Ἀγκύρας (314)

Κανόνες τῆς ἐν Ἀγκύρᾳ Τοπικῆς Συνόδου

Συνεκλήθη ἐν Ἀγκύρᾳ τῆς Γαλατίας (314 μ.Χ.)

Περίληψη

Οι Ιεροί Κανόνες της Συνόδου της Αγκύρας (314 μ.Χ.) αποτελούν ένα από τα αρχαιότερα και πλέον σημαντικά κανονικά κείμενα της Εκκλησίας. Η τοπική αυτή σύνοδος συνήλθε λίγο μετά το τέλος των διωγμών, προκειμένου να αντιμετωπίσει το μείζον πρόβλημα της επανένταξης των πεπτωκότων (lapsi), όσων δηλαδή ενέδωσαν στην ειδωλολατρία υπό την πίεση των βασανιστηρίων. Οι 25 κανόνες που εξέδωσε εκτείνονται όμως και σε ένα ευρύ φάσμα ηθικών και διοικητικών ζητημάτων, παρέχοντας μια πολύτιμη εικόνα της εκκλησιαστικής πρακτικής και ποιμαντικής των πρώτων αιώνων. Χαρακτηρίζονται από μια διακριτική ισορροπία μεταξύ ακριβείας και φιλανθρωπίας, θεσπίζοντας κλιμακωτά επιτίμια που αποβλέπουν στη θεραπεία των ψυχών.

Η μεταχείριση των πεπτωκότων κληρικών (Κανόνες 1-2)

Οι δύο πρώτοι κανόνες εστιάζουν στους πρεσβυτέρους και τους διακόνους που θυσίασαν στα είδωλα και στη συνέχεια επέστρεψαν στην πίστη. Η σύνοδος διακρίνει με διορατικότητα την αληθή μετάνοια από την προσποιητή. Συγκεκριμένα, ο κανόνας Α᾽ ορίζει τα κριτήρια γνησιότητας της επιστροφής:

Πρεσβυτέρους τοὺς ἐπιθύσαντας, εἶτα ἀναπαλαίσαντας, μήτε ἐκ μεθόδου τινός, ἀλλ᾽ ἐξ ἀληθείας, μήτε προκατασκευάσαντας, καὶ ἐπιτηδεύσαντας, καὶ πείσαντας, ἵνα δόξωσι μὲν βασάνοις ὑποβάλλεσθαι, ταύτας δὲ τῷ δοκεῖν καὶ τῷ σχήματι προσαχθῆναι· τούτους ἔδοξε, τῆς μὲν τιμῆς τῆς κατὰ τὴν καθέδραν μετέχειν· προσφέρειν δὲ αὐτούς, ἢ ὁμιλεῖν, ἢ ὅλως λειτουργεῖν τι τῶν ἱερατικῶν λειτουργιῶν, μὴ ἐξεῖναι

Το κείμενο υπογραμμίζει ότι η μετάνοια πρέπει να είναι αυθόρμητη και αληθινή, χωρίς προηγούμενη μεθόδευση ή προσποίηση. Ωστόσο, παρά τη διατήρηση της τιμητικής θέσης (καθέδρας), η απώλεια κάθε λειτουργικής πράξης (προσφέρειν, ομιλείν, λειτουργείν) σηματοδοτεί μια οριστική υπενθύμιση του βάρους της αυτομόλησης. Η σαφής αυτή απαγόρευση αντανακλά τη συλλογική αίσθηση ότι η αποστασία, ακόμη και αν συγχωρείται προσωπικώς, αφήνει ανεξίτηλο ηθικό στίγμα στη δημόσια λειτουργία. Αντίστοιχη είναι η ρύθμιση και για τους διακόνους (Β᾽), με τη διαφορά ότι ο επίσκοπος διατηρεί την ευχέρεια να μετριάσει ή να επαυξήσει το επιτίμιο, λαμβάνοντας υπόψη τον μόχθο και την ταπείνωσή τους. Αυτή η εξουσιοδότηση εισάγει ήδη την αρχή της ποιμαντικής διάκρισης.

Η ποιμαντική διαβάθμιση για τους λαϊκούς (Κανόνες 3-9)

Το μεγαλύτερο μέρος των κανόνων πραγματεύεται την ποικιλία των περιπτώσεων λαϊκών που ενέδωσαν κατά τον διωγμό. Η κεντρική ιδέα είναι ότι ο καταναγκασμός αίρει την ενοχή. Στον κανόνα Γ᾽, περιγράφεται ένα ευρύ φάσμα πιέσεων, από τη σύλληψη έως τη βίαιη ειδωλολατρική πράξη, και ορίζονται οι ενδείξεις της αληθινής χριστιανικής συνείδησης:

Τοὺς φεύγοντας καὶ συλληφθέντας, ἢ ὑπὸ οἰκείων παραδοθέντας, ἢ ἄλλως τὰ ὑπάρχοντα ἀφαιρεθέντας, ἢ ὑπομείναντας βασάνους, ἢ εἰς δεσμωτήριον ἐμβληθέντας, βοῶντάς τε, ὅτι εἰσὶ Χριστιανοί, καὶ περισχισθέντας, ἢ τι εἰς τὰς χεῖρας πρὸς βίαν ἐμβαλλόντων τῶν βιαζομένων, ἢ βρῶμά τι πρὸς ἀνάγκην δεξαμένους, ὁμολογοῦντας δὲ διόλου ὅτι εἰσὶ Χριστιανοί, καὶ τὸ πένθος τοῦ συμβάντος ἀεὶ ἐπιδεικνυμένους τῇ πάσῃ καταστολῇ καὶ τῷ σχήματι, καὶ τῇ τοῦ βίου ταπεινότητί, τούτους, ὡς ἔξω ἁμαρτήματος ὄντας, τῆς κοινωνίας μὴ κωλύεσθαι

Η αναλυτική απαρίθμηση των εξωτερικών δεινών και της διαρκούς εκδήλωσης πένθους («τῇ πάσῃ καταστολῇ καὶ τῷ σχήματι, καὶ τῇ τοῦ βίου ταπεινότητί») αποδεικνύει ότι η σύνοδος αναγνωρίζει τον πάσχοντα ως άνευ αμαρτήματος. Μάλιστα, αν κάποιος τοπικός ποιμένας τον απέκλεισε από υπερβάλλουσα αυστηρότητα ή άγνοια, ο κανόνας διατάσσει την άμεση επανένταξη. Έτσι, προστατεύεται το φρόνημα από τυχόν υπερβολές. Εν συνεχεία, οι κανόνες Δ᾽ και Ε᾽ διακρίνουν αυτούς που συμμετείχαν σε ειδωλόθυτα δείπνα με εορταστική διάθεση από εκείνους που εμφανίστηκαν με πένθιμη ενδυμασία και δάκρυα. Στην πρώτη περίπτωση, το επιτίμιο φτάνει τα έξι έτη, ενώ στη δεύτερη η υπομονή κατά την υποδοχή μπορεί να οδηγήσει στη θεία κοινωνία εντός τριετίας. Σε όλες τις περιπτώσεις, τονίζεται ότι ο προ του πτώματος και μετά από αυτό βίος πρέπει να εξετάζεται, ώστε η φιλανθρωπία να επιμετράται αναλόγως. Ο ΣΤ᾽ κανόνας ρυθμίζει τους εκ φόβου θύσαντες και βραδύνοντες να μετανοήσουν, δίνοντάς τους μια εξαετή ποινή με αφετηρία τη στιγμή της ειλικρινούς στροφής, ενώ ο Ζ᾽ αφορά όσους έφαγαν σε εθνική εορτή με δικά τους φαγητά. Τέλος, ο Η᾽ αφορά τους πολλαπλώς θύσαντες υπό βίαν, τους οποίους εντάσσει σε μια επταετία αποκατάστασης, και ο Θ᾽ επιβάλλει την αυστηρότερη ποινή σε όσους όχι μόνο απέστησαν αλλά και πρωτοστάτησαν σε εξαναγκασμό άλλων:

Ὅσοι δὲ μὴ μόνον ἀπέστησαν, ἀλλὰ καὶ ἐπανέστησαν, καὶ ἠνάγκασαν ἀδελφούς, καὶ αἴτιοι ἐγένοντο τοῦ ἀναγκασθῆναι, οὗτοι ἔτη μὲν τρία, τὸν τῆς ἀκροάσεως δεξάσθωσαν τόπον, ἐν δὲ ἄλλῃ ἑξαετίᾳ τὸν τῆς ὑποπτώσεως· ἄλλον δὲ ἐνιαυτὸν κοινωνησάτωσαν χωρὶς προσφορᾶς, ἵνα τὴν δεκαετίαν πληρώσαντες, τοῦ τελείου μετάσχωσιν

Η δεκαετής αυτή ποινή, που δομείται σε φάσεις ακρόασης, υποπτώσεως και ατελούς κοινωνίας, δείχνει ότι η ενεργητική βλάβη της πίστης των αδελφών θεωρείται ιδιαίτερα σοβαρό παράπτωμα. Και εδώ επισημαίνεται η ανάγκη να επιτηρείται ο βίος του μετανοούντος.

Ζητήματα εκκλησιαστικής διοίκησης και ιερατικής πειθαρχίας (Κανόνες 10-15, 18)

Ένα δεύτερο σύμπλεγμα κανόνων εστιάζει στην οργάνωση της ιερατικής ζωής. Ο Ι᾽ κανόνας διευκρινίζει ότι οι διάκονοι που κατά την εγκατάστασή τους εξέφρασαν ρητά την πρόθεσή τους να νυμφευθούν, επιτρέπεται να το πράξουν χωρίς να στερηθούν την υπηρεσία τους, ενώ σε αντίθετη περίπτωση καθαιρούνται. Ακολούθως, ο ΙΑ᾽ αναφέρεται σε μνηστευθείσες κόρες που απήχθησαν, διατάσσοντας την απόδοσή τους στους προηγούμενους μνηστήρες. Ο ΙΒ᾽ ξεκαθαρίζει ότι η προ του βαπτίσματος ειδωλολατρική θυσία δεν αποτελεί κώλυμα για την εισδοχή στον κλήρο, αφού το βάπτισμα έχει εξαγνιστικό χαρακτήρα. Σημαντική είναι η απαγόρευση του ΙΓ᾽ κανόνα προς τους χωρεπισκόπους να χειροτονούν χωρίς την έγγραφη άδεια του επισκόπου, διασφαλίζοντας την ιεραρχική τάξη. Στο ίδιο πνεύμα, ο ΙΔ᾽ υποχρεώνει τους κληρικούς που απέχουν από το κρέας είτε να εγκαταλείψουν την αποχή, εφόσον τρώνε λαχανικά μαγειρεμένα με κρέας, είτε να καθαιρεθούν, υποδεικνύοντας ότι η προσωπική εγκράτεια δεν πρέπει να δημιουργεί σκάνδαλο. Ο ΙΕ᾽ κανόνας ρυθμίζει την πώληση εκκλησιαστικής περιουσίας από πρεσβυτέρους κατά την απουσία επισκόπου, ορίζοντας ότι η ιδιοκτησία ανακαλείται και ο επίσκοπος κρίνει αν πρέπει να αποδοθεί το τίμημα. Τέλος, ο ΙΗ᾽ αντιμετωπίζει τους επισκόπους που, μη γενόμενοι δεκτοί από την παροικία της εκλογής τους, εισβάλλουν σε άλλες επισκοπές, υποδαυλίζοντας στάσεις. Προβλέπεται η επάνοδός τους στο πρεσβυτέριο ή η πλήρης απομάκρυνσή τους αν συνεχίσουν τη διασπαστική δράση.

Σοβαρές ηθικές παραβάσεις: γενετήσια αμαρτήματα, φόνος και μαγεία (Κανόνες 16-25)

Το τελευταίο τμήμα των κανόνων ασχολείται με ιδιαίτερα βαρέα πλημμελήματα, χαράσσοντας σαφείς διαδρομές πνευματικής αποκατάστασης. Η κτηνοβασία (ΙΣΤ᾽) αντιμετωπίζεται με κλιμακούμενα επιτίμια βάσει της ηλικίας και της οικογενειακής κατάστασης: οι νεότεροι των είκοσι ετών υποπίπτουν 15 έτη και κατόπιν πέντε έτη ατελούς κοινωνίας· οι έγγαμοι υπερβαίνοντες την ηλικία αυτή, 25 έτη· ενώ οι υπερήλικες μπορεί να γίνουν δεκτοί κατά την ώρα του θανάτου. Η λέπρα (ΙΖ᾽) θεωρείται πιθανή συνέπεια της αμαρτίας και οδηγεί σε αποκλεισμό από την εκκλησιαστική σύναξη, αν και επιτρέπεται η προσευχή υπέρ αυτών. Ο ΙΘ᾽ εξομοιώνει την παραβίαση του όρκου παρθενίας με διγαμία, ενώ ο Κ᾽ καθορίζει επταετή ποινή για τη μοιχεία. Ιδιαίτερο ποιμαντικό ενδιαφέρον παρουσιάζει ο ΚΑ᾽ κανόνας για τις εκπόρνευτες γυναίκες που προβαίνουν σε αμβλώσεις:

Περὶ τῶν γυναικῶν τῶν ἐκπορνευουσῶν καὶ ἀναιρουσῶν τὰ γεννώμενα, καὶ σπουδαζουσῶν φθόρια ποιεῖν, ὁ μὲν πρότερος ὅρος μέχρις ἐξόδου ἐκώλυσε, καὶ τούτῳ συντίθενται. Φιλανθρωπότερον δέ τι εὑρόντες, ὡρίσαμεν δεκαετῆ χρόνον, κατὰ τοὺς βαθμοὺς τοὺς ὡρισμένους πληρῶσαι

Ενώ ο προηγούμενος κανόνας απαγόρευε την κοινωνία μέχρι το τέλος του βίου, η σύνοδος υιοθετεί μια φιλανθρωπότερη στάση, ορίζοντας δεκαετές επιτίμιο. Η μείωση αυτή καταδεικνύει την πίστη ότι η Εκκλησία δεν εγκαταλείπει ούτε τα βαρύτερα πρόσωπα και ότι ακόμη και η φρίκη της βρεφοκτονίας μπορεί να βρει δρόμο θεραπείας. Οι κανόνες ΚΒ᾽ και ΚΓ᾽ διαφοροποιούν την εκούσια από την ακούσια ανθρωποκτονία: στην πρώτη, το τέλειο (η θεία κοινωνία) παρέχεται μόνο στο τέλος του βίου· στη δεύτερη, πρόκειται για επταετή ή πενταετή ποινή. Ο ΚΔ᾽ επιπλήττει τις μαντικές τέχνες και τις μαγγανείες, επιβάλλοντας πενταετή αποκλεισμό με τρία έτη υποπτώσεως και δύο προσευχής άνευ προσφοράς. Τέλος, ο ΚΕ᾽ αναφέρεται σε μια σύνθετη υπόθεση διαφθοράς αδελφής μνηστής και αυτοκτονίας, όπου οι συνεργοί στη γνώση του αμαρτήματος υποχρεούνται σε δεκαετή ποινή.

Οι Ιεροί Κανόνες της Αγκύρας αποτελούν ένα κορυφαίο ποιμαντικό κείμενο που συνδυάζει τη δογματική ακρίβεια με την βαθιά κατανόηση της ανθρώπινης αδυναμίας. Αντικρίζοντας με ρεαλισμό τις πληγές του διωγμού και της καθημερινής αμαρτίας, η σύνοδος εγκαθιδρύει μια δυναμική ποιμαντική που δεν εξαντλείται σε νομικισμό, αλλά προσφέρει κλιμακωτές οδούς λύτρωσης. Η αρχή της εξέτασης του προσωπικού βίου και η αναγνώριση της ευθύνης των ποιμένων να επιμετρούν τη φιλανθρωπία καθιστούν τους κανόνες αυτούς διαχρονικό πρότυπο πνευματικής πατρότητας και οδηγό για την ενότητα του σώματος της Εκκλησίας.

Ἡ ἀνωτέρω περίληψη καὶ ἀνάλυση συνετάχθησαν ἐπικουρικῶς μὲ χρήση τεχνητῆς νοημοσύνης (μοντέλο DeepSeek V4 Pro (deepseek-v4-pro), μέσῳ DeepSeek API)· τὸ κατωτέρω πρωτότυπον κείμενον παραμένει ἀναλλοίωτο (PG 48, δημόσιος τομέας). Ἔγινε ἀνθρώπινος ἔλεγχος, ὡστόσο ἀπαιτεῖται προσοχὴ γιὰ τυχὸν λάθη ἢ παρερμηνεῖες.

↓ Μετάβαση στὸ πρωτότυπον κείμενον

Οἱ Ἱεροὶ Κανόνες — τὸ πρωτότυπον κείμενον (ἀρχαία καὶ βυζαντινὴ ἑλληνική), ἐκ τῆς ψηφιακῆς συλλογῆς κανονικῶν κειμένων τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν (users.uoa.gr/~nektar). Public domain.

Κανὼν Α´

Πρεσβυτέρους τοὺς ἐπιθύσαντας, εἶτα ἀναπαλαίσαντας, μήτε ἐκ μεθόδου τινός, ἀλλ᾽ ἐξ ἀληθείας, μήτε προκατασκευάσαντας, καὶ ἐπιτηδεύσαντας, καὶ πείσαντας, ἵνα δόξωσι μὲν βασάνοις ὑποβάλλεσθαι, ταύτας δὲ τῷ δοκεῖν καὶ τῷ σχήματι προσαχθῆναι· τούτους ἔδοξε, τῆς μὲν τιμῆς τῆς κατὰ τὴν καθέδραν μετέχειν· προσφέρειν δὲ αὐτούς, ἢ ὁμιλεῖν, ἢ ὅλως λειτουργεῖν τι τῶν ἱερατικῶν λειτουργιῶν, μὴ ἐξεῖναι.

Κανὼν Β´

Διακόνους ὁμοίως θύσαντας, μετὰ δὲ ταῦτα ἀναπαλαίσαντας, τὴν μὲν ἄλλην τιμὴν ἔχειν, πεπαῦσθαι δὲ αὐτοὺς πάσης τῆς ἱερᾶς λειτουργίας, τῆς τε τοῦ ἄρτον ἢ ποτήριον ἀναφέρειν, ἢ κηρύσσειν. Εἰ μέντοι τινές τῶν ἐπισκόπων τούτοις συνίδοιεν κάματόν τινα, ἢ ταπείνωσιν πρᾳότητος, καὶ ἐθέλοιεν πλέον τι διδόναι, ἢ ἀφαιρεῖν, ἐπ᾽ αὐτοῖς εἶναι τὴν ἐξουσίαν.

Κανὼν Γ´

Τοὺς φεύγοντας καὶ συλληφθέντας, ἢ ὑπὸ οἰκείων παραδοθέντας, ἢ ἄλλως τὰ ὑπάρχοντα ἀφαιρεθέντας, ἢ ὑπομείναντας βασάνους, ἢ εἰς δεσμωτήριον ἐμβληθέντας, βοῶντάς τε, ὅτι εἰσὶ Χριστιανοί, καὶ περισχισθέντας, ἢ τι εἰς τὰς χεῖρας πρὸς βίαν ἐμβαλλόντων τῶν βιαζομένων, ἢ βρῶμά τι πρὸς ἀνάγκην δεξαμένους, ὁμολογοῦντας δὲ διόλου ὅτι εἰσὶ Χριστιανοί, καὶ τὸ πένθος τοῦ συμβάντος ἀεὶ ἐπιδεικνυμένους τῇ πάσῃ καταστολῇ καὶ τῷ σχήματι, καὶ τῇ τοῦ βίου ταπεινότητί, τούτους, ὡς ἔξω ἁμαρτήματος ὄντας, τῆς κοινωνίας μὴ κωλύεσθαι· εἰ δὲ καὶ ἐκωλύθησαν ὑπό τινος, περισσοτέρας ἀκριβείας ἕνεκεν, ἢ καί τινων ἀγνοίᾳ, εὐθὺς προσδεχθῆναι. Τοῦτο δὲ ὁμοίως ἐπί τε τῶν ἐκ τοῦ κλήρου καὶ τῶν ἄλλων λαϊκῶν. Προσεξητάσθη δὲ κἀκεῖνο, εἰ δύνανται καὶ λαϊκοί, τῇ αὐτῇ ἀνάγκῃ ὑποπεσόντες, προάγεσθαι εἰς τάξιν· ἔδοξεν οὖν καὶ τούτους, ὡς μηδὲν ἡμαρτηκότας, εἰ καὶ ἡ προλαβοῦσα εὑρίσκοιτο ὀρθὴ τοῦ βίου πολιτεία, προχειρίζεσθαι.

Κανὼν Δ´

Περὶ τῶν πρὸς βίαν θυσάντων, ἐπὶ δὲ τούτοις καὶ τῶν δειπνησάντων εἰς τὰ εἴδωλα, ὅσοι μὲν ἀπαγόμενοι, καὶ σχήματι φαιδροτέρῳ ἀνῆλθον, καὶ ἐσθῆτι ἐχρήσαντο πολυτελεστέρα, καὶ μετέσχον τοῦ παρασκευασθέντος δείπνου ἀδιαφόρως, ἔδοξεν, ἐνιαυτὸν ἀκροᾶσθαι, ὑποπεσεῖν δὲ τρία ἔτη, εὐχῆς δὲ μόνης κοινωνῆσαι ἔτη δύο, καὶ τότε ἐλθεῖν ἐπὶ τὸ τέλειον.

Κανὼν Ε´

Ὅσοι δὲ ἀνῆλθον μετὰ ἐσθῆτος πενθικῆς, καὶ ἀναπεσόντες ἔφαγον, μεταξύ δι᾽ ὅλης τῆς ἀνακλίσεως δακρύοντες, εἰ ἐπλήρωσαν τὸν τῆς ὑποπτώσεως τριετῆ χρόνον, χωρὶς προσφορᾶς δεχθήτωσαν· εἰ δὲ μὴ ἔφαγον, δύο ὑποπεσόντες ἔτη, τῷ τρίτῳ κοινωνησάτωσαν ἔτει χωρὶς προσφορᾶς, ἵνα τὸ τέλειον τῇ τετραετίᾳ λάβωσι. Τοὺς δὲ ἐπισκόπους ἐξουσίαν ἔχειν τὸν τρόπον τῆς ἐπιστροφῆς δοκιμάσαντας, φιλανθρωπεύεσθαι, ἢ πλείονα προστιθέναι χρόνον. Πρὸ πάντων δέ, καὶ ὁ προάγων βίος, καὶ ὁ μετὰ ταῦτα, ἐξεταζέσθω, καὶ οὕτως ἡ φιλανθρωπία ἐπιμετρείσθω.

Κανὼν ΣΤ´

Περὶ τῶν ἀπειλῇ μόνον εἰξάντων κολάσεων, καὶ ἀφαιρέσεως ὑπαρχόντων, ἢ μετοικίας, καὶ θυσάντων, καὶ μέχρι τοῦ παρόντος καιροῦ μὴ μετανοησάντων, μηδὲ ἐπιστρεψάντων, νῦν δὲ παρὰ τὸν καιρὸν τῆς συνόδου προσελθόντων, καὶ εἰς διάνοιαν τῆς ἐπιστροφῆς γενομένων, ἔδοξε μέχρι τῆς μεγάλης ἡμέρας εἰς ἀκρόασιν δεχθῆναι, καὶ μετὰ τὴν μεγάλην ἡμέραν ὑποπεσεῖν τρία ἔτη, καὶ μετὰ ἄλλα δύο ἔτη κοινωνῆσαι, χωρὶς προσφορᾶς, καὶ οὕτως ἐλθεῖν ἐπὶ τὸ τέλειον, ὥστε τὴν πᾶσαν ἑξαετίαν πληρῶσαι. Εἰ δέ τινες πρὸ τῆς συνόδου ταύτης ἐδέχθησαν εἰς μετάνοιαν, ἀπ᾽ ἐκείνου τοῦ χρόνου λελογίσθαι αὐτοῖς τὴν ἀρχὴν τῆς ἑξαετίας. Εἰ μέν τοι κίνδυνος καὶ θανάτου προσδοκία ἐκ νόσου, ἢ ἄλλης τινὸς προφάσεως συμβαίη, τούτους ἐπὶ ὅρῳ δεχθῆναι.

Κανὼν Ζ´

Περὶ τῶν συνεστιαθέντων ἐν ἐθνικῇ ἑορτῇ, ἐν τόπῳ ἀφωρισμένῳ τοῖς ἐθνικοῖς, ἴδια βρώματα ἐπικομισαμένων, καὶ φαγόντων, ἔδοξε διετίαν ὑποπεσόντας δεχθῆναι· τὸ δέ, εἰ χρὴ μετὰ τῆς προσφορᾶς ἕκαστον, τῶν ἐπισκόπων ἐστὶ δοκιμάσαι, καὶ τὸν ἄλλον βίον ἐφ᾽ ἑκάστου ἐξετάσαι.

Κανὼν Η´

Οἱ δὲ δεύτερον καὶ τρίτον θύσαντες μετὰ βίας, τετρατίαν ὑποπεσέτωσαν, δύο δὲ ἔτη χωρὶς προσφορᾶς κοινωνησάτωσαν, καὶ τῷ ἑβδόμῳ τελείως δεχθήτωσαν.

Κανὼν Θ´

Ὅσοι δὲ μὴ μόνον ἀπέστησαν, ἀλλὰ καὶ ἐπανέστησαν, καὶ ἠνάγκασαν ἀδελφούς, καὶ αἴτιοι ἐγένοντο τοῦ ἀναγκασθῆναι, οὗτοι ἔτη μὲν τρία, τὸν τῆς ἀκροάσεως δεξάσθωσαν τόπον, ἐν δὲ ἄλλῃ ἑξαετίᾳ τὸν τῆς ὑποπτώσεως· ἄλλον δὲ ἐνιαυτὸν κοινωνησάτωσαν χωρὶς προσφορᾶς, ἵνα τὴν δεκαετίαν πληρώσαντες, τοῦ τελείου μετάσχωσιν· ἐν μέν τοι τούτῳ τῷ χρόνῳ, καὶ τὸν ἄλλον αὐτῶν ἐπιτηρεῖσθαι βίον.

Κανὼν Ι´

Διάκονοι, ὅσοι καθίστανται, παρ᾽ αὐτὴν τὴν κατάστασιν εἰ ἐμαρτύραντο καὶ ἔφασαν χρῆναι γαμῆσαι, μὴ δυνάμενοι οὕτω μένειν, οὗτοι μετὰ ταῦτα γαμήσαντες, ἔστωσαν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, διὰ τὸ ἐπιτραπῆναι αὐτοῖς ὑπὸ τοῦ ἐπισκόπου. Τοῦτο δέ, εἴ τινες σιωπήσαντες, καὶ καταδεξάμενοι ἐν τῇ χειροτονίᾳ μένειν οὕτω, μετὰ ταῦτα ἦλθον ἐπὶ γάμον, πεπαῦσθαι αὐτοὺς τῆς διακονίας.

Κανὼν ΙΑ´

Τὰς μνηστευθείσας κόρας, καὶ μετὰ ταῦτα ὑπὸ ἄλλων ἁρπαγείσας, ἔδοξεν ἀποδίδοσθαι τοῖς προμνηστευσαμένοις, εἰ καὶ βίαν ὑπ᾽ αὐτῶν πάθοιεν.

Κανὼν ΙΒ´

Τοὺς πρὸ τοῦ βαπτίσματος τεθυκότας, καὶ μετὰ ταῦτα βαπτισθέντας, ἔδοξεν εἰς τάξιν προάγεσθαι, ὡς ἀπολουσαμένους.

Κανὼν ΙΓ´

Χωρεπισκόποις μὴ ἐξεῖναι πρεσβυτέρους ἢ διακόνους χειροτονεῖν, ἀλλὰ μὴν μηδὲ πρεσβυτέρους πόλεως, χωρὶς τοῦ ἐπιτραπῆναι ὑπὸ τοῦ ἐπισκόπου μετὰ γραμμάτων, ἐν ἑτέρᾳ παροικίᾳ.

Κανὼν ΙΔ´

Τοὺς ἐν κλήρῳ πρεσβυτέρους ἢ διακόνους ὄντας, ἀπεχομένους κρεῶν, ἔδοξεν ἐφάπτεσθαι, καὶ οὕτως, εἰ βούλοιντο, κρατεῖν ἑαυτῶν· εἰ δὲ μὴ βούλοιντο, ὡς μηδὲ τὰ μετὰ κρεῶν βαλλόμενα λάχανα ἐσθίειν, καὶ εἰ μὴ ὑπείκοιεν τῷ κανόνι, πεπαῦσθαι αὐτοὺς τῆς τάξεως.

Κανὼν ΙΕ´

Περὶ τῶν διαφερόντων τῷ Κυριακῷ, ὅσα ἐπισκόπου μὴ ὄντος πρεσβύτεροι ἐπώλησαν, ἀνακαλεῖσθαι τὸ Κυριακόν. Ἐν δὲ τῇ κρίσει τοῦ ἐπισκόπου εἶναι, εἴπερ προσήκει ἀπολαβεῖν τὴν τιμήν, εἴτε καὶ μή, διὰ τὸ πολλάκις τὴν πρόσοδον τῶν πεπραγμένων ἀποδεδωκέναι αὐτοῖς τούτοις πλείονα τὴν τιμήν.

Κανὼν ΙΣΤ´

Περὶ τῶν ἀλογευσαμένων, ἢ καὶ ἀλογευομένων, ὅσοι πρὶν εἰκοσαετεῖς γενέσθαι, ἥμαρτον, πέντε καὶ δέκα ἔτεσιν ὑποπεσόντες, κοινωνίας τυγχανέτωσαν τῆς εἰς τὰς προσευχάς· εἶτα ἐν τῇ κοινωνίᾳ διατελέσαντες ἔτη πέντε, τότε καὶ τῆς προσφορᾶς ἐφαπτέσθωσαν. Ἐξεταζέσθω δὲ αὐτῶν καὶ ὁ ἐν τῇ ὑποπτώσει βίος, καὶ οὕτω τυγχανέτωσαν τῆς φιλανθρωπίας. Εἰ δέ τινες κατακόρως ἐν τοῖς ἁμαρτήμασι γεγόνασι, τὴν μακρὰν ἐχέτωσαν ὑπόπτωσιν. Ὅσοι δὲ ὑπερβάντες τὴν ἡλικίαν ταύτην, καὶ γυναίκας ἔχοντες περιπεπτώκασι τῷ ἁμαρτήματι, πέντε καὶ εἴκοσιν ἔτεσιν ὑποπεσόντες, κοινωνίας τυγχανέτωσαν τῆς εἰς τὰς προοευχάς· εἶτα ἐκτελέσαντες πέντε ἔτη ἐν τῇ κοινωνίᾳ τῶν εὐχῶν, τυγχανέτωσαν τῆς προσφορᾶς. Εἰ δέ τινες καὶ γυναῖκας ἔχοντες, καὶ ὑπερβάντες τὸν πεντηκονταετῆ χρόνον ἥμαρτον, ἐπὶ τῇ ἐξόδῳ τοῦ βίου τυγχανέτωσαν τῆς κοινωνίας.

Κανὼν ΙΖ´

Τοὺς ἀλογευσαμένους καὶ λεπροὺς ὄντας, ἤτοι λεπρώσαντας, τούτους προσέταξεν ἡ ἁγία σύνοδος, εἰς τοὺς χειμαζομένους εὔχεσθαι.

Κανὼν ΙΗ´

Εἴ τινες ἐπίσκοποι κατασταθέντες, καὶ μὴ δεχθέντες ὑπὸ τῆς παροικίας ἐκείνης, εἰς ἣν ὠνομάσθησαν, ἑτέραις βούλοιντο παροικίαις ἐπιέναι, καὶ βιάζεσθαι τοὺς καθεστῶτας, καὶ στάσεις κινεῖν κατ᾽ αὐτῶν, τούτους ἀφορίζεσθαι. Ἐὰν μέν τοι βούλοιντο εἰς τὸ πρεσβυτέριον καθέζεσθαι, ἔνθα ἦσαν πρότερον πρεσβύτεροι, μὴ ἀποβάλλεσθαι αὐτοὺς τῆς τιμῆς· ἐὰν δὲ διαστασιάζωσι πρὸς τοὺς καθεστῶτας ἐκεῖ ἐπισκόπους, ἀφαιρεῖσθαι αὐτοὺς καὶ τὴν τιμὴν τοῦ πρεσβυτερίου, καὶ γίνεσθαι αὐτοὺς ἐκκηρύκτους.

Κανὼν ΙΘ´

Ὅσοι παρθενίαν ἐπαγγελλόμενοι, ἀθετοῦσι τὴν ἐπαγγελίαν, τὸν τῶν διγάμων ὅρον ἐκπληρούτωσαν. Τὰς μέντοι συνερχομένας παρθένους τισὶν ὡς ἀδελφὰς ἐκωλύσαμεν.

Κανὼν Κ´

Ἐάν τινος γυνὴ μοιχευθῇ, ἢ μοιχεύσῃ τις, ἐν ἑπτὰ ἕτεσι δεῖ αὐτὸν τοῦ τελείου τυχεῖν, κατὰ τοὺς βαθμοὺς τοὺς προάγοντας.

Κανὼν ΚΑ´

Περὶ τῶν γυναικῶν τῶν ἐκπορνευουσῶν καὶ ἀναιρουσῶν τὰ γεννώμενα, καὶ σπουδαζουσῶν φθόρια ποιεῖν, ὁ μὲν πρότερος ὅρος μέχρις ἐξόδου ἐκώλυσε, καὶ τούτῳ συντίθενται. Φιλανθρωπότερον δέ τι εὑρόντες, ὡρίσαμεν δεκαετῆ χρόνον, κατὰ τοὺς βαθμοὺς τοὺς ὡρισμένους πληρῶσαι.

Κανὼν ΚΒ´

Περὶ ἑκουσίων φόνων, ὑποπιπτέτωσαν μέν, τοῦ δὲ τελείου ἐν τῷ τέλει τοῦ βίου καταξιούσθωσαν.

Κανὼν ΚΓ´

Ἐπὶ ἀκουσίων φόνων, ὁ μὲν πρότερος ὅρος ἐν ἑπταετίᾳ κελεύει τοῦ τελείου μετασχεῖν κατὰ τοὺς ὡρισμένους βαθμούς· ὁ δὲ δεύτερος, τὸν πενταετῆ χρόνον πληρῶσαι.

Κανὼν ΚΔ´

Οἱ καταμαντευόμενοι, καὶ ταῖς συνηθείαις τῶν ἐθνῶν ἐξακολουθοῦντες, ἢ εἰσάγοντές τινας εἰς τοὺς ἑαυτῶν οἴκους ἐπὶ ἀνευρέσει φαρμακειῶν, ἢ καὶ καθάρσει, ὑπὸ τὸν κανόνα πιπτέτωσαν τῆς πενταετίας, κατὰ τοὺς βαθμοὺς τοὺς ὡρισμένους, τρία ἔτη ὑποπτώσεως, καὶ δυὸ ἔτη εὐχῆς, χωρὶς προσφορᾶς.

Κανὼν ΚΕ´

Μνηστευσάμενός τις κόρην, προσεφθάρη τῇ ἀδελφῇ αὐτῆς, ὡς καὶ ἐπιφορέσαι αὐτὴν· ἔγημε δὲ τὴν μνηστὴν μετὰ ταῦτα, ἡ δὲ φθαρεῖσα ἀπήγξατο· οἱ συνειδότες ἐκελεύσθησαν ἐν δεκαετίᾳ δεχθῆναι εἰς τοὺς συνεστῶτας κατὰ τοὺς ὡρισμένους βαθμούς.