Β΄ Οἰκ. — Κωνσταντινούπολις (381)
Κανόνες τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει – Νέᾳ Ῥώμῃ Ἁγίας καὶ Οἰκουμενικῆς Β´ Συνόδου
Συνεκλήθη ὑπὸ τοῦ Αὐτοκράτορος τῶν Ῥωμαίων Θεοδοσίου τοῦ Μεγάλου ἐν Κωνσταντινουπόλει – Νέᾳ Ῥώμῃ (381 μ.Χ.)
Περίληψη
Εισαγωγική παράγραφος: Η Β΄ Οικουμενική Σύνοδος, η οποία συνήλθε στην Κωνσταντινούπολη το 381 μ.Χ., υπό τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο Α΄, αποτελεί σταθμό στην ιστορία της Εκκλησίας. Σκοπός της ήταν η οριστική καταδίκη του αρειανισμού και των συναφών αιρέσεων, η αποκατάσταση της εκκλησιαστικής ενότητας και η ρύθμιση ζητημάτων διοίκησης και πειθαρχίας. Οι οκτώ Ιεροί Κανόνες που εξέδωσαν οι 150 Πατέρες (στους οποίους προστέθηκαν αργότερα και οι Δυτικοί) διακρίνονται για τη σαφήνεια, την ποιμαντική ευαισθησία και τη συνοδική θεμελίωση της εκκλησιαστικής τάξης. Ακολουθεί περίληψη του περιεχομένου τους, με έμφαση στα κεντρικά γράμματα και τις κανονικές ρυθμίσεις που διαμόρφωσαν το πενταρχικό σύστημα και την πνευματική ζωή της Ορθοδοξίας.
1. Διασφάλιση της Πίστεως και Αναθεματισμός των Αιρέσεων Ο πρώτος κανόνας θέτει το θεμέλιο της ορθόδοξης πίστεως, επιβεβαιώνοντας την απόφαση της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου (Νίκαια, 325) και ανανεώνοντας τους αναθεματισμούς κατά όλων των αιρέσεων.
μὴ ἀθετεῖσθαι τὴν πίστιν τῶν Πατέρων τῶν τριακοσίων δέκα ὀκτώ, τῶν ἐν Νικαίᾳ τῆς Βιθυνίας συνελθόντων· ἀλλὰ μένειν ἐκείνην κυρίαν, καὶ ἀναθεματισθῆναι πᾶσαν αἵρεσιν
Η διακήρυξη αυτή όχι μόνο επαναλαμβάνει το Σύμβολο της Νικαίας, αλλά επίσης κατονομάζει συγκεκριμένες αιρετικές ομάδες, όπως τους Ευνομιανούς, Πνευματομάχους, Σαβελλιανούς και Απολλιναριστές, τις οποίες έκρινε επικίνδυνες για την ενότητα και την αλήθεια. Με τον τρόπο αυτό, η Σύνοδος απορρίπτει κάθε απόπειρα νόθευσης του τριαδικού δόγματος και κατοχυρώνει την πίστη των Πατέρων ως αμετάθετο κανόνα.
2. Τα Όρια της Εκκλησιαστικής Δικαιοδοσίας Ο δεύτερος κανόνας εισάγει μια θεμελιώδη αρχή για τη διοικητική συνοχή: οι επίσκοποι οφείλουν να διοικούν μόνο εντός της δικής τους διοικήσεως και να μην επεμβαίνουν σε άλλες εκκλησίες, αποφεύγοντας τη σύγχυση.
Φυλαττομένου δὲ τοῦ προγεγραμμένου περὶ τῶν διοικήσεων κανόνος, εὔδηλον ὡς τὰ καθ᾿ ἑκάστην ἐπαρχίαν ἡ τῆς ἐπαρχίας σύνοδος διοικήσει, κατὰ τὰ ἐν Νικαίᾳ ὡρισμένα
Η διάταξη αυτή οριοθετεί σαφώς τις περιφέρειες (Αίγυπτος, Ανατολή, Ασία, Πόντος, Θράκη) και διαφυλάσσει τα πρεσβεία της Αντιόχειας, ενώ παράλληλα προβλέπει ότι οι εκκλησίες στα βαρβαρικά έθνη θα διοικούνται κατά την κρατήσασα συνήθεια. Έτσι, αποτρέπονται οι αντικανονικές παρεμβάσεις, κατοχυρώνεται η αυτονομία των τοπικών Εκκλησιών και προωθείται η συνοδική λειτουργία σε κάθε επαρχία.
3. Η Πρωτοκαθεδρία της Κωνσταντινουπόλεως Ο τρίτος κανόνας, ένας από τους πλέον ιστορικούς και συνάμα αμφιλεγόμενους, αποδίδει στον επίσκοπο της Κωνσταντινουπόλεως τα πρεσβεία τιμής μετά τον Ρώμης, αιτιολογώντας το λόγω της πολιτικής αναβάθμισης της πόλεως ως «Νέας Ρώμης».
Τὸν μέν τοι Κωνσταντινουπόλεως ἐπίσκοπον ἔχειν τὰ πρεσβεῖα τῆς τιμῆς μετὰ τὸν τῆς Ῥώμης ἐπίσκοπον, διὰ τὸ εἶναι αὐτὴν νέαν Ῥώμην
Η ρύθμιση αυτή, η οποία επρόκειτο να επικυρωθεί και να αναπτυχθεί από τη Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο (Χαλκηδόνα, 451), εδραίωσε την Κωνσταντινούπολη ως δεύτερο κέντρο της χριστιανικής οικουμένης, αναγνωρίζοντας την πραγματικότητα της αυτοκρατορικής πρωτεύουσας και θέτοντας τις βάσεις για το σύστημα της Πενταρχίας.
4. Πειθαρχικές Ρυθμίσεις και Καταγγελίες κατά Επισκόπων Οι κανόνες 4, 5 και 6 αφορούν ζητήματα εκκλησιαστικής πειθαρχίας και τάξεως. Ο κανόνας 4 ακυρώνει τη χειροτονία του Μαξίμου του Κυνικού και όσων χειροτονήθηκαν από αυτόν, αποκαθιστώντας την τάξη στην Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως μετά από μια περίοδο αταξίας. Ο κανόνας 5, συνοπτικός αλλά ουσιώδης, αποδέχεται τον Τόμο των Δυτικών και όσους στην Αντιόχεια ομολογούν μία Θεότητα Πατρός, Υιού και Αγίου Πνεύματος, επιβεβαιώνοντας έτσι την κοινωνία με τη Δύση και την ορθόδοξη τριαδολογία. Ιδιαίτερης σημασίας είναι ο έκτος κανόνας, ο οποίος θεσπίζει αυστηρή διαδικασία για την υποβολή και εξέταση κατηγοριών εναντίον επισκόπων, αποσκοπώντας στην προστασία της υπολήψεως των κληρικών και στην αποφυγή ταραχών.
μὴ πρότερον ἐνίστασθαι τὴν κατηγορίαν, πρὶν ἢ ἐγγράφως αὐτοὺς τὸν ἴσον αὐτοῖς ἐπιτιμήσασθαι κίνδυνον, εἴπερ ἐν τῇ τῶν πραγμάτων ἐξετάσει συκοφαντοῦντες τὸν κατηγορούμενον ἐπίσκοπον ἐλεγχθεῖεν
Η Σύνοδος διακρίνει μεταξύ ιδιωτικών και εκκλησιαστικών εγκλημάτων, αποκλείει τους αιρετικούς και τους υπό κατηγορίαν από την υποβολή μηνύσεων, και ορίζει ότι οι καταγγελίες πρέπει να εκδικάζονται πρώτα από την επαρχιακή σύνοδο και, αν αδυνατούν, κατόπιν από μείζονα σύνοδο της διοικήσεως. Απαιτείται, δε, έγγραφη αποδοχή του κινδύνου της συκοφαντίας, ενώ απαγορεύεται η προσφυγή σε πολιτειακές αρχές ή οικουμενική σύνοδο πριν εξαντληθούν τα εκκλησιαστικά ένδικα μέσα. Οι ρυθμίσεις αυτές αναδεικνύουν το πνεύμα της φιλαδελφείας και της δικαιοσύνης, θωρακίζοντας παράλληλα το κύρος του επισκοπικού αξιώματος.
5. Υποδοχή των Αιρετικών στην Εκκλησία Οι κανόνες 7 και 8 καθορίζουν τον τρόπο εισδοχής των αιρετικών στην Ορθόδοξη Εκκλησία, με βάση την ποιμαντική διάκριση και την ακρίβεια της παραδόσεως. Ο κανόνας 7 προβλέπει ελαφρύτερη μετάνοια για αιρετικούς όπως οι Αρειανοί και οι Πνευματομάχοι, οι οποίοι γίνονται δεκτοί με λίβελλο ορθοδόξου ομολογίας και χρίσμα σε συγκεκριμένα σημεία του σώματος.
σφραγιζομένους, ἤτοι χριομένους, πρῶτον τῷ ἁγίῳ μύρῳ τό τε μέτωπον, καὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ τὰς ῥίνας, καὶ τὸ στόμα, καὶ τὰ ὦτα
Αντίθετα, οι πιο ακραίοι αιρετικοί, όπως οι Ευνομιανοί και οι Μοντανιστές, αντιμετωπίζονται ως ειδωλολάτρες· απαιτείται πλήρης κατήχηση, εξορκισμοί και βάπτισμα. Ο όγδοος κανόνας, σε νεότερη διατύπωση του Αριστηνού, συνοψίζει τη διαφορετική μεταχείριση, τονίζοντας πως όσοι βαπτίζονται με μία κατάδυση (οπαδοί του Ευνομίου) πρέπει να ξαναβαπτισθούν. Με αυτές τις διαβαθμίσεις η Σύνοδος εκφράζει την αλήθεια ότι η Εκκλησία είναι φιλάνθρωπη αλλά δεν συμβιβάζεται με την πλάνη, ενώ η μυσταγωγική αγωγή θεραπεύει την ψυχή και την επανεντάσσει στην κοινωνία των πιστών.
Καταληκτική παράγραφος: Οι Ιεροί Κανόνες της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου συμπυκνώνουν τη δογματική διδασκαλία και την κανονική σοφία της πρώιμης Εκκλησίας, παρέχοντας λύσεις σε κρίσιμα ζητήματα πίστεως, διοικήσεως και ήθους. Η διπλή έμφαση στην αποστολική παράδοση και στην προσαρμογή στις νέες ιστορικές συνθήκες (όπως η ανάδειξη της Κωνσταντινουπόλεως) αποδεικνύει ότι το κανονικό δίκαιο είναι ζωντανός οργανισμός που υπηρετεί τη σωτηρία του ανθρώπου. Η διαρκής ισχύς των κανόνων αυτών στην Ορθόδοξη Εκκλησία μαρτυρεί την αξία τους ως οδοδείκτες για την ενότητα, την ευταξία και την αληθή σχέση με τον Τριαδικό Θεό.
Ἡ ἀνωτέρω περίληψη καὶ ἀνάλυση συνετάχθησαν ἐπικουρικῶς μὲ χρήση τεχνητῆς νοημοσύνης (μοντέλο DeepSeek V4 Pro (deepseek-v4-pro), μέσῳ DeepSeek API)· τὸ κατωτέρω πρωτότυπον κείμενον παραμένει ἀναλλοίωτο (PG 48, δημόσιος τομέας). Ἔγινε ἀνθρώπινος ἔλεγχος, ὡστόσο ἀπαιτεῖται προσοχὴ γιὰ τυχὸν λάθη ἢ παρερμηνεῖες.
Οἱ Ἱεροὶ Κανόνες — τὸ πρωτότυπον κείμενον (ἀρχαία καὶ βυζαντινὴ ἑλληνική), ἐκ τῆς ψηφιακῆς συλλογῆς κανονικῶν κειμένων τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν (users.uoa.gr/~nektar). Public domain.
Κανὼν Α´
Ὥρισαν οἱ ἐν Κωνσταντινούπολει συνελθόντες ἅγιοι Πατέρες, μὴ ἀθετεῖσθαι τὴν πίστιν τῶν Πατέρων τῶν τριακοσίων δέκα ὀκτώ, τῶν ἐν Νικαίᾳ τῆς Βιθυνίας συνελθόντων· ἀλλὰ μένειν ἐκείνην κυρίαν, καὶ ἀναθεματισθῆναι πᾶσαν αἵρεσιν· καὶ εἰδικῶς τὴν τῶν Εὐνομιανῶν, εἴτ᾿ οὖν Εὐδοξιανῶν, καὶ τὴν τῶν Ἡμιαρείων, εἴτ᾿ οὖν Πνευματομάχων, καὶ τὴν τῶν Σαβελλιανῶν, καὶ τὴν τῶν Μαρκελλιανῶν, καὶ τὴν τῶν Φωτεινιανῶν, καὶ τὴν τῶν Ἀπολλιναριστῶν.
Κανὼν Β´
Τοὺς ὑπὲρ διοίκησιν ἐπισκόπους ταῖς ὑπερορίοις ἐκκλησίαις μὴ ἐπιέναι, μηδὲ συγχέειν τὰς ἐκκλησίας· ἀλλὰ κατὰ τοὺς κανόνας, τὸν μὲν Ἀλεξανδρείας ἐπίσκοπον, τὰ ἐν Αἰγύπτῳ μόνον οἰκονομεῖν· τοὺς δὲ τῆς Ἀνατολῆς ἐπισκόπους, τὴν Ἀνατολὴν μόνην διοικεῖν· φυλαττομένων τῶν ἐν τοῖς κανόσι τοῖς κατὰ Νίκαιαν πρεσβείων τῇ Ἀντιοχέων ἐκκλησίᾳ· καὶ τοὺς τῆς Ἀσιανῆς διοικήσεως ἐπισκόπους, τὰ κατὰ τὴν Ἀσιανὴν μόνον διοικεῖν· καὶ τοὺς τῆς Ποντικῆς, τὰ τῆς Ποντικῆς μόνον· καὶ τοὺς τῆς Θρᾴκης τὰ τῆς Θρᾳκικῆς μόνον οἰκονομεῖν. Ἀκλήτους δὲ ἐπισκόπους ὑπὲρ διοίκησιν μὴ ἐπιβαίνειν ἐπὶ χειροτονίᾳ, ἤ τισιν ἄλλαις οἰκονομίαις ἐκκλησιαστικαῖς. Φυλαττομένου δὲ τοῦ προγεγραμμένου περὶ τῶν διοικήσεων κανόνος, εὔδηλον ὡς τὰ καθ᾿ ἑκάστην ἐπαρχίαν ἡ τῆς ἐπαρχίας σύνοδος διοικήσει, κατὰ τὰ ἐν Νικαίᾳ ὡρισμένα. Τὰς δὲ ἐν τοῖς βαρβαρικοῖς ἔθνεσι τοῦ Θεοῦ ἐκκλησίας, οἰκονομεῖσθαι χρὴ κατὰ τὴν κρατήσασαν συνήθειαν τῶν Πατέρων.
Κανὼν Γ´
Τὸν μέν τοι Κωνσταντινουπόλεως ἐπίσκοπον ἔχειν τὰ πρεσβεῖα τῆς τιμῆς μετὰ τὸν τῆς Ῥώμης ἐπίσκοπον, διὰ τὸ εἶναι αὐτὴν νέαν Ῥώμην.
Κανὼν Δ´
Περὶ Μαξίμου τοῦ Κυνικοῦ, καὶ τῆς κατ᾿ αὐτὸν ἀταξίας τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει γενομένης· ὥστε μήτε Μάξιμον ἐπίσκοπον ἢ γενέσθαι, ἢ εἶναι, μήτε τοὺς παρ᾿ αὐτοῦ χειροτονηθέντας, ἐν οἱῳδήποτε βαθμῷ κλήρου· πάντων καὶ τῶν περὶ αὐτόν, καὶ τῶν παρ᾿ αὐτοῦ γενομένων ἀκυρωθέντων.
Κανὼν Ε´
Περὶ τοῦ τόμου τῶν δυτικῶν, καὶ τοὺς ἐν Ἀντιοχείᾳ ἀπεδεξάμεθα, τοὺς μίαν ὁμολογοῦντας Πατρὸς καὶ Υἱοῦ καὶ Ἁγίου Πνεύματος Θεότητα.
Κανὼν ΣΤ´
Ἐπειδὴ πολλοὶ τὴν ἐκκλησιαστικὴν εὐταξίαν συγχεῖν καὶ ἀνατρέπειν βουλόμενοι, φιλέχθρως καὶ συκοφαντικῶς αἰτίας τινὰς κατὰ τῶν οἰκονομούντων τὰς ἐκκλησίας ὀρθοδόξων ἐπισκόπων συμπλάσσουσιν, οὐδὲν ἕτερον, ἢ χραίνειν τὰς τῶν ἱερέων ὑπολήψεις, καὶ ταραχὰς τῶν εἰρηνευόντων λαῶν κατασκευάζειν ἐπιχειροῦντες· τούτου ἕνεκεν ἤρεσε τῇ ἁγίᾳ συνόδῳ τῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει συνδραμόντων ἐπισκόπων, μὴ ἀνεξετάστως προσίεσθαι τοὺς κατηγόρους, μηδὲ πᾶσιν ἐπιτρέπειν τὰς κατηγορίας ποιεῖσθαι κατὰ τῶν οἰκονομούντων τὰς ἐκκλησίας, μηδὲ μὴν πάντας ἀποκλείειν. Ἀλλ᾿ εἰ μέν τις οἰκείαν τινὰ μέμψιν, τουτέστιν ἰδιωτικήν, ἐπαγάγοι τῷ ἐπισκόπῳ ὡς πλεονεκτηθείς, ἢ ἄλλο τι παρὰ τὸ δίκαιον παρ᾿ αὐτοῦ πεπονθώς, ἐπὶ τῶν τοιούτων κατηγοριῶν μὴ ἐξετάζεσθαι, μήτε πρόσωπον τοῦ κατηγόρου, μήτε τὴν θρησκείαν. Χρὴ γὰρ παντὶ τρόπῳ, τό τε συνειδὸς τοῦ ἐπισκόπου ἐλεύθερον εἶναι, καὶ τὸν ἀδικεῖσθαι λέγοντα, οἵας ἂν ᾖ θρησκείας, τῶν δικαίων τυγχάνειν. Εἰ δὲ ἐκκλησιαστικὸν εἴη τὸ ἐπιφερόμενον ἔγκλημα τῷ ἐπισκόπῳ, τότε δοκιμάζεσθαι χρὴ τῶν κατηγορούντων τὰ πρόσωπα· ἵνα, πρῶτον μὲν αἱρετικοῖς μὴ ἐξῇ κατηγορίας κατὰ τῶν ὀρθοδόξων ἐπισκόπων ὑπὲρ ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων ποιεῖσθαι. Αἱρετικοὺς δὲ λέγομεν, τούς τε πάλαι τῆς ἐκκλησίας ἀποκηρυχθέντας, καὶ τοὺς μετὰ ταῦτα ὑφ᾿ ἡμῶν ἀναθεματισθέντας· πρὸς δὲ τούτοις, καὶ τοὺς τὴν πίστιν μὲν τὴν ὑγιῆ προσποιουμένους ὁμολογεῖν, ἀποσχίσαντας δέ, καὶ ἀντισυνάγοντας τοῖς κανονικοῖς ἡμῶν ἐπισκόποις. Ἔπειτα δέ, καὶ εἴ τινες τῶν ἀπὸ τῆς ἐκκλησίας ἐπὶ αἰτίαις τισὶ προκατεγνωσμένοι εἶεν καὶ ἀποβεβλημένοι, ἢ ἀκοινώνητοι, εἴτε ἀπὸ κλήρου, εἴτε ἀπὸ λαϊκοῦ τάγματος, μηδὲ τούτοις ἐξεῖναι κατηγορεῖν ἐπισκόπου, πρὶν ἂν τὸ οἰκεῖον ἔγκλημα πρότερον ἀποδύσωνται. Ὁμοίως δὲ καὶ τοὺς ὑπὸ κατηγορίαν προλαβοῦσαν ὄντας, μὴ πρότερον εἶναι δεκτοὺς εἰς ἐπισκόπου κατηγορίαν, ἢ ἑτέρων κληρικῶν, πρὶν ἂν ἀθώους ἑαυτοὺς τῶν ἐπαχθέντων αὐτοῖς ἀποδείξωσιν ἐγκλημάτων. Εἰ μέντοι τινὲς μήτε αἱρετικοί, μήτε ἀκοινώνητοι εἶεν, μήτε κατεγνωσμένοι, ἢ προκατηγορημένοι ἐπί τισι πλημμελήμασι, λέγοιεν δὲ ἔχειν τινὰ ἐκκλησιαστικὴν κατὰ τοῦ ἐπισκόπου κατηγορίαν, τούτους κελεύει ἡ ἁγία σύνοδος, πρῶτον μὲν ἐπὶ τῶν τῆς ἐπαρχίας πάντων ἐπισκόπων ἐνίστασθαι τὰς κατηγορίας, καὶ ἐπ᾿ αὐτῶν ἐλέγχειν τὰ ἐγκλήματα τοῦ ἐν αἰτίαις τισὶν ἐπισκόπου· εἰ δὲ συμβαίη ἀδυνατῆσαι τοὺς ἐπαρχιώτας πρὸς διόρθωσιν τῶν ἐπιφερομένων ἐγκλημάτων τῷ ἐπισκόπῳ, τότε αὐτοὺς προσιέναι μείζονι συνόδῳ, τῶν τῆς διοικήσεως ἐκείνης ἐπισκόπων ὑπὲρ τῆς αἰτίας ταύτης συγκαλουμένων· καὶ μὴ πρότερον ἐνίστασθαι τὴν κατηγορίαν, πρὶν ἢ ἐγγράφως αὐτοὺς τὸν ἴσον αὐτοῖς ἐπιτιμήσασθαι κίνδυνον, εἴπερ ἐν τῇ τῶν πραγμάτων ἐξετάσει συκοφαντοῦντες τὸν κατηγορούμενον ἐπίσκοπον ἐλεγχθεῖεν. Εἰ δέ τις καταφρονήσας τῶν κατὰ τὰ προδηλωθέντα δεδογμένων, τολμήσειεν ἢ βασιλικὰς ἐνοχλεῖν ἀκοάς, ἢ κοσμικῶν ἀρχόντων δικαστήρια, ἢ οἰκουμενικὴν σύνοδον ταράσσειν, πάντας ἀτιμάσας τοὺς τῆς διοικήσεως ἐπισκόπους, τὸν τοιοῦτον τὸ παράπαν εἰς κατηγορίαν μὴ εἶναι δεκτόν, ὡς καθυβρίσαντα τοὺς κανόνας, καὶ τὴν ἐκκλησιαστικὴν λυμηνάμενον εὐταξίαν.
Κανὼν Ζ´
Τοὺς προστιθεμένους τῇ ὀρθοδοξίᾳ, καὶ τῇ μερίδι τῶν σῳζομένων, ἀπὸ αἱρετικῶν, δεχόμεθα κατὰ τὴν ὑποτεταγμένην ἀκολουθίαν, καὶ συνήθειαν. Ἀρειανοὺς μὲν, καὶ Μακεδονιανούς, καὶ Σαββατιανούς, καὶ Ναυατιανούς, τοὺς λέγοντας ἑαυτοὺς Καθαροὺς καὶ Ἀριστερούς, καὶ τοὺς Τεσσαρεσκαιδεκατίτας, εἴτουν Τετραδίτας, καὶ Ἀπολλιναριστάς, δεχόμεθα διδόντας λιβέλλους, καὶ ἀναθεματίζοντας πᾶσαν αἵρεσιν, μὴ φρονοῦσαν, ὡς φρονεῖ ἡ ἁγία τοῦ Θεοῦ καθολικὴ καὶ ἀποστολικὴ ἐκκλησία, καὶ σφραγιζομένους, ἤτοι χριομένους, πρῶτον τῷ ἁγίῳ μύρῳ τό τε μέτωπον, καὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ τὰς ῥίνας, καὶ τὸ στόμα, καὶ τὰ ὦτα· καὶ σφραγίζοντες αὐτούς, λέγομεν· Σφραγὶς δωρεὰς Πνεύματος ἁγίου. Εὐνομιανοὺς μέντοι τοὺς εἰς μίαν κατάδυσιν βαπτιζομένους, καὶ Μοντανιστάς, τοὺς ἐνταῦθα λεγομένους Φρύγας, καὶ Σαβελλιανούς, τοὺς υἱοπατορίαν διδάσκοντας, καὶ ἕτερά τινα καὶ χαλεπὰ ποιοῦντας, καὶ τὰς ἄλλας πάσας αἱρέσεις· (ἐπειδὴ πολλοί εἰσιν ἐνταῦθα, μάλιστα οἱ ἀπὸ τῶν Γαλατῶν χώρας ὁρμώμενοι), πάντας τοὺς ὑπ᾿ αὐτῶν θέλοντας προστίθεσθαι τῇ ὀρθοδοξίᾳ, ὡς Ἕλληνας δεχόμεθα· καὶ τὴν πρώτην ἡμέραν ποιοῦμεν αὐτοὺς Χριστιανούς, τὴν δὲ δευτέραν κατηχουμένους· εἶτα τῇ τρίτῃ ἐξορκίζομεν αὐτούς, μετὰ τοῦ ἐμφυσᾷν τρίτον εἰς τὸ πρόσωπον, καὶ εἰς τὰ ὦτα, καὶ οὕτω κατηχοῦμεν αὐτούς, καὶ ποιοῦμεν χρονίζειν εἰς τὴν ἐκκλησίαν, καὶ ἀκροᾶσθαι τῶν γραφῶν, καὶ τότε αὐτοὺς βαπτίζομεν.
Κανὼν Η´
Ἀριστ. Οἱ καταδύσει μιᾷ βαπτιζόμενοι Εὐνομιανοί, Σαβελλιανοί, καὶ Φρύγες, ὡς Ἕλληνες δεχέσθωσαν. Οὗτοι καὶ βαπτίζονται, καὶ χρίονται, ὅτι ὡς Ἕλληνες παραδέχονται· καὶ καιρὸν ἱκανὸν πρὸ τοῦ βαπτίσματος κατηχοῦνται, καὶ τῶν θείων γραφῶν ἀκροῶνται.