Κεφάλαιον Β΄
Περίληψη
Το δεύτερο κεφάλαιο του έργου του Μεγάλου Βασιλείου «Πρὸς τοὺς νέους, ὅπως ἂν ἐξ ἑλληνικῶν ὠφελοῖντο λόγων» αναπτύσσει με συστηματικό τρόπο την πατερική αντίληψη για τη σχέση χριστιανικής πίστης και κλασικής παιδείας. Ο Καππαδόκης ιεράρχης, απευθυνόμενος σε νεαρούς μαθητές που παρακολουθούν μαθήματα σε δασκάλους, δεν περιορίζεται σε μια τυπική προτροπή, αλλά προχωρά σε βαθιά θεολογική και παιδαγωγική ανάλυση. Ξεκινά με μια προσωπική δήλωση που τραβά την προσοχή: ακόμη κι αν οι νέοι παρακολουθούν καθημερινά μαθήματα με έμπειρους δασκάλους, ο ίδιος φέρνει κάτι ακόμα ωφελιμότερο – την τέχνη της διάκρισης. Σκοπός του δεν είναι να απορρίψει την αρχαία γραμματεία, αλλά να θέσει κριτήρια για την ορθή αξιοποίησή της.
1. Η σχετικότητα των εγκοσμίων αγαθών Ο Βασίλειος θεμελιώνει τη διδασκαλία του στη χριστιανική εσχατολογική προοπτική. Διακηρύσσει ότι η παρούσα ζωή δεν έχει απόλυτη αξία· τίποτε από όσα μας προσφέρει δεν είναι εντελώς καλό, αφού όλα περιορίζονται σε δεδομένα που τελειώνουν μαζί της. Σε μια εντυπωσιακή απαρίθμηση απορρίπτει την ευγενή καταγωγή, τη σωματική ρώμη, το κάλλος, το ανάστημα, τις ανθρώπινες τιμές, ακόμη και την ίδια τη βασιλική εξουσία, κρίνοντάς τα ανάξια ακόμη και προσευχής.
Ἡμεῖς, ὦ παῖδες, οὐδὲν εἶναι χρῆμα παντάπασι τὸν ἀνθρώπινον βίον τοῦτον ὑπολαμβάνομεν, οὔτ’ ἀγαθόν τι νομίζομεν ὅλως, οὔτ’ ὀνομάζομεν, ὃ τὴν συντέλειαν ἡμῖν ἄχρι τούτου παρέχεται Αυτό σημαίνει ότι το βλέμμα του πιστού είναι στραμμένο πέρα από τα φαινόμενα, στην «ετέρου βίου παρασκευή». Αυτή η ριζική αναθεώρηση της ανθρώπινης κλίμακας αξιών αποτελεί το θεμέλιο όλης της συμβουλής του. Τα ανθρώπινα αγαθά, όσο λαμπρά κι αν φαίνονται, δεν είναι παρά σκιά μπροστά στο μεγαλείο των επουρανίων, όπως ψυχή και σώμα διαφέρουν στην αξία. Η σύγκριση με το όνειρο και τη σκιά υπογραμμίζει την απόσταση ανάμεσα στα γήινα και τα αληθινά αγαθά.
2. Η προπαρασκευαστική χρήση της θύραθεν σοφίας Μολονότι οι Άγιες Γραφές οδηγούν στην αλήθεια, η νεανική ηλικία δεν είναι πάντα έτοιμη να κατανοήσει το βάθος τους. Εδώ ο Βασίλειος εισάγει μια καίρια παιδαγωγική αρχή: η εξωτερική γνώση μπορεί να λειτουργήσει ως προγύμνασμα.
τὸν αὐτὸν δὴ καὶ ἡμεῖς τρόπον, εἰ μέλλοι ἀνέκπλυτος ἡμῖν ἁπαντα τὸν χρόνον ἡ τοῦ καλοῦ παραμένειν δόξα, τοῖς ἔξω δὴ τούτοις προτελεσθέντες, τηνικαῦτα τῶν ἱερῶν καὶ ἀποῤῥήτων ἐπακουσόμεθα παιδευμάτων Όπως οι βαφείς προετοιμάζουν το ύφασμα με κατάλληλες επεξεργασίες ώστε το χρώμα να παραμείνει ανεξίτηλο, έτσι και η ψυχή πρέπει να προετοιμαστεί με την θύραθεν σοφία πριν προσεγγίσει τις θείες διδασκαλίες. Επιπλέον, η εικόνα του ήλιου που παρατηρείται πρώτα στην αντανάκλαση του νερού και μετά απευθείας, δείχνει την παιδαγωγική σκοπιμότητα της βαθμιαίας έκθεσης στην αλήθεια. Η θύραθεν παιδεία δεν υποκαθιστά την πίστη, αλλά λειαίνει το έδαφος, ασκώντας το «της ψυχής όμμα» ώστε να αντέξει το υπέρλαμπρο φως της θείας γνώσης. Ακόμα κι αν υπάρχει διαφορά ποιότητος, η σύγκριση των δύο λόγων βοηθά να εκτιμηθεί το κρείττον.
3. Η αναλογία του φυτού: καρπός και φύλλα Για να αποφύγει παρεξηγήσεις, ο Βασίλειος προσφέρει μια γλαφυρή εικόνα που εξισορροπεί την προηγούμενη επιχειρηματολογία.
ψυχῇ προηγουμένως μὲν καρπὸς ἡ ἀλήθεια, οὐκ ἄχαρί γε μὴν οὐδὲ τὴν θύραθεν σοφίαν περιβεβλῆσθαι, οἷόν τινα φύλλα σκέπην τε τῷ καρπῷ καὶ ὄψιν οὐκ ἄωρον παρεχόμενα Όπως στο φυτό ο καρπός αποτελεί τον κύριο σκοπό, αλλά και τα φύλλα προσδίδουν κόσμο και προστασία, έτσι στην ψυχή η αλήθεια είναι ο καρπός, ενώ η κοσμική σοφία τα φύλλα που την περιβάλλουν – όχι άχρηστα, αλλά συμπληρωματικά. Η τοποθέτηση αυτή διασώζει την αξία της κλασικής παιδείας χωρίς να κινδυνεύει να την εκλάβει κανείς ως αυτοσκοπό. Η θύραθεν σοφία είναι σεμνή συνοδός της αλήθειας, όχι ανταγωνίστρια.
4. Βιβλικές προτυπώσεις: Μωυσής και Δανιήλ Για να ενισχύσει την άποψή του, ο ιεράρχης επικαλείται παραδείγματα από την Παλαιά Διαθήκη.
Λέγεται τοίνυν καὶ Μωϋσῆς ἐκεῖνος ὁ πάνυ, οὗ μέγιστόν ἐστιν ἐπὶ σοφίᾳ παρὰ πᾶσιν ἀνθρώποις ὄνομα, τοῖς Αἰγυπτίων μαθήμασιν ἐγγυμνασάμενος τὴν διάνοιαν, οὕτω προσελθεῖν τῇ θεωρίᾳ τοῦ ὄντος Αναφέρει ότι ο περιβόητος Μωυσής, πριν φτάσει στη θεωρία του Θείου, γυμνάστηκε στα μαθήματα των Αιγυπτίων. Παρόμοια, ο σοφός Δανιήλ στη Βαβυλώνα έμαθε τη σοφία των Χαλδαίων προτού αγγίξει τα θεία παιδεύματα. Οι δύο αυτές μορφές λειτουργούν ως εγγύηση ότι η ενασχόληση με την ανθρώπινη γνώση, όταν γίνεται με διάκριση, μπορεί να είναι θεάρεστη προετοιμασία για ανώτερες πνευματικές εμπειρίες. Δεν πρόκειται για συγκατάβαση στην ειδωλολατρική σκέψη, αλλά για άσκηση του νου που θα αποδώσει καρπούς στην αναζήτηση του αληθινού Θεού.
5. Πρακτική εφαρμογή: η ανάγνωση των ποιητών Το τελευταίο τμήμα του κεφαλαίου στρέφεται σε συγκεκριμένες οδηγίες για την ανάγνωση της αρχαίας γραμματείας. Ο Βασίλειος ξεκινά από τους ποιητές, που λόγω της ποικιλίας των περιεχομένων τους απαιτούν ιδιαίτερη προσοχή.
ὅταν μὲν τὰς τῶν ἀγαθῶν ἀνδρῶν πράξεις ἢ λόγους ὑμῖν διεξίωσιν, ἀγαπᾷν τε καὶ ζηλοῦν, καὶ ὅτι μάλιστα πειρᾶσθαι τοιούτους εἶναι· ὅταν δὲ ἐπὶ μοχθηροὺς ἄνδρας ἔλθωσι, τὴν μιμήσιν ταύτην δεῖ φεύγειν, ἐπιφρασσομένους τὰ ὦτα, οὐχ ἧττον ἢ τὸν Ὀδυσσέα φασὶν ἐκεῖνοι τὰ τῶν Σειρήνων μέλη Όταν οι ποιητές εξιστορούν πράξεις και λόγια ενάρετων ανδρών, ο αναγνώστης πρέπει να τους αγαπά και να προσπαθεί να τους μιμηθεί. Αντίθετα, όταν παρουσιάζουν μοχθηρούς χαρακτήρες, οφείλει να αποστρέφεται την μίμηση, φράζοντας τα αυτιά του όπως ο Οδυσσέας απέναντι στο τραγούδι των Σειρήνων. Ο κίνδυνος είναι άμεσος: η συνήθεια στους φαύλους λόγους γίνεται ο δρόμος προς τις αμαρτωλές πράξεις. Γι’ αυτό προστάζει να φυλάσσουμε την ψυχή με κάθε τρόπο, ώστε η ηδονή των λέξεων να μη μας κάνει να δεχθούμε το δηλητήριο μαζί με το μέλι. Ο αναγνώστης καλείται να σταθεί κριτικά απέναντι στο κείμενο, διατηρώντας ακέραια την πνευματική του ακεραιότητα. Ειδική μνεία γίνεται στις αφηγήσεις για τους θεούς: οι περιγραφές μοιχείας, έρωτος και αδελφικών φιλονικιών μεταξύ των ολύμπιων θεοτήτων απορρίπτονται κατηγορηματικά. Ακόμη και για ζώα θα ήταν ντροπή να λέγονται τέτοια πράγματα, πόσο μάλλον για τον ύπατο Δία.
Συμπερασματικά, το δεύτερο κεφάλαιο αποτελεί ένα λαμπρό υπόδειγμα πατερικής σύνθεσης, όπου η πίστη δεν φοβάται τον διάλογο με την ανθρώπινη σοφία. Η χριστιανική θεώρηση του κόσμου αναδεικνύεται ως το έσχατο κριτήριο, που αξιολογεί και μεταμορφώνει κάθε γνώση. Ο Βασίλειος οικοδομεί μια στέρεη βάση για την αξιοποίηση της κλασικής παιδείας, αποφεύγοντας τόσο την άγονη απόρριψη όσο και την άκριτη αποδοχή. Με εικόνες όπως του βαφέα, του φυτού και της σταδιακής θέασης του ήλιου, δείχνει ότι η θύραθεν σοφία είναι δώρο που, αν χρησιμοποιηθεί σωστά, προετοιμάζει την καρδιά για την υποδοχή του Ευαγγελίου. Η υπόμνηση των κινδύνων (Σειρήνες, δηλητήριο με μέλι) κρατά τον πιστό σε εγρήγορση, ενώ τα παραδείγματα του Μωυσή και του Δανιήλ προσδίδουν κύρος στη θέση αυτή. Τελικά, ο λόγος του ολοκληρώνεται σε μια πρόσκληση για πνευματική διάκριση: να μάθουμε να ξεχωρίζουμε ό,τι οδηγεί στη βασιλεία του Θεού από ό,τι αποπροσανατολίζει, χωρίς να υποτιμούμε κανένα εργαλείο που μπορεί να μας βοηθήσει στην πορεία προς την αλήθεια.
Ἡ ἀνωτέρω περίληψη καὶ ἀνάλυση συνετάχθησαν ἐπικουρικῶς μὲ χρήση τεχνητῆς νοημοσύνης (μοντέλο DeepSeek V4 Pro (deepseek-v4-pro), μέσῳ DeepSeek API)· τὸ κατωτέρω πρωτότυπον κείμενον παραμένει ἀναλλοίωτο (PG 48, δημόσιος τομέας). Ἔγινε ἀνθρώπινος ἔλεγχος, ὡστόσο ἀπαιτεῖται προσοχὴ γιὰ τυχὸν λάθη ἢ παρερμηνεῖες.
Βασιλείου τοῦ Μεγάλου, «Πρὸς τοὺς νέους, ὅπως ἂν ἐξ ἑλληνικῶν ὠφελοῖντο λόγων» — τὸ πρωτότυπον κείμενον (PG 31, 564–589), ἐκ τῆς ἐλεύθερης ψηφιακῆς βιβλιοθήκης Βικιθήκη (el.wikisource.org). Δημόσιος τομέας (public domain).
Μὴ θαυμάζετε δὲ, εἰ καθ’ ἑκάστην ἡμέραν εἰς διδασκάλους φοιτῶσι, καὶ τοῖς ἐλλογίμοις τῶν παλαιῶν ἀνδρῶν, δι’ ὧν καταλελοίπασι λόγων, συγγινομένοις ὑμῖν, αὐτός τι παρ’ ἐμαυτοῦ λυσιτελέστερον ἐξευρηκέναι φημί. Τοῦτο μὲν οὖν αὐτὸ καὶ συμβουλεύσων ἥκω, τὸ μὴ δεῖν εἰς ἅπαξ τοῖς ἀνδράσι τούτοις, ὥσπερ πλοίου τὰ πηδάλια τῆς διανοίας ὑμῶν παραδόντας, ᾗπερ ἂν ἄγωσι, ταύτῃ συνέπεσθαι· ἀλλ’ ὅσον ἐστὶ χρήσιμον αὐτῶν δεχομένους, εἰδέναι τί χρὴ καὶ παριδεῖν. Τίνα οὖν ἐστι ταῦτα, καὶ ὅπως διακρινοῦμεν, τοῦτο δὴ καὶ διδάξω ἔνθεν ἑλών. Ἡμεῖς, ὦ παῖδες, οὐδὲν εἶναι χρῆμα παντάπασι τὸν ἀνθρώπινον βίον τοῦτον ὑπολαμβάνομεν, οὔτ’ ἀγαθόν τι νομίζομεν ὅλως, οὔτ’ ὀνομάζομεν, ὃ τὴν συντέλειαν ἡμῖν ἄχρι τούτου παρέχεται. Οὐκοῦν προγόνων περιφάνειαν, οὐκ ἰσχὺν σώματος, οὐ κάλλος, οὐ μέγεθος, οὐ τὰς παρὰ πάντων ἀνθρώπων τιμάς, οὐ βασιλείαν αὐτήν, οὐχ ὅ τι ἂν εἴποι τις τῶν ἀνθρωπίνων, μέγα, ἀλλ’ οὐδὲ εὐχῆς ἄξιον κρίνομεν, ἢ τοὺς ἔχοντας ἀποβλέπομεν· ἀλλ’ ἐπὶ μακρότερον πρόϊμεν ταῖς ἐλπίσι, καὶ πρὸς ἑτέρου βίου παρασκευὴν ἅπαντα πράττομεν. Ἃ μὲν οὖν ἂν συντελῇ πρὸς τοῦτον ἡμῖν, ἀγαπᾶν τε καὶ διώκειν παντὶ σθένει χρῆναί φαμεν· τὰ δὲ οὐκ ἐξικνούμενα πρὸς ἐκεῖνον, ὡς οὐδενὸς ἄξια παρορᾶν. Τίς δὴ οὖν οὗτος ὁ βίος, καὶ ὅπῃ καὶ ὅπως αὐτὸν βιωσόμεθα, μακρότερον μὲν ἢ κατὰ τὴν παροῦσαν ὁρμὴν ἐφικέσθαι, μειζόνων δὲ ἢ καθ’ ὑμᾶς ἀκροατῶν ἀκοῦσαι. Τοσοῦτόν γε μὴν εἰπὼν, ἱκανῶς ἂν ἴσως ὑμῖν ἐνδειξαίμην, ὅτι πᾶσαν ὁμοῦ τὴν, ἀφ’ οὗ γεγόνασιν ἄνθρωποι, τῷ λόγῳ τις συλλαβὼν καὶ εἰς ἓν ἀθροίσας εὐδαιμονίαν, οὐδὲ πολλοστῷ μέρει τῶν ἀγαθῶν ἐκείνων εὑρήσει παρισουμένην, ἀλλὰ πλεῖον τοῦ ἐν ἐκείνοις ἐλαχίστου τὰ σύμπαντα τῶν τῇδε καλῶν κατὰ τὴν ἀξίαν ἀφεστηκότα, ἢ καθ’ ὅσον σκιὰ καὶ ὄναρ τῶν ἀληθῶν ἀπολείπεται. Μᾶλλον δέ, ἵν’ οἰκειοτέρῳ χρήσωμαι παραδείγματι, ὅσῳ ψυχὴ τοῖς πᾶσι τιμιωτέρα σώματος, τοσούτῳ καὶ τῶν βίων ἑκατέρων ἐστὶ τὸ διάφορον. Εἰς δὴ τοῦτον ἄγουσι μὲν ἱεροὶ λόγοι, δι’ ἀποῤῥήτων ἡμᾶς ἐκπαιδεύοντες· ἕως γε μὴν ὑπὸ τῆς ἡλικίας ἐπακούειν τοῦ βάθους τῆς διανοίας αὐτῶν οὐχ οἷόν τε, ἐν ἑτέροις οὐ πάντη διεστηκόσιν, ὥσπερ ἐν σκιαῖς τισι καὶ κατόπτροις, τῷ τῆς ψυχῆς ὄμματι τέως προγυμναζόμεθα, τοὺς ἐν τοῖς τακτικοῖς τὰς μελέτας ποιουμένους μιμούμενοι· οἵ γε, ἐν χειρονομίαις καὶ ὀρχήσεσι τὴν ἐμπειρίαν κτησάμενοι, ἐπὶ τῶν ἀγώνων τοῦ ἐκ τῆς παιδιᾶς ἀπολαύουσι κέρδους. Καὶ ἡμῖν δὴ οὖν ἀγῶνα προκεῖσθαι πάντων ἀγώνων μέγιστον νομίζειν χρεὼν, ὑπὲρ οὗ πάντα ποιητέον ἡμῖν καὶ πονητέον εἰς δύναμιν ἐπὶ τὴν τούτου παρασκευὴν, καὶ ποιηταῖς, καὶ λογοποιοῖς καὶ ῥήτορσι καὶ πᾶσιν ἀνθρώποις ὁμιλητέον, ὅθεν ἂν μέλλῃ πρὸς τὴν τῆς ψυχῆς ἐπιμέλειαν ὠφέλειά τις ἔσεσθαι. Ὥσπερ οὖν οἱ δευσοποιοί, παρασκευάσαντες πρότερον θεραπείαις τισὶν ὅ τι ποτ’ ἂν ᾖ τὸ δεξόμενον τὴν βαφήν, οὕτω τὸ ἄνθος ἐπάγουσιν, ἄν τε ἁλουργόν, ἄν τέ τι ἕτερον ᾖ· τὸν αὐτὸν δὴ καὶ ἡμεῖς τρόπον, εἰ μέλλοι ἀνέκπλυτος ἡμῖν ἁπαντα τὸν χρόνον ἡ τοῦ καλοῦ παραμένειν δόξα, τοῖς ἔξω δὴ τούτοις προτελεσθέντες, τηνικαῦτα τῶν ἱερῶν καὶ ἀποῤῥήτων ἐπακουσόμεθα παιδευμάτων· καὶ οἷον ἐν ὕδατι τὸν ἥλιον ὁρᾶν ἐθισθέντες, οὕτως αὐτῷ προσβαλοῦμεν τῷ φωτὶ τὰς ὄψεις. Εἰ μὲν οὖν ἔστι τις οἰκειότης πρὸς ἀλλήλους τοῖς λόγοις, προὔργου ἂν ἡμῖν αὐτῶν ἡ γνῶσις γένοιτο· εἰ δὲ μή, ἀλλὰ τό γε παράλληλα θέντας καταμαθεῖν τὸ διάφορον, οὐ μικρὸν εἰς βεβαίωσιν τοῦ βελτίονος. Τίνι μέντοι καὶ παρεικάσας τῶν παιδεύσεων ἑκατέραν, τῆς εἰκόνος ἂν τύχοις; Ἦπου καθάπερ φυτοῦ οἰκεία μὲν ἀρετὴ τῷ καρπῷ βρύειν ὡραίῳ, φέρει δέ τινα κόσμον καὶ φύλλα τοῖς κλάδοις περισειόμενα· οὕτω δὴ καὶ ψυχῇ προηγουμένως μὲν καρπὸς ἡ ἀλήθεια, οὐκ ἄχαρί γε μὴν οὐδὲ τὴν θύραθεν σοφίαν περιβεβλῆσθαι, οἷόν τινα φύλλα σκέπην τε τῷ καρπῷ καὶ ὄψιν οὐκ ἄωρον παρεχόμενα. Λέγεται τοίνυν καὶ Μωϋσῆς ἐκεῖνος ὁ πάνυ, οὗ μέγιστόν ἐστιν ἐπὶ σοφίᾳ παρὰ πᾶσιν ἀνθρώποις ὄνομα, τοῖς Αἰγυπτίων μαθήμασιν ἐγγυμνασάμενος τὴν διάνοιαν, οὕτω προσελθεῖν τῇ θεωρίᾳ τοῦ ὄντος. Παραπλησίως δὲ τούτῳ κἀν τοῖς κάτω χρόνοις τὸν σοφὸν Δανιὴλ ἐπὶ Βαβυλῶνός φασι τὴν σοφίαν Χαλδαίων καταμαθόντα, τότε τῶν θείων ἅψασθαι παιδευμάτων. Ἀλλ’ ὅτι μὲν οὐκ ἄχρηστον ψυχαῖς μαθήματα τὰ ἔξωθεν δὴ ταῦτα, ἱκανῶς εἴρηται· ὅπως γε μὴν αὐτῶν μεθεκτέον ὑμῖν, ἑξῆς ἂν εἴη λέγειν. Πρῶτον μὲν οὖν τοῖς παρὰ τῶν ποιητῶν (ἵν’ ἐντεῦθεν ἄρξωμαι), ἐπεὶ παντοδαποί τινές εἰσι κατὰ τοὺς λόγους, μὴ πᾶσιν ἐφεξῆς προσέχειν τὸν νοῦν· ἀλλ’ ὅταν μὲν τὰς τῶν ἀγαθῶν ἀνδρῶν πράξεις ἢ λόγους ὑμῖν διεξίωσιν, ἀγαπᾷν τε καὶ ζηλοῦν, καὶ ὅτι μάλιστα πειρᾶσθαι τοιούτους εἶναι· ὅταν δὲ ἐπὶ μοχθηροὺς ἄνδρας ἔλθωσι, τὴν μιμήσιν ταύτην δεῖ φεύγειν, ἐπιφρασσομένους τὰ ὦτα, οὐχ ἧττον ἢ τὸν Ὀδυσσέα φασὶν ἐκεῖνοι τὰ τῶν Σειρήνων μέλη. Ἡ γὰρ πρὸς τοὺς φαύλους τῶν λόγων συνήθεια ὁδός τίς ἐστιν ἐπὶ τὰ πράγματα. Διὸ δὴ πάσῃ φυλακῇ τὴν ψυχὴν τηρητέον, μὴ διὰ τῆς τῶν λόγων ἡδονῆς παραδεξάμενοί τι λάθωμεν τῶν χειρόνων, ὥσπερ οἱ τὰ δηλητήρια μετὰ τοῦ μέλιτος προσιέμενοι. Οὐ τοίνυν ἐπαινεσόμεθα τοὺς ποιητάς, οὐ λοιδορουμένους, οὐ σκώπτοντας, οὐκ ἐρῶντας ἢ μεθύοντας μιμουμένους, οὐχ ὅταν τραπέζῃ πληθούσῃ καὶ ᾠδαῖς ἀνειμέναις τὴν εὐδαιμονίαν ὁρίζωνται. Πάντων δὲ ἥκιστα περὶ θεῶν τι διαλεγομένοις προσέξομεν, καὶ μάλισθ’ ὅταν ὡς περὶ πολλῶν τε αὐτῶν διεξίωσι καὶ τούτων οὐδ’ ὁμονοούντων. Ἀδελφὸς γὰρ δὴ παρ’ ἐκείνοις διαστασιάζει πρὸς ἀδελφόν, καὶ γονεὺς πρὸς παῖδας, καὶ τούτοις αὖθις πρὸς τοὺς τεκόντας πόλεμός ἐστιν ἀκήρυκτος. Μοιχείας δὲ θεῶν καὶ ἔρωτας καὶ μίξεις ἀναφανδόν, καὶ ταύτας γε μάλιστα τοῦ κορυφαίου πάντων καὶ ὑπάτου Διός, ὡς αὐτοὶ λέγουσιν, ἃ κἂν περὶ βοσκημάτων τις λέγων ἐρυθριάσειε, τοῖς ἐπὶ σκηνῆς καταλείψομεν.