οὐκ ἄνθρωπος, τινὸς φροντίζειν μὴ δυναμένου ἡμᾶς εὐεργετῆσαι ἐν τῇ ὥρᾳ τῆς ἀνάγκης ἡμῶν, ἤγουν τῆς ἐξόδου

Το απόσπασμα αυτό υπενθυμίζει ότι η κλήση είναι από τον Θεό και όχι από ανθρώπους· συνεπώς, η επιστροφή σε ανθρώπινες στηρίξεις είναι ντροπή και ματαιότητα, αφού κανείς δεν μπορεί να μας βοηθήσει την ώρα του θανάτου. Ο φόβος της εξόδου πρέπει να γίνει μόνιμο κίνητρο για την αδιάλειπτη προσήλωσή μας στον μόνο που μπορεί να σώσει.

Η Πλάνη του Να Κοιτάζει Κανείς Πίσω

Στη συνέχεια, ο όσιος Ιωάννης προειδοποιεί για τον κίνδυνο της οπισθοδρόμησης, χρησιμοποιώντας το παράδειγμα του ανθρώπου που ζητά άδεια να θάψει τον πατέρα του. Η απάντηση του Κυρίου είναι απόλυτη και αποστομωτική:

φησὶ πρὸς τὸν εἰρηκότα αὐτῷ· Ἐπίτρεψόν μοι ἀπελθεῖν θάψαι τὸν πατέρα μου. Ἄφες τοὺς νεκροὺς θάψαι τοὺς ἑαυτῶν νεκρούς

Το νόημα είναι σαφές: οι «νεκροί» είναι εκείνοι που παραμένουν προσκολλημένοι στα εγκόσμια, και δεν μπορούν να ωφελήσουν πνευματικά. Η αναβολή ή η μισή καρδία ισοδυναμεί με απώλεια της βασιλείας. Οι δαίμονες, μάλιστα, εκμεταλλεύονται την τάση μας για νόθο ταπείνωση, μακαρίζοντας τους ελεήμονες κοσμικούς, με σκοπό είτε να μας επιστρέψουν στον κόσμο είτε να μας βυθίσουν στην απόγνωση. Έτσι, η φαινομενική καλοσύνη μετατρέπεται σε παγίδα, και η υπερηφάνεια κρύβεται πίσω από μια ψευτοταπεινή σύγκριση με εκείνους που βρίσκονται στον κόσμο. Η λύση είναι να εξουθενώνουμε τους κοσμικούς μακριά από οίηση, για να αποφύγουμε την απόγνωση και να στηρίξουμε την ελπίδα μας στον Θεό.

Η Νοθευμένη Αρετή και η Κενοδοξία

Μια από τις πιο καυστικές παρατηρήσεις του κειμένου αφορά τις αρετές που καλλιεργούνται μέσα στον κόσμο και υπό το βλέμμα των ανθρώπων. Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί την εικόνα των φυτών για να αποκαλύψει τη ματαιότητα των εκδηλώσεων αρετής που τρέφονται από τον ανθρώπινο έπαινο:

Ἑώρακα πλεῖστα, καὶ διάφορα φυτὰ τῶν ἀρετῶν πάρ’ αὐτῶν ἐν κόσμῳ καταφυτευόμενα· καὶ ὥσπερ ἐξ ὑπονόμου βορβόρου, ὑπὸ τῆς κενοδοξίας ποτιζόμενα, καὶ ὑπὸ φανητιασμοῦ κελευόμενα, καὶ ὑπὸ ἐπαίνων κοπριζόμενα· καὶ μέντοι μεταφυτευθέντα ἐν γῇ ἐρήμῳ, καὶ ἀβάτῳ κοσμικῶν, καὶ ἀνύδρῳ κενοδοξιακοῦ, καὶ βρωμώδους ὕδατος, εὐθέως ἐπεξηράνθησαν

Τα «ένυδρα φυτά» συμβολίζουν τις αρετές που ποτίζονται από την κενοδοξία και τον έπαινο. Όταν μεταφυτευθούν στην έρημο της μοναχικής ζωής, όπου λείπουν αυτά τα υδρευτικά νάματα, ξεραίνονται γρήγορα. Αυτό αποδεικνύει ότι η αρετή που στηρίζεται στη γνώμη των ανθρώπων είναι νόθη και δεν αντέχει στη δοκιμασία της αφάνειας. Η αληθινή αρετή καλλιεργείται εν κρυπτώ, με μόνο κίνητρο την αγάπη του Θεού. Πολλοί που διακρίθηκαν σε αγρυπνίες, νηστείες και κακοπάθειες μέσα στον κόσμο, όταν αποσύρθηκαν στον μονήρη βίο, απέτυχαν γιατί η προηγούμενη άσκησή τους ήταν νενοθευμένη και επίπλαστη, εξαρτημένη από την αναγνώριση.

Η Στενή Οδός και η Τριπλή Αποταγή

Ποια είναι λοιπόν η οδός που οδηγεί στη Βασιλεία; Ο όσιος Ιωάννης περιγράφει τη στενή και τεθλιμμένη οδό όχι αόριστα, αλλά με συγκεκριμένες εκδηλώσεις:

Στενὴν ὁδὸν ἐμφανίσει σοι θλῖψις κοιλίας, στάσις παννύχιος, μέτρον ὕδατος, ἄοτου ἔνδεια, ἀτιμίας πόμα καθάρσιον· μυκτηρισμοί, καταγέλωτες, ἐμπαισμοί, ἐκκοπῆ θελημάτων οἰκείων, προσκρούσεων ὑπομονή, περιφρονήσεως ἀγογγυσία, ὕβρεων βίᾳ, ἀδικούμενον μὴ ἀγανακτεῖν, ἐξουδενούμενον μὴ ὀργίζεσθαι, κατακρινόμενον ταπεινῶσαι

Αυτές οι εκούσιες στερήσεις και η υπομονή των θλίψεων και των προσβολών είναι που απογυμνώνουν την ψυχή από το δικό της θέλημα και την οδηγούν στην ταπείνωση. Δεν φτάνει μια επιφανειακή αποχώρηση από τον κόσμο· χρειάζεται η τριπλή αποταγή, χωρίς την οποία δεν μπορεί κανείς να εισέλθει στο νυμφώνα της Βασιλείας: πρώτον, η αποταγή όλων των πραγμάτων, των ανθρώπων και των συγγενών· δεύτερον, η εκκοπή του ιδίου θελήματος· και τρίτον, η αποταγή της κενοδοξίας που παρακολουθεί την υπακοή. Αυτό είναι το ριζικό «ἐξέλθατε ἐκ μέσου αὐτῶν» που απαιτεί ο Κύριος, και που ο κόσμος αδυνατεί να χωρέσει, γι’ αυτό και τα χαρίσματα των μοναχών —θαύματα, ανάσταση νεκρών, εκδίωξη δαιμόνων— είναι άγνωστα στους κοσμικούς.

Οι Παγίδες των Δαιμόνων και η Αντιμετώπισή Τους

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στους πνευματικούς πολέμους που ακολουθούν την αποταγή. Οι δαίμονες συχνά φέρνουν στη θύμηση γονείς και αδελφούς, ανάβοντας ένα άκαιρο πυρ στην καρδιά. Για να το σβήσει κανείς, πρέπει να αντιπαραθέσει τη μνήμη του αιωνίου πυρός και να οπλιστεί με την προσευχή. Επίσης, υπάρχει ο κίνδυνος ο μοναχός να νομίζει ότι είναι απροσπαθής προς κάτι, αλλά όταν το στερηθεί να λυπάται· τότε έχει αυταπατηθεί. Η πνευματική νήψη και η αυτοεξέταση είναι απαραίτητες. Ιδιαίτερα για τους νέους που έχουν έντονες σωματικές ορμές, συνιστάται άσκηση με νήψη και προσευχή και αποχή από κάθε τρυφή, για να μη γίνουν τα έσχατα χειρότερα από τα πρώτα.

Επίλογος: Η Σωτήρια Φυγή

Το δεύτερο σκαλοπάτι ολοκληρώνεται με μια προτροπή: ο αγωνιζόμενος δεν πρέπει να μιμηθεί τη γυναίκα του Λωτ που στράφηκε πίσω, αλλά τον Λωτ που έφυγε χωρίς οπισθοδρομήσεις. Το λιμάνι της μοναχικής ζωής είναι μέσο σωτηρίας, αλλά μπορεί να γίνει και πρόξενος ναυαγίου για εκείνους που, ενώ διασώθηκαν από το πέλαγος του κόσμου, καταστρέφονται μέσα σε αυτό από απροσεξία. Ο συνολικός λόγος αποτελεί μια ισχυρή υπενθύμιση ότι η πνευματική πορεία είναι ολοκληρωτική και ανεπίστρεπτη, και ότι η σωτηρία βρίσκεται μόνο στην ολόψυχη ακολούθηση του Χριστού. Οποιαδήποτε αναβολή, νοθεία ή αμφιταλάντευση αποβαίνει μοιραία.

Ἡ ἀνωτέρω περίληψη καὶ ἀνάλυση συνετάχθησαν ἐπικουρικῶς μὲ χρήση τεχνητῆς νοημοσύνης (μοντέλο DeepSeek V4 Pro (deepseek-v4-pro), μέσῳ DeepSeek API)· τὸ κατωτέρω πρωτότυπον κείμενον παραμένει ἀναλλοίωτο (PG 48, δημόσιος τομέας). Ἔγινε ἀνθρώπινος ἔλεγχος, ὡστόσο ἀπαιτεῖται προσοχὴ γιὰ τυχὸν λάθη ἢ παρερμηνεῖες.

↓ Μετάβαση στὸ πρωτότυπον κείμενον

Κλῖμαξ τοῦ ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου — τὸ πρωτότυπον κείμενον κατὰ τὴν Ἑλληνικὴν Πατρολογίαν (PG 88), ἐκ τῆς ψηφιακῆς ἐκδόσεως τοῦ pantocrator.gr. Public domain.

Ὁ ἐν ἀληθείᾳ τὸν Κύριον ἀγαπήσας· ὁ ἐν ἀληθείᾳ τῆς μελούσης βασιλείας ἐπιτυχεῖν ἐπιζητήσας· ὁ ἐν ἀληθείᾳ πόνον περὶ τῶν ἑαυτοῦ πταισμάτων ἐσχηκώς· ὁ ἐν ἀληθείᾳ μνήμην κολάσεως κτησάμενος καὶ κρίσεως αἰωνίου· ὁ ἐν ἀληθείᾳ φόβον τῆς ἑαυτοῦ ἐξόδου ἀναλαβὼν οὐκ ἔτι ἀγαπήσει, οὐκ ἔτι φροντίσει, ἢ μεριμνήσει, οὐ χρημάτων, οὐ κτημάτων, οὐ γονέων, οὐ δόξης τοῦ βίου, οὐ φίλου, οὐκ ἀδελφῶν, οὐδενὸς ἐπιγείου τὸ παράπαν· ἀλλὰ πᾶσαν αὐτοῦ τὴν σχέσιν, πᾶσαν τὴν περὶ τούτου φροντίδα ἐκτιναξάμενος, καὶ μισήσας· ἐπειδὴ καὶ τὴν ἑαυτοῦ σάρκα πρὸς τούτων γυμνός, καὶ ἀμέριμνος, καὶ ἀόκνως Χριστῷ ἀκολουθεῖ, πρὸς τὸν οὐρανὸν ἀεὶ βλέπων, καὶ τὴν ἐκεῖθεν βοήθειαν ἀναδεχόμενος, κατὰ τὸν εἰπόντα ἅγιον· Ἐκολλήθη ἡ ψυχὴ μου ὀπίσω σου, καὶ τὸν ἄλλον τὸν ἀείμνηστον εἰρηκότα· Ἐγὼ δὲ οὐκ ἐκοπίασα κατακολουθῶν σοι, καὶ ἡμέραν, ἢ ἀνάπαυσιν ἀνθρώπου οὐκ ἐπεθύμησα, Κύριε. Αἰσχύνη μεγίστη ὑπάρχει τὸ πάντα τὰ προειρημένα καταλιπόντας μετὰ τὴν κλῆσιν ἡμῶν, ἣ ὁ Κύριος κέκληκεν ἡμᾶς, καὶ οὐκ ἄνθρωπος, τινὸς φροντίζειν μὴ δυναμένου ἡμᾶς εὐεργετῆσαι ἐν τῇ ὥρᾳ τῆς ἀνάγκης ἡμῶν, ἤγουν τῆς ἐξόδου. Τοῦτο γὰρ ἐστιν ὅπερ εἶπεν ὁ Κύριος, στραφῆναι εἰς τὰ ὀπίσω, καὶ μὴ εὑρεθῆναι εὔθετον εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν. Ὁ Κύριος ἡμῶν τὸ εὐόλισθον ἡμῶν τῶν εἰσαγωγικῶν γινώσκων, καὶ ὡς εὐχερῶς ἐν τοῖς κοσμικοῖς συνδιάγοντες, ἢ συντυγχάνοντες, πάλιν ἐπὶ τὸν κόσμον στρεφόμεθα, φησὶ πρὸς τὸν εἰρηκότα αὐτῷ· Ἐπίτρεψόν μοι ἀπελθεῖν θάψαι τὸν πατέρα μου. Ἄφες τοὺς νεκροὺς θάψαι τοὺς ἑαυτῶν νεκρούς. Οἱ δαίμονες μετὰ τὴν ἀποταγήν, λοιπὸν τοὺς ἐλεήμονας ἡμῖν, καὶ συμπαθεῖς τῶν κοσμικῶν μακαρίζειν ὑποτίθενται, καὶ ἑαυτοὺς ἀποστερήσαντες. Σκοπὸς δὲ τοῖς ἐχθροῖς ἡμῶν διὰ νόθου ταπεινώσεως, ἢ πρὸς τὸν κόσμον ἡμᾶς ἐπιστρέψαι, ἢ μένοντας μοναχοὺς πρὸς τὴν ἀπόγνωσιν κατακρημνῖσαι. Ἔστιν εὐτελίζειν τοὺς ἐν κόσμῳ διὰ οἴησιν, καὶ ἔστιν αὐτοὺς ἀπόντας ἐξουθενεῖν, διὰ τὸ φυγεῖν τὴν ἀπόγνωσιν, καὶ τὴν ἐλπίδα προσκτήσασθαι. Ἀκούσωμεν οὖν τοῦ Κυρίου πρὸς ἐκεῖνον τὸν νεανίσκον, τὸν πάσας σχεδὸν τὰς ἐντολὰς ἐργασάμενον εἰρηκότα· Ἓν σοὶ λείπει, τὸ πωλῆσαι τὰ ὑπάρχοντα, καὶ δοῦναι πτωχοῖς, καὶ ἑαυτὸν πτωχὸν καταστῆσαι ἐλεημοσύνην δεχόμενον.

Οἱ προθύμως καὶ ζέως διαδραμεῖν βουλόμενοι, νουνεχῶς ἐπισκεψώμεθα πῶς ὁ Κύριος πάντας τοὺς ἐν κόσμῳ διατρίβοντας, καὶ ζῶντας νεκροὺς κατεδίκασεν, εἰπὼν πρὸς τινα· Ἄφες τοὺς νεκροὺς κοσμικούς, τοὺς τῷ σώματι νεκροὺς θάψαι· οὐδὲν ἐκώλυσε τὸν νεανίσκον ἐκεῖνον ὁ πλοῦτος προσελθεῖν τῷ βαπτίσματι. Ἐματαιώθησαν τοίνυν φάσκοντές τινες, ὅτι τοῦ βαπτίσματος χάριν ὁ Κύριος πωλῆσαι αὐτὸν τὸ πλοῦτον διέταττεν. Ἀρκείτω ἡμῖν εἰς μεγίστην πληροφορίαν τῆς μεγίστης δόξης τοῦ ἡμετέρου ἐπαγγέλματος, ἡ τοιαύτη πληροφορίᾳ. Ζητητέον πῶς οἱ ἐν κόσμῳ διάγοντες, καὶ ἀγρυπνίαις, καὶ νηστείαις, καὶ κόποις, καὶ κακοπαθείαις διατρίβοντες, ἐν μονήρει βίῳ ὥσπερ ἐν δοκιμαστηρίῳ, καὶ σκάμματι ἐκ τῶν ἀνθρώπων ἀναχωροῦντες, τὴν προτέραν ἄσκησιν αὐτῶν τὴν νενοθευμένην καὶ

ἐπίπλαστον οὐκ ἔτι μετέρχονται; Ἑώρακα πλεῖστα, καὶ διάφορα φυτὰ τῶν ἀρετῶν πάρ’ αὐτῶν ἐν κόσμῳ καταφυτευόμενα· καὶ ὥσπερ ἐξ ὑπονόμου βορβόρου, ὑπὸ τῆς κενοδοξίας ποτιζόμενα, καὶ ὑπὸ φανητιασμοῦ κελευόμενα, καὶ ὑπὸ ἐπαίνων κοπριζόμενα· καὶ μέντοι μεταφυτευθέντα ἐν γῇ ἐρήμῳ, καὶ ἀβάτῳ κοσμικῶν, καὶ ἀνύδρῳ κενοδοξιακοῦ, καὶ βρωμώδους ὕδατος, εὐθέως ἐπεξηράνθησαν. Οὐ γὰρ πεφύκασι τὰ ἔνυδρα φυτὰ ἐν σκληροῖς καὶ ἀνύδροις γυμναστηρίοις καρποφορεῖν. Εἲ τις κόσμον ἐμίσησεν, οὗτος λύπην διέφυγεν· εἰ δὲ τις πρὸς τὶ τῶν ὁρωμένων προσπάθειαν κέκτηται, οὐδέπω λύπης λελύτρωται. Πῶς γὰρ ἂν καὶ μὴ λυπηθήσεται ἐπὶ τῇ στερήσει τοῦ ἀγαπωμένου; Ἐν πᾶσι μὲν πολλῆς ἡμῖν χρεία τῆς νουνεχῶς πρὸ τῶν λοιπῶν. Πολλοὺς τεθέακα μὲν ἐν κόσμῳ, ὑπὸ μεριμνῶν, καὶ φροντίδων, καὶ ἀδολεσχιῶν, καὶ ἀγρυπνιῶν σωματικῶν τὴν τοῦ οἰκείου σώματος μανίαν ἐκφυγόντες· ἐν ἀμεριμνίᾳ δὲ πάσῃ ἐπὶ τὸν μονήρη βίον ἐληλυθότας· οἱ τοιοῦτοι ἐλεεινῷς ὑπὸ τῆς τοῦ σώματος κινήσεως ἐῤῥυπώθησαν· πρόσχωμεν ἑαυτοῖς μήποτε ἐπὶ τὴν στενὴν καὶ τεθλιμμένην ὁδὸν λέγοντες ὁδεύειν, τὴν πλατεῖαν καὶ εὐρύχωρον κατέχοντες ἐπλανήθησαν. Στενὴν ὁδὸν ἐμφανίσει σοι θλῖψις κοιλίας, στάσις παννύχιος, μέτρον ὕδατος, ἄοτου ἔνδεια, ἀτιμίας πόμα καθάρσιον· μυκτηρισμοί, καταγέλωτες, ἐμπαισμοί, ἐκκοπῆ θελημάτων οἰκείων, προσκρούσεων ὑπομονή, περιφρονήσεως ἀγογγυσία, ὕβρεων βίᾳ, ἀδικούμενον μὴ ἀγανακτεῖν, ἐξουδενούμενον μὴ ὀργίζεσθαι, κατακρινόμενον ταπεινῶσαι. Μακάριοι οἱ τὴν ὁδὸν τῶν προειρημένων ὁδῶν πορευόμενοι, ὅτι αὐτῶν ἐστι ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Οὐδεὶς ἐν τῷ οὐρανίῳ νυμφῶνι στεφανηφορῶν ἐλεύσεται, μὴ τὴν πρώτην, καὶ δευτέραν, καὶ τρίτην ἀποταγὴν ἀποταξάμενος· λέγω δὴ τὴν πάντων πραγμάτων, καὶ ἀνθρώπων, καὶ γονέων, καὶ τὴν ἐκκοπὴν τοῦ ἰδίου θελήματος· καὶ τρίτην ἀποταγὴν τῆς κενοδοξίας, τῆς ἐπακολουθούσης τῇ ὑπακοῇ. Ἐξέλθετε ἐκ μέσου αὐτῶν, καὶ ἀφορίσθητε· καὶ ἀκαθαρσίας κόσμου μὴ ἅπτεσθε, λέγει Κύριος. Τὶς γὰρ πάρ’ ἐκείνοις θαύματα πεποίηκε πώποτε; Τὶς νεκροὺς ἤγειρε; Τὶς δαίμονας ἀπήλασεν; Οὐδείς. Ταῦτα γὰρ πάντα μοναχῶν τὰ ἔπαθλα, ἃ ὁ κόσμος χωρῆσαι οὐ δύναται. Εἰ γὰρ ἠδύνατο, περὶ τὶ ἡ ἄσκησις, ἤγουν ἡ ἀναχώρησις; Ὁπόταν οἱ δαίμονες μετὰ τὴν ἀποταγὴν τῇ πρὸς τοὺς γονεῖς ἡμῶν μνήμῃ, καὶ ἀδελφούς, καὶ καρδίαν ἡμῶν ἐκθερμαίνουσι, τότε ἡμεῖς τῇ προσευχῇ κατ’ αὐτῶν ὁπλισώμεθα, καὶ τῇ τοῦ αἰωνίου πυρὸς μνήμῃ ἑαυτοὺς πυρώσωμεν, ἵνα τῇ τούτου ὑπομνήσει τὸ ἄκαιρον τῆς καρδίας πῦρ κατασβέσωμεν. Εἴ τὶς ἀπροσπαθῶς πρὸς οἷον οὖν πρᾶγμα διακεῖσθαι νομίζει. Ἐπὶ δὲ τῇ τούτου ἀποστερήσει τὴν καρδίαν λελύπυται, ὁ τοιοῦτος τελείως ἑαυτὸν ἠπάτησεν. Ὅσοι νέοι περὶ τοὺς τῶν σωμάτων ἔρωτας, καὶ τὴν τροφὴν ἐμμανῶς διάκεινται, καὶ τῇ μοναδικῇ πολιτείᾳ προσελθεῖν βούλονται, πάσῃ νήψει καὶ προσευχῇ ἑαυτοὺς γυμνάσωσι, καὶ πείσωσι πάσης τρυφῆς, καὶ πονηρίας ἀπέχεσθαι· μήπως γένωνται αὐτοῖς τὰ ἔσχατα χείρονα τῶν πρώτων. Ὁ λιμὴν καὶ σωτηρίας, καὶ κινδύνων πρόξενος, καὶ τοῦτο γινώσκουσιν οἱ τὴν νοητὴν θάλασσαν πλέοντες. Ἐλεεινὸν δὲ ἰδέσθαι θέαμα, τοὺς ἐν τῷ πελάγει διασωθέντας, ἐν τῷ λιμένι ναυαγήσαντας.

Δευτέρα ἀνάβασις· ὁ τρέχων μὴ τὴν σύζυγον, ἀλλὰ τὸν Λὼτ μιμούμενος φεύγῃ.