Ὅσιος Γεώργιος Καρσλίδης ὁ ἐν Δράμᾳ
Βίος
Ὁ Ὅσιος Γεώργιος γεννήθηκε τὸ 1901 στὸ χωριὸ Χαντὶκ τῆς Τσάλκας, στὴ Γεωργία, ἀπὸ εὐσεβεῖς γονεῖς Ἕλληνες πρόσφυγες ποὺ κατάγονταν ἀπὸ τὴν Ἀργυρούπολη τοῦ Πόντου. Ἔμεινε ὀρφανὸς ἀπὸ πολὺ μικρός, ὅταν οἱ γονεῖς του ἐκοιμήθησαν τὴν ἴδια ἡμέρα. Ἀπὸ ἐννέα ἐτῶν στράφηκε στὴ μοναχικὴ ζωή, καὶ σὲ ἡλικία δεκαοκτὼ ἐτῶν, τὸ 1919, ἔλαβε τὸ μοναχικὸ σχῆμα, λίγο δὲ ἀργότερα χειροτονήθηκε διάκονος.
Τὰ χρόνια ἐκεῖνα συνέπεσαν μὲ τοὺς σκληροὺς διωγμοὺς τοῦ Στάλιν κατὰ τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ νεαρὸς ἱεροδιάκονος ὑπέμεινε φυλακίσεις, ἐξευτελισμοὺς καὶ βασανιστήρια γιὰ τὴν πίστη του· καταδικάστηκε σὲ θάνατο καὶ ἐκτελέστηκε διὰ τυφεκισμοῦ, ἀλλὰ θαυματουργικὰ ἐπέζησε. Τὸ 1925 χειροτονήθηκε πρεσβύτερος καὶ συνέχισε τὸ ἱερατικό του ἔργο μέσα στὶς ἀντίξοες συνθῆκες τῆς ἀθεϊστικῆς ἐξουσίας.
Τὸ 1929 ἐγκαταστάθηκε στὸ χωριὸ Σίψα (Ταξιάρχες) τῆς Δράμας, ὅπου ἔζησε τὰ τελευταῖα τριάντα χρόνια τῆς ζωῆς του ὡς πνευματικὸς πατέρας καὶ παρηγορητὴς τῶν προσφύγων τῆς περιοχῆς. Καὶ ἐκεῖ δοκιμάστηκε: κατὰ τὴ βουλγαρικὴ κατοχὴ τῆς Δράμας, τὸ 1941, ὁδηγήθηκε ξανὰ μπροστὰ στὸν θάνατο, ἀλλὰ διασώθηκε. Διατήρησε ἀκέραιη τὴν ἀγάπη γιὰ τὴ γεωργιανὴ πατρίδα του· λειτουργοῦσε συχνὰ στὴ γεωργιανὴ γλώσσα καὶ ζήτησε νὰ ταφεῖ μαζὶ μὲ τὰ γεωργιανὰ ἐκκλησιαστικά του βιβλία.
Ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ στὶς 4 Νοεμβρίου 1959, στὴ Σίψα. Ἕνδεκα χρόνια ἀργότερα, τὸ 1970, ἱδρύθηκε ἐκεῖ ἀπὸ ἀδελφότητα μοναζουσῶν, ὑπὸ τὴν ἡγουμένη Ἀκυλίνα, ἡ Ἱερὰ Μονὴ Ἀναλήψεως τοῦ Σωτῆρος, ὅπου φυλάσσονται καὶ τὰ ἱερά του λείψανα. Ἁγιοκατατάχθηκε ἐπίσημα ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο τὸ 2008· ἡ μνήμη του ἑορτάζεται στὶς 4 Νοεμβρίου.