Προοίμιον

Περίληψη

Η «Μυσταγωγία» του αγίου Μαξίμου του Ομολογητού αποτελεί ένα από τα κορυφαία κείμενα της ορθόδοξης μυσταγωγικής γραμματείας, όπου ο μεγάλος θεολόγος και ομολογητής της πίστεως σχολιάζει τη θεία Λειτουργία και τους συμβολισμούς της, αναδεικνύοντας την πνευματική της διάσταση. Το «Προοίμιον» του έργου, το οποίο προτάσσεται της κυρίως πραγματείας, συνιστά μία προσωπική και βαθιά θεολογική εισαγωγή. Σε αυτό ο άγιος Μάξιμος απευθύνεται σε κάποιον προσφιλή του συνομιλητή (πιθανόν τον ηγούμενο της μονής του), εξηγώντας πώς οδηγήθηκε στη συγγραφή. Αποτελεί ένα κείμενο που σφύζει από ταπείνωση, αγάπη και θεολογικό βάθος, θέτοντας ταυτόχρονα τις ερμηνευτικές αρχές και την οντολογική βάση της όλης σύνθεσης.

Η σοφία της γραπτής καταγραφής

Ο άγιος Μάξιμος ξεκινά επαινώντας τον συνομιλητή του, αναγνωρίζοντας στο πρόσωπό του την εφαρμογή του παροιμιακού λόγου. Ο συγγραφέας αφηγείται ότι κάποτε, εν συντομία, είχε εκθέσει προφορικά σε κάποιον άλλο σοφό γέροντα τις μυστικές θεωρίες περί της αγίας Εκκλησίας και της συνάξεως. Ο τωρινός συνομιλητής του, ακούγοντας αυτά, τον παρεκάλεσε επίμονα να του παραδώσει γραπτώς όσα ειπώθηκαν, γνωρίζοντας καλά πως ο χρόνος και η λήθη συνιστούν απειλή για την διατήρηση των θείων τύπων. Αυτή η μέριμνα αποκαλύπτει την πνευματική ωριμότητα εκείνου που ζητά· δεν αρκείται στην πρόσκαιρη ακουστική απόλαυση, αλλά επιδιώκει την εντύπωση των θείων στην ψυχή διά του γράμματος, ώστε η ανάμνηση να συντηρεί απαθή και αμείωτη την αλήθεια.

λήθης φάρμακον καί βοήθειαν μνήμης ἔχειν τό γράμμα βεβουλημένος, φυσικῶς τόν χρόνον ἐχούσης φάσκων δαμάζοντα· καί ἀνεπαισθήτως διά λήθης τῶν ἐναποκειμένων καλῶν συλᾷν τε καί ἀφανίζειν παντελῶς τούς τύπους καί τάς εἰκόνας δυνάμενον

Η αναγκαιότητα του γραπτού λόγου ως ανάχωμα ενάντια στην φθοροποιό δύναμη του χρόνου αναδεικνύεται σε κύριο μοτίβο της προτροπής. Ο συνομιλητής δεν ζητά απλώς μία επανάληψη, αλλά μία μόνιμη καταγραφή που θα λειτουργεί ως φάρμακο και βοήθημα μνήμης, αντιστεκόμενο στην φυσική τάση της λήθης να αφανίζει τους τύπους και τις εικόνες των καλών. Πρόκειται για μία πράξη σοφίας, καθώς το γραπτό κείμενο ανανεώνει διαρκώς την ενθύμηση και την καθιστά απρόσβλητη από τον χρόνο.

Η ταπεινή άρνηση και η υπακοή στην αγάπη

Παρ’ όλους τους επαίνους, ο άγιος Μάξιμος ομολογεί την αρχική του διστακτικότητα. Δεν οφείλεται σε απροθυμία να εξυπηρετήσει τους αγαπητούς του, αλλά στην βαθιά συναίσθηση της ανεπάρκειάς του. Αισθάνεται ότι στερείται της θείας χάριτος που απαιτεί ένα τόσο υψηλό εγχείρημα, αλλά και της ρητορικής δεινότητος. Η παιδεία του είναι απλή και ιδιωτική, άπειρη από την τέχνη του λόγου που πολλοί προτιμούν για την ηδονή της ακοής, ακόμη κι αν στερείται βάθους. Κορυφαίο εμπόδιο, ωστόσο, είναι ο φόβος μήπως με την ευτέλεια του λόγου του προσβάλει την υψηγορία και νόηση του μακαρίου γέροντα που πρώτος διατύπωσε τις ερμηνείες.

ὅμως δι᾿ οὖν ὕστερον τῇ βίᾳ τῆς ἀγάπης εἴξας, τῆς πάντων ἰσχυροτέρας, ἐδεξάμην ἑκών τό ἐπίταγμα

Τελικά, η δύναμη της αγάπης αποδείχθηκε ισχυρότερη των δισταγμών. Επέλεξε να ρισκάρει τον χλευασμό για αυθάδεια και απαιδευσία, προκειμένου να μην φανεί απρόθυμος να συμπράξει στο καλό. Αναθέτει, λοιπόν, την μέριμνα του πώς να εκφραστεί στον μόνο θαυματουργό Θεό, που διδάσκει γνώση, τρανεύει γλώσσες μογιλάλων και ανυψώνει τον πτωχό από την κοπρία του σαρκικού φρονήματος. Με αυτή την βιβλική εικονοποιία, ο άγιος Μάξιμος σκιαγραφεί την δική του πνευματική κατάσταση, αλλά και την ελπίδα του στην θεία παρέμβαση. Είναι χαρακτηριστικό ότι διακρίνει διττά τον «πτωχό τω πνεύματι»: είτε ως εκείνον που έχει πτωχεύσει από κακία, είτε ως εκείνον που, αιχμάλωτος στα πάθη, πτωχεύει από την χάρη της αρετής και της γνώσεως. Έτσι, η συγγραφή καθίσταται έργο συλλογικής οικοδομής και ταπεινής υπακοής, όχι επίδειξης ιδίων δυνάμεων.

Η διάκριση από τον Διονύσιο Αρεοπαγίτη

Με διορατική σαφήνεια, ο άγιος Μάξιμος τοποθετεί το έργο του εντός της εκκλησιαστικής παράδοσης, αναφερόμενος ρητά στην «Εκκλησιαστική Ιεραρχία» του αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου. Αναγνωρίζει ότι ο μέγας εκείνος πατήρ θεώρησε με τρόπο αντάξιο της μεγαλονοίας του τα σύμβολα της ιερής συνάξεως. Διευκρινίζει, ωστόσο, ότι η δική του πραγματεία δεν επαναλαμβάνει τα ίδια ούτε ακολουθεί τις ίδιες οδούς. Θα ήταν θράσος και παραφροσύνη να επιχειρήσει να μιμηθεί τα ενθέως αποκαλυμμένα μυστήρια. Αντιθέτως, όσα ο Διονύσιος φιλάνθρωπα άφησε για μεταγενέστερη έκθεση και άσκηση της πνευματικής έξεως των πιστών, αυτά ο Μάξιμος αναλαμβάνει να πραγματευθεί.

ἀλλ᾿ ὅσα καί ἄλλοις ὡς ληπτά παρ᾿ αὐτοῦ φιλανθρώπως βουλήσει Θεοῦ παρελείφθη πρός ἔκθεσιν καί γυμνασίαν τῆς αὐτῶν ἐκείνων περί τά θεῖα κατά τήν ἔφεσιν ἕξεως

Ο στόχος είναι να μην παραμείνουν αργοί οι πιστοί όλες τις ημέρες της ζωής τους, μη έχοντας τον λόγο που τους μισθώνει για την εργασία του πνευματικού αμπελώνος. Ο αμπελώνας αυτός συμβολίζει την εσωτερική καλλιέργεια, η οποία αποδίδει το «δηνάριον» της θείας εικόνας, που είχε κλαπεί από την παράβαση του Αδάμ. Επομένως, η μυσταγωγία του Μαξίμου δεν είναι ανταγωνιστική, αλλά συμπληρωματική, μία ποιμαντική οικονομία που απευθύνεται στην εκγύμναση του πνευματικού αγρού της Εκκλησίας. Αποσκοπεί στο να καταστήσει γνώριμη την παμφαή ακτίνα των τελουμένων, συμμέτρως προς την δύναμη του καθενός.

Η μετριοφροσύνη του συγγραφέα και το μέτρο του λόγου

Στη συνέχεια, ο άγιος Μάξιμος αντιπαραβάλλει την δική του ανεπάρκεια με την αρετή και σοφία του γέροντος που κατέστη ο φορέας της παράδοσης. Εκείνος, έχοντας ελευθερωθεί από τα υλικά δεσμά και την φαντασία, κατείχε νουν περιλαμπόμενο από θείες αυγές και λόγο ακριβή καθρέφτη των νοημάτων. Ο ίδιος, όμως, μπορεί μόνο να ανασύρει από την μνήμη του ό,τι αμυδρώς νοεί και να το εκφράσει αμυδρότερα, έστω και ευσεβώς, με την χάρη του Θεού. Γι’ αυτό και προειδοποιεί τους αναγνώστες του να μην τον κρίνουν με μέτρα που δεν του αναλογούν. Να απαιτήσει κανείς από άνισους στην αρετή και γνώση να παράγουν ίσα, είναι σαν να προσπαθεί να αποδείξει ότι η σελήνη φωτίζει το ίδιο με τον ήλιο. Κάθε λόγος περί τα θεία είναι χάρισμα άνωθεν και παρέχεται κατ’ αναλογία της δεκτικότητος του υποκειμένου, ακόμη κι αν η παρακαταθήκη είναι υψηλότατη. Αυτή η μετριοφροσύνη δεν είναι ψευτοταπείνωση, αλλά ρεαλιστική παραδοχή των ανθρωπίνων ορίων ενώπιον της απροσίτου μεγαλοσύνης του Θεού.

Η υπερβατικότητα του Θεού ως θεμέλιο

Το τελευταίο μέρος του Προοιμίου λειτουργεί ως θεολογική πρόβαση στο κυρίως έργο. Ο άγιος Μάξιμος εισάγει τον αναγνώστη στη ριζική διάκριση ανάμεσα στον Κτίστη και την κτίση, η οποία είναι αναγκαία για κάθε ορθή θεολογία. Η μέθοδος της διάκρισης είναι η συγχρόνως καταφατική και αποφατική. Κάθε προσδιορισμός («είναι») που αποδίδεται στα όντα πρέπει να αφαιρείται από τον Θεό· και η «θέση» (κατάφαση) του υπερόντος Θεού ισοδυναμεί με την «αφαίρεση» (απόφαση) κάθε όντος. Το ίδιο το «είναι» και «μη είναι» λέγονται μεν για τον Θεό, αλλά όχι κυριολεκτικά.

Δεῖ γάρ , εἴπερ ὡς ἀληθῶς τό γνῶναι διαφοράν Θεοῦ καί κτισμάτων ἐστίν ἀναγκαῖον ἡμῖν, θέσιν εἶναι τοῦ ὑπερόντος τήν τῶν ὄντων ἀφαίρεσιν· καί τήν τῶν ὄντων θέσιν, εἶναι τοῦ ὑπερόντος ἀφαίρεσιν

Αυτή η διαλεκτική οδηγεί στην αναγνώριση της απλής, άγνωστης και παντελώς ανερμήνευτης υπάρξεως του Θεού. Δεν υπάρχει καμία έννοια, όν ή μη όν, που να μπορεί να εκφράσει την υπερβατική Του πραγματικότητα. Ο άγιος Μάξιμος καταλήγει στην απόφανση ότι ο Θεός είναι επέκεινα κάθε καταφάσεως και αποφάσεως, πράγμα που συνιστά τον πυρήνα της αποφατικής θεολογίας του. Με αυτή την προοπτική, η όποια μυσταγωγική ερμηνεία δεν αποτελεί εξαντλητική γνώση, αλλά συμβολική ανάβαση που καθαίρει τον νου και τον προετοιμάζει για την εν άρρητω αγαλλίαση της παρουσίας του Αοράτου. Το Προοίμιο ολοκληρώνεται με την φράση «Καί ταῦτα μέν περί τούτων· ἐπί δέ τήν προκειμένην τοῦ λόγου ὑπόθεσιν ἔλθωμεν», η οποία σφραγίζει την εισαγωγή και θέτει τον ορίζοντα της αναγνώσεως.

Η σημασία του Προοιμίου

Το Προοίμιο της «Μυσταγωγίας» δεν είναι μία απλή εθιμοτυπική εισαγωγή, αλλά ένα κείμενο-κλειδί που αποκαλύπτει τόσο τον συγγραφέα όσο και το πνεύμα της εποχής του. Μέσα από την ταπείνωση και την υπακοή στην αγάπη, ο άγιος Μάξιμος παραδίδει ένα σπουδαίο μεθοδολογικό και πνευματικό δίδαγμα: η αληθινή θεολογία δεν είναι κατόρθωμα της ανθρώπινης ευφυΐας, αλλά καρπός συνεργίας της θείας χάριτος με την διαρκή άσκηση και την εκκλησιαστική παράδοση. Η προτροπή για γραπτή καταγραφή αναδεικνύει την ποιμαντική ευαισθησία του, ενώ η αποφατική θεολογία που αναπτύσσει θυμίζει πως κάθε λόγος για τον Θεό οφείλει να σιωπά μπροστά στο μυστήριο. Έτσι, το Προοίμιο γίνεται ένα κάλεσμα προσωπικής εμπλοκής: ο αναγνώστης καλείται να γίνει «πτωχός τω πνεύματι», για να δεχθεί τον φωτισμό του Παναγίου Πνεύματος και να εισέλθει στο βάθος της εκκλησιαστικής μυσταγωγίας.

Ἡ ἀνωτέρω περίληψη καὶ ἀνάλυση συνετάχθησαν ἐπικουρικῶς μὲ χρήση τεχνητῆς νοημοσύνης (μοντέλο DeepSeek V4 Pro (deepseek-v4-pro), μέσῳ DeepSeek API)· τὸ κατωτέρω πρωτότυπον κείμενον παραμένει ἀναλλοίωτο (PG 48, δημόσιος τομέας). Ἔγινε ἀνθρώπινος ἔλεγχος, ὡστόσο ἀπαιτεῖται προσοχὴ γιὰ τυχὸν λάθη ἢ παρερμηνεῖες.

↓ Μετάβαση στὸ πρωτότυπον κείμενον

Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, Μυσταγωγία — τὸ πρωτότυπον κείμενον κατὰ τὴν Ἑλληνικὴν Πατρολογίαν (PG 91), ἐκ τοῦ ψηφιακοῦ ἔργου «Δρόμοι τῆς Πίστης — Ψηφιακὴ Πατρολογία» τοῦ Πανεπιστημίου Αἰγαίου. Δημόσιος τομέας (public domain).

Πῶς σοφώτερος γίνεται λαβών ἀφορμήν ὁ σοφός· καί δίκαιος γνούς, προσθήσει τοῦ δέχεσθαι, κατά τήν θείαν Παροιμίαν· σαφῶς αὐτός, πάντων μοι τιμιώτατε, κατ’ αὐτήν ἔδειξας τήν πεῖραν· ἔργῳ διδάξας ὅπερ ὁ θεῖος σοφῶς ὑπαινίσσεται λόγος. Ἅπαξ γάρ ἀκούσας μου κατ’ ἐπιδρομήν ἐπιτόμως, ὡς οἷόν τε ἦν, ἀφηγουμένου τά ἄλλῳ τινί μεγάλῳ γέροντι, καί ὄντως τά θεῖα σοφῷ περί τε τῆς ἁγίας Ἐκκλησίας, καί τῆς ἐν αὐτῇ ἐπιτελουμένης ἁγίας συνάξεως, καλῶς τε καί μυσικῶς θεωρηθέντα· καί, ὡς ἐνῆν μάλιστα διδασκαλικῶς· ἀπῄτεις με κατεπείγων ἐξαυτῆς, ἔγγραφόν σοι ποιεῖσθαι τήν τούτων διήγησιν· λήθης φάρμακον καί βοήθειαν μνήμης ἔχειν τό γράμμα βεβουλημένος, φυσικῶς τόν χρόνον ἐχούσης φάσκων δαμάζοντα· καί ἀνεπαισθήτως διά λήθης τῶν ἐναποκειμένων καλῶν συλᾷν τε καί ἀφανίζειν παντελῶς τούς τύπους καί τάς εἰκόνας δυνάμενον· καί διά τοῦτο πάντως δεομένης τοῦ ἀνακαινίζοντος τρόπου, καθ᾿ ὅν ἡ τοῦ λόγου δύναμις διά παντός ἀκμάζουσα συντηρεῖν πέφυκε τήν μνήμην ἀπαθῆ καί ἀμείωτον. Ὅσον δέ τοῦ ἁπλῶς ἀκούειν, τό καί διαμονήν ἀκαθαίρετον τῶν ἀκουσθέντων ἐπιζητεῖν, ἐστί σοφώτερον, ἐπίσταται πάντως πᾶς ὁ καί μικρόν εὐγενείας λογικῆς ἐπιμελούμενος, καί μή πάντη τῆς πρός τόν λόγον οἰκειότητος ὑπάρχων ἀλλότριος.

Κἀγώ μέν ὤκνουν παρά τήν ἀρχήν, τοῦ λόγου (εἰρήσεται γάρ τἀληθές) τήν ὑπόθεσιν παραιτούμενος· οὐ τῷ μή θέλειν ὑμῖν, ἠγαπημένοι, παντί τρόπῳ διδόναι κατά δύναμιν τό καταθύμιον· ἀλλά τό μήτε τῆς ἐναγούσης πρός τοῦτο τούς ἀξίους μετειληφέναι χάριτος· μήτε μήν πεῖραν ἔχειν τῆς πρός τό λέγειν δυνάμεώς τε καί τριβῆς, ἰδιωτείᾳ συντεθραμμένος, καί λόγων τεχνικῶν παντελῶς ἀμύητος ὑπάρχων, τῶν ἐν μόνῃ τῇ προφορᾷ τήν χάριν ἐχόντων· οἷς οἱ πολλοί μάλιστα χαίρουσι, τῇ ἀκοῇ τήν ἡδονήν περιγράφοντες, κἄν εἰ μηδέν τῶν τιμίων διά βάθους πολλάκις ἔχοιεν· καί τό, κυρώτερον εἰπεῖν καί ἀληθέστερον, δεδοικέναι μή καθυβρίσειν τῇ εὐτελείᾳ τοῦ ἡμετέρου λόγου τήν ἐκείνου τοῦ μακαρίου ἀνδρός περί τῶν θείων ὑψηγορίαν τε καί νόησιν· ὅμως δι᾿ οὖν ὕστερον τῇ βίᾳ τῆς ἀγάπης εἴξας, τῆς πάντων ἰσχυροτέρας, ἐδεξάμην ἑκών τό ἐπίταγμα· γελᾶσθαι μᾶλλον ἐπ᾿ αὐθαδείᾳ τε καί ἀπαιδευσίᾳ, δι᾿ εὐπείθειαν παρά τῶν μεμψιμοίρων ἑλόμενος, ἤ ὑμῖν διά τῆς ἀναβολῆς ἐν παντί καλῷ μή συμπροθυμεῖσθαι βούλεσθαι νομισθῆναι· τήν περί τοῦ πῶς εἰπεῖν μέριμναν τῷ Θεῷ ἐπιῤῥίψας, τῷ μόνῳ θαυματουργῷ· καί διδάσκοντι μέν ἄνθρωπον γνῶσιν, τρανοῦντι δέ γλῶσσαν μογιλάλων καί τοῖς ἀπόροις πόρον ἐπινοοῦντι· καί ἐγείροντι μέν ἀπό γῆς πτωχόν, ἀπό δέ κοπρίας ἀνυψοῦντι πένητα· τοῦ σαρκικοῦ λέγω φρονήματος, καί τῆς δυσώδους τῶν παθῶν ἰλύος· τόν φτωχόν τῷ πνεύματι ἤ τόν κακίας πτωχεύοντα, καί τῆς κατ’ αὐτήν πενόμενον ἕξεως· ἤ τοὐναντίον, καί τόν ἔτι τῷ νόμῳ τῆς σαρκός καί τοῖς πάθεσιν ἐνεχόμενον, καί διά τοῦτο τῆς κατ’ ἀρετήν καί γνῶσιν πτωχεύοντα καί πενόμενον χάριτος. Ἀλλ᾿ ἐπειδή τῷ παναγίῳ καί ὄντως θεοφάντορι Διονυσίῳ τῷ Ἀρεοπαγίτῃ ἐν τῇ περί τῆς ἐκκλησιαστικῆς Ἱεραρχίας πραγματείᾳ, καί τά κατά τήν ἱεράν ) τῆς ἁγίας συνάξεως τελετήν ἀξίως τῆς αὐτοῦ μεγαλονοίας τεθεώρηται σύμβολα· ἰστέον, ὡς οὐ τά αὐτά νῦν ὁ λόγος διεξέρχεται, οὔτε διά τῶν αὐτῶν ἐκείνῳ προέρχεται. Τολμηρόν γάρ καί αὔθαδες καί ἀπονοίας ἐγγύς, ἐγχειρεῖν τοῖς ἐκείνου πειρᾶσθαι, τόν μήτε χωρεῖν αὐτόν ἤ νοεῖν δυνάμενον· καί ὡς ἴδια προκομίζειν, τά ἐνθέως ἐκείνῳ μόνῳ διά τοῦ Πνεύματος φανερωθέντα μυστήρια· ἀλλ᾿ ὅσα καί ἄλλοις ὡς ληπτά παρ᾿ αὐτοῦ φιλανθρώπως βουλήσει Θεοῦ παρελείφθη πρός ἔκθεσιν καί γυμνασίαν τῆς αὐτῶν ἐκείνων περί τά θεῖα κατά τήν ἔφεσιν ἕξεως· καί δι᾿ ὧν συμμέτρως αὐτοῖς ἡ παμφαής τῶν τελουμένων ἀκτίς κατανοουμένη καθίσταται γνώριμος, καί πρός ἑαυτήν κατέχει τῷ πόθῳ περιληφθέντας, ἵνα μή παντελῶς οἱ μετ᾿ αὐτόν ὦσιν ἀργοί, τήν πᾶσαν τοῦ χρόνου τῆς παρούσης ζωῆς ἡμέραν, οὐκ ἔχοντες τόν πρός τήν θείαν ἐκείνην ἀμπελουργίαν μισθούμενον λόγον, τόν ὑπέρ τῆς πνευματικῆς ἐργασίας τοῦ πνευματικοῦ ἀμπελῶνος, τό συλωθέν κατ᾿ ἀρχάς ὑπό τοῦ πονηροῦ δι᾿ ἀπάτης κατά τήν τῆς ἐντολῆς παράβασιν, πνευματικόν τῆς θείας καί βασιλικωτάτης εἰκόνος δηνάριον ἀποδιδόντα. Οὐ πάντα δέ τά τῷ μακαρίῳ γέροντι μυστικῶς θεωρηθέντα λέγειν καθεξῆς ἐπαγγέλλομαι· οὐδ᾿ αὐτά τά λεγόμενα, ὡς ἐνοήθη τε παρ᾿ ἐκείνου καί ἐλέγθη. Ἐκεῖνος γάρ, πρός τό φιλόσοφος εἶναι, καί πάσης παιδείας διδάσκαλος, δι᾿ ἀρετῆς περιουσίαν καί τῆς περί τά θεῖα χρονιωτέρας τε καί ἐπιστημονικωτέρας τριβῆς καί φιλοπονίας, τῶν τῆς ὕλης δεσμῶν καί τῶν κατ᾿ αὐτήν φαντασιῶν ἐλεύθερον ἑαυτόν καταστήσας, τόν τε νοῦν εἰκότως εἶχε ταῖς θείας αὐγαῖς περιλαμπόμενον, καί διά τοῦτο δυνάμενον εὐθέως ὁρᾷν τά τοῖς πολλοῖς μή ὁρώμενα, καί τόν λόγον ἑρμηνευτήν ἀκριβέστατον τῶν νοηθέντων· καί ἐσόπτρου δίκην ὑπ᾿ οὐδεμιᾶς κηλίδος παθῶν ἐμποδιζόμενον, ἀκραιφνῶς τά ἄλλοις μήτε νοηθῆναι δυνάμενα, καί φέρειν καί λέγειν ἰσχύοντα· ὡς

δύνασθαι τούς ἀκροατάς ὅλον μέν τῷ λόγῳ τόν νοῦν ὁρᾷν ἐποχούμενον· ὅλα δέ ὅλῳ τῷ νῷ καθαρῶς ἐμφαίνεσθαι τά νοηθέντα, καί διά τῆς τοῦ λόγου μεσιτείας αὐτοῖς διαπορθμευόμενα δέξασθαι· ἀλλ᾿ ὅσα διά μνήμης τε φέρω, καί ὡς νοεῖν ἀμυδρῶς, καί λέγειν ἀμυδρότερον δύναμαι· πλήν εὐσεβῶς, χάριτι τοῦ τά ἐσκοτισμένα φωτίζοντος Θεοῦ. Μηδέ γάρ οἴεσθαι δεῖν ὑμᾶς ὑπολαμβάνω, δικαίως κρίνειν εἰδότας, ἄλλως με νοεῖν ἤ λέγειν δύνασθαι, ἤ ὡς νοεῖν καί λέγειν δύναμαι, καί ἡ ἄνωθεν χάρις ἐνδίδωσιν, οἰκείως τῆς ἀναλογούσης μοι προνοουμένης δυνάμεως, κἄν ὁ παραδούς μάλιστα, καί διδάξας ἐστίν ὑψηλότατος. Ἐπεί τό τά ἴσα ζητεῖν παρά τῶν μή ἴσων τήν ἀρετήν καί τήν γνῶσιν, οὐ πόῤῥω μοι δοκεῖ τυγχάνειν τῶν δείξειν πειρωμένων τῷ ἡλίῳ, κατά τό ἴσον τήν σελήνην φωτίζουσαν· καί τά μή πάντη ταῦτα συμβαίνειν ἀλλήλοις κατά πάντα δύνασθαι βιαζομένων· ὅπερ ἀμήχανον καί ἀδύνατον. Ἡγείσθω δέ Θεός τῶν λεγομένων τε καί νοουμένων, ὁ μόνος νοῦς τῶν νοούντων καί νοουμένων, καί λόγος τῶν λεγόντων καί λεγομένων· καί ζωή τῶν ζώντων καί ζοουμένων, καί πᾶσι πάντα καί ὤν καί γινόμενος, δι᾿ αὐτά τά ὄντα καί γινόμενα· δι᾿ ἑαυτόν δέ οὐδέν κατ᾿ οὐδένα τρόπον οὐδαμῶς οὔτε ὤν οὔτε γινόμενος, τῶν ἅ τι τῶν ὄντων ἐστί καί γινομένων, οἷα μηδενί τό παράπαν τῶν ὄντων φυσικῶς συντασσόμενος· καί διά τοῦτο, τό μή εἶναι μᾶλλον, διά τό ὑπερεῖναι, ὡς οἰκειότερον ἐπ’ αὐτοῦ λεγόμενον προσιέμενος. Δεῖ γάρ , εἴπερ ὡς ἀληθῶς τό γνῶναι διαφοράν Θεοῦ καί κτισμάτων ἐστίν ἀναγκαῖον ἡμῖν, θέσιν εἶναι τοῦ ὑπερόντος τήν τῶν ὄντων ἀφαίρεσιν· καί τήν τῶν ὄντων θέσιν, εἶναι τοῦ ὑπερόντος ἀφαίρεσιν· καί ἄμφω περί τόν αὐτόν κυρίως θεωρεῖσθαι τάς προσηγορίας, καί μηδεμίαν κυρίως δύνασθαι· τό εἶναί φημι καί μή εἶναι. Ἄμφω μέν κυρίως, ὡς τῆς μέν τοῦ εἶναι τοῦ Θεοῦ κατ᾿ αἰτίαν τῶν ὄντων θετικῆς· τῆς δέ καθ᾿ ὑπεροχήν αἰτίας τοῦ εἶναι πάσης τῶν ὄντων ἀφαιρετικῆς· καί μηδέ μίαν κυρίως πάλιν, ὡς οὐδεμιᾶς τήν κατ᾿ οὐσίαν αὐτήν καί φύσιν τοῦ τί εἶναι τοῦ ζητουμένου θέσιν παριστώσης. Ὧ γάρ μηδέν τό σύνολον φυσικῶς κατ᾿ αἰτίαν συνέζευκται, ἤ ὄν ἤ μή ὄν· τούτῳ οὐδέν τῶν ὄντων καί λεγομένων, οὐδέ τῶν μή ὄντων καί μή λεγομένων, εἰκότως ἐστίν ἐγγύς. Ἁπλῆν γάρ καί ἄγνωστον καί πᾶσιν ἄβατον ἔχει τήν ὕπαρξιν, καί παντελῶς ἀνερμήνευτον, καί πάσης καταφάσεώς τε καί ἀποφάσεως οὖσαν ἐπέκεινα. Καί ταῦτα μέν περί τούτων· ἐπί δέ τήν προκειμένην τοῦ λόγου ὑπόθεσιν ἔλθωμεν.