Λόγος ΚΓ΄

Περὶ τῆς ἀκεφάλου ὑπερηφανίας ἐν ᾦ καἲ περὶ ἀκαθάρτων λογισμῶν τῆς βλασφημίας

Περίληψη

Εισαγωγή

Ο εικοστός τρίτος βαθμός της Κλίμακας του αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου εστιάζει στο αποκορύφωμα των παθών: την υπερηφάνεια και τον τραγικό της απότοκο, τον βλάσφημο λογισμό. Μετά την σταδιακή ανάβαση από τα κατώτερα πάθη, ο ασκητής καλείται να αντιμετωπίσει τον πλέον ύπουλο και επικίνδυνο εχθρό, ο οποίος συχνά καμουφλάρεται ως αρετή. Ο λόγος αποτελεί μια βαθιά ψυχολογική ανάλυση της αλαζονείας, των εκδηλώσεών της και της πνευματικής καταστροφής που επιφέρει, ενώ ταυτόχρονα προτείνει την οδό της ταπείνωσης ως μοναδική θεραπεία. Από την πρώτη στιγμή ο άγιος ξεδιπλώνει ένα συγκλονιστικό κατάλογο ορισμών που αποκαλύπτουν την πολυπρόσωπη φύση του πάθους: η υπερηφάνεια είναι άρνηση του Θεού, επινόηση των δαιμόνων, μητέρα της κατάκρισης, πρόξενος της ασπλαχνίας, ρίζα της βλασφημίας. Στην συνέχεια, ο λόγος περνά στο σκοτεινότερο γέννημά της, τους ανέκφραστους βλάσφημους λογισμούς, προσφέροντας ρεαλιστική παρηγοριά και σοφή στρατηγική.

Η πολύμορφη φύση της υπερηφάνειας

Ο άγιος δεν διστάζει να εκθέσει το πάθος σε όλη του την γύμνια. Πρόκειται για μια κατάσταση που δεν περιορίζεται σε μία αμαρτία· είναι η πηγή κάθε πνευματικής δυστυχίας, η ρίζα της απομάκρυνσης από τον Χριστό. Η υπερηφάνεια αρνείται την θεία βοήθεια, εξουθενώνει τον πλησίον, εκτρέφει την κατάκριση, οδηγεί στην ακαρπία των κόπων και στέκεται πάντα έτοιμη να συμμαχήσει με τους δαίμονες εναντίον της ψυχής. Ο σιναΐτης διακρίνει τρία στάδια: την απαρχή που βρίσκεται στην κενοδοξία, την μεσότητα που εκδηλώνεται ως περιφρόνηση των άλλων και απροϋπόστατη επίδειξη των ιδίων καμάτων, και το τέλος που είναι η πλήρης απόρριψη της θείας χάρης και η έπαρση στην προσωπική προσπάθεια – μια πραγματική δαιμονική κατάσταση. Η εκτενής αυτή απαρίθμηση υπογραμμίζει την πανουργία με την οποία το πάθος διεισδύει σε κάθε πτυχή της ύπαρξης, νοθεύοντας ακόμα και τις καλές προθέσεις.

Ὑπερηφανία ἐστὶ Θεοῦ ἄρνησις, δαιμόνων εὔρημα, ἐξουδένωσις ἀνθρώπων, κατακρίσεως μήτηρ, ἐπαίνων ἀπόγονος, ἀκαρπίας τεκμήριον, βοηθείας Θεοῦ φυγαδευτήριον, ἐκστάσεως πρόδρομος, ἐπιληψίας ὑπόθεσις, θυμοῦ πηγή, ὑποκρίσεως θύρα, δαιμόνων στήριγμα, ἁμαρτημάτων φύλαξ, ἀσπλαχνίας πρόξενος, συμπαθείας ἄγνοια, λογοθέτης πικρός, δικαστὴς ἀπάνθρωπος, Θεοῦ ἀντίπαλος, βλασφημίας ῥίζα

Η ρητορική συσσώρευση των επιθέτων αποκαλύπτει ότι η υπερηφάνεια δεν είναι απλώς ένα προσωπικό ελάττωμα, αλλά μια κοσμική δυσαρμονία, μια άρνηση της ίδιας της εξάρτησης του ανθρώπου από τον Δημιουργό. Το κάθε επίθετο είναι ένα πλήγμα κατά της ψυχής: όποιος πέφτει στην υπερηφάνεια γίνεται στέγη των δαιμόνων, πικρός κατήγορος, απάνθρωπος δικαστής και εν τέλει αντίπαλος του Θεού. Η σύνδεση της υπερηφάνειας με την βλασφημία ως ρίζας προοικονομεί το δεύτερο μέρος του λόγου.

Η υποκριτική ευγνωμοσύνη του Φαρισαίου

Ιδιαίτερα ύπουλη είναι η ικανότητα της υπερηφάνειας να υποδύεται την ευσέβεια. Ο άγιος παρατηρεί ότι το πάθος συχνά τρέφεται από την ίδια την ευγνωμοσύνη προς τον Θεό, όταν αυτή εκφράζεται με το στόμα αλλά συνοδεύεται από εσωτερική έπαρση. Ο Φαρισαίος της παραβολής αποτελεί το απόλυτο υπόδειγμα: ευχαριστεί τον Θεό που δεν είναι όπως οι άλλοι άνθρωποι, αλλά η προσευχή του είναι μια αυτοδικαίωση και μια έμμεση εξουδένωση του πλησίον.

Εἶδον εὐχαριστοῦντας τῷ Θεῷ στόματι, καὶ μεγαλαυχοῦντας τῷ φρονήματι. Καὶ μαρτυρεῖ τοῦτο σαφῶς ὁ Φαρισαῖος ἐκεῖνος εἰρηκώς. «Ὁ Θεός, εὐχαριστῶ σοι

Το «Ευχαριστώ σοι» του Φαρισαίου γίνεται μαρτυρία της κατάχρησης της θείας δωρεάς. Όπου υπάρχει πτώμα, εκεί προηγήθηκε η υπερηφάνεια· και ο Φαρισαίος, με την φαινομενική του ευλάβεια, στην πραγματικότητα εκθέτει την τυφλή του οίηση. Ο σιναΐτης τονίζει ότι ακόμη και οι καλύτερες προθέσεις μολύνονται όταν η καρδιά δεν είναι ταπεινή, και προειδοποιεί τον αναγνώστη να μην εμπιστεύεται την αρετή του μέχρι την τελευταία του πνοή.

Το αμετακίνητο του υπερήφανου και η θεραπευτική μέθοδος

Ο υπερήφανος μοναχός – και κατ’ επέκταση κάθε πιστός που παγιδεύεται στο πάθος – χαρακτηρίζεται από πεισματική αντιλογία και αδυναμία υποταγής. Αντιλέγει σφοδρά σε κάθε υπόδειξη, ενώ ο ταπεινός όχι μόνο δέχεται την διόρθωση αλλά ούτε καν γνωρίζει να αντιλογεί, από εσωτερική ελευθερία και όχι από ανικανότητα. Το ανυπότακτο πνεύμα είναι η τραγική ειρωνεία του πάθους: ο άνθρωπος που επιθυμεί να άρχει δεν μπορεί να υποφέρει την υπακοή, κι έτσι καταδικάζεται στην απώλεια της πραγματικής ελευθερίας.

Ὑψηλόφρων μοναχὸς ἀντιλέγει σφοδρῶς. Ο δὲ ταπεινόφρων οὐδαμῶς ἀντιλέγειν ἐπίσταται

Ο άγιος παρέχει συγκεκριμένη θεραπευτική αγωγή: η υποταγή σε μια αυστηρότερη και ταπεινότερη δίαιτα, η μελέτη των υπερφυσικών κατορθωμάτων των αγίων πατέρων και η αδιάλειπτη αυτοεξέταση. Η σύγκριση με τους «προ ημών φωστήρες» θα οδηγήσει αναγκαστικά στην συντριβή κάθε πνεύματος οίησης, καθώς ο άνθρωπος θα ανακαλύψει ότι δεν έχει καν πατήσει ίχνος ακριβούς πολιτείας και παραμένει ακόμη στην κοσμική κατάσταση. Αλλά και η ίδια η ζωή επιβάλλει παιδευτικές πτώσεις και σκόλοπες, που όμως μπορούν να θεραπευτούν μόνο όταν ο υπερήφανος δεχτεί τον έλεγχο.

Ο απότοκος: βλάσφημοι λογισμοί

Στο δεύτερο και βαθύτερα σκοτεινό μέρος του λόγου, ο άγιος εξετάζει έναν τρομερό καρπό της υπερηφάνειας: τους ανέκφραστους βλάσφημους λογισμούς. Πρόκειται για ειδεχθείς σκέψεις που προσβάλλουν το θείο και τα άγια, και εμφανίζονται συχνά ακριβώς στις ιερότερες στιγμές – κατά την προσευχή, την τέλεση των Μυστηρίων – προκαλώντας βαθύτατη θλίψη και φρίκη. Ο σιναΐτης διαβεβαιώνει με απόλυτη σαφήνεια ότι οι λογισμοί αυτοί δεν γεννιούνται από την ψυχή του πιστού· προέρχονται από τον μισόθεο δαίμονα, που προσπαθεί να μιμηθεί την ουράνια βλασφημία του.

Οὗτος τοίνυν, οὗτος ὁ παμμίαρος φιλεῖ πολλάκις παρ’ αὐτὰς τὰς ἁγίας συνάξεις, καὶ κατ’ αὐτὴν τὴν φρικτὴν τῶν μυστηρίων ὤραν δυσφημεῖν τὸν Κύριον, καὶ τὰ τελούμενο ἅγια

Αυτή η θεολογική και ποιμαντική διασάφηση είναι κρίσιμη: απελευθερώνει τον πάσχοντα από την απελπισία και την ψευδαίσθηση ότι ο ίδιος φέρει την ευθύνη. Ο σκοπός του δαίμονα είναι διπλός: να διακόψει την προσευχή και να οδηγήσει στην απόγνωση, κάνοντας τον άνθρωπο να αισθάνεται πιο ελεεινός και από τους απίστους και τους ειδωλολάτρες. Γι’ αυτό, η απάντηση δεν είναι η άμεση πάλη με τον λογισμό, αλλά η συνειδητή περιφρόνησή του και η άρνηση να του δώσουμε σημασία.

Η νίκη μέσω της ταπείνωσης και της πνευματικής καθοδήγησης

Ο άγιος χρησιμοποιεί μια δυνατή εικόνα για να εξηγήσει την μάταιη φύση της αντιπαράθεσης: όποιος επιχειρεί να συλλάβει τον λόγο του πονηρού πνεύματος μοιάζει με άνθρωπο που προσπαθεί να κλείσει τον άνεμο στις χούφτες του. Η μόνη ασφαλής οδός είναι η εκούσια εξουδένωση του λογισμού και η καταφυγή στην αυτομεμψία και την εξαγόρευση.

Ὁ ἐξουθενώσας τοῦτον, τοῦ πάθους ἠλευθέρωται. Ὁ δὲ ἄλλως αὐτῷ παλαίειν σοφιζόμενος, εἰς τέλος ὑπόκειται. Ὁ γὰρ λόγοις πνεύματα κρατῆσαι βουλόμενος, ὅμοιός ἐστι τῷ ἄνεμους ἐγκλείοντι

Η σύγκριση με τον άνεμο αποκαλύπτει την αστάθεια του δαιμονικού πειρασμού: εμφανίζεται ξαφνικά και φεύγει αμέσως, γι’ αυτό χρειάζεται ψυχραιμία και όχι σύγκρουση. Η ισχύς της ταπείνωσης σαρκώνεται στο συγκλονιστικό περιστατικό του μοναχού που βασανιζόταν επί είκοσι έτη, κατατηγμένος από νηστείες και αγρυπνίες, χωρίς ανακούφιση. Μόνο όταν ταπεινώθηκε πλήρως, γράφοντας το πάθος σε χαρτί και πέφτοντας μπροστά στον άγιο γέροντα, ελευθερώθηκε. Ο γέροντας, αφού μειδίασε, πήρε την αμαρτία επάνω του, λέγοντας: «Επί τον εμόν τράχηλον, αδελφέ, η αμαρτία αύτη». Η απαλλαγή ήρθε αμέσως, διδάσκοντας ότι η νίκη δίνεται μέσα από την απάρνηση του εγωισμού και την έμπρακτη εμπιστοσύνη στην πνευματική καθοδήγηση.

Καταληκτική σημασία

Ο εικοστός τρίτος λόγος συνιστά μια κορυφή της ασκητικής σοφίας, γιατί αναδεικνύει ότι η βαθύτερη ρίζα της πνευματικής δυστυχίας είναι η αυτοθέωση. Σε έναν κόσμο που εκθειάζει την αυτοπεποίθηση και την προβολή του εγώ, ο άγιος Ιωάννης αντιτάσσει την μυστική οδό της ταπείνωσης. Η αληθινή ελευθερία βρίσκεται στην αναγνώριση της παντελούς εξάρτησης από τον Θεό και στην υπακοή στην Εκκλησία. Οι «βλάσφημοι λογισμοί» δεν είναι απόδειξη ενοχής, αλλά πρόκληση για βαθύτερη εμπιστοσύνη. Όποιος νικήσει την υπερηφάνεια, αποκρούει την ίδια την πηγή της βλασφημίας και γίνεται «άβυσσος ταπεινώσεως», θάλασσα που καταπίνει κάθε σατανική επίθεση, αναβαίνοντας τον εικοστό τρίτο βαθμό με την βεβαιότητα ότι «νίκην του πάθους ο ειληφώς απώσατο υπερηφανίαν».

Ἡ ἀνωτέρω περίληψη καὶ ἀνάλυση συνετάχθησαν ἐπικουρικῶς μὲ χρήση τεχνητῆς νοημοσύνης (μοντέλο DeepSeek V4 Pro (deepseek-v4-pro), μέσῳ DeepSeek API)· τὸ κατωτέρω πρωτότυπον κείμενον παραμένει ἀναλλοίωτο (PG 48, δημόσιος τομέας). Ἔγινε ἀνθρώπινος ἔλεγχος, ὡστόσο ἀπαιτεῖται προσοχὴ γιὰ τυχὸν λάθη ἢ παρερμηνεῖες.

↓ Μετάβαση στὸ πρωτότυπον κείμενον

Κλῖμαξ τοῦ ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου — τὸ πρωτότυπον κείμενον κατὰ τὴν Ἑλληνικὴν Πατρολογίαν (PG 88), ἐκ τῆς ψηφιακῆς ἐκδόσεως τοῦ pantocrator.gr. Public domain.

Ὑπερηφανία ἐστὶ Θεοῦ ἄρνησις, δαιμόνων εὔρημα, ἐξουδένωσις ἀνθρώπων, κατακρίσεως μήτηρ, ἐπαίνων ἀπόγονος, ἀκαρπίας τεκμήριον, βοηθείας Θεοῦ φυγαδευτήριον, ἐκστάσεως πρόδρομος, ἐπιληψίας ὑπόθεσις, θυμοῦ πηγή, ὑποκρίσεως θύρα, δαιμόνων στήριγμα, ἁμαρτημάτων φύλαξ, ἀσπλαχνίας πρόξενος, συμπαθείας ἄγνοια, λογοθέτης πικρός, δικαστὴς ἀπάνθρωπος, Θεοῦ ἀντίπαλος, βλασφημίας ῥίζα, ἀρχὴ ὑπερηφανίας, τέλος κενοδοξίας. Μεσότης δὲ ἐξουδένωσις τοῦ πλησίον, πόνων ἰδίων ἀναιδὴς ἐκπόμπευσις, ἔπαινος ἐν καρδίᾳ, ἔλεγχου μῖσος. Τέλος ἄρνησις Θεοῦ βοηθείας, καὶ οἰκείας σπουδῆς ἔπαρσις, δαιμονιῶδες ἦθος. Ἀκούσωμεν πάντες οἱ τὸν βόθρον ἐκφυγεῖν βουλόμενοι, ἐξ εὐχαριστίας πολλάκις τὸ πάθος τὴν νομὴν φιλεῖ προσλαμβάνεσθαι. Ἀναιδῶν γὰρ ἐκ προοιμίων Θεὸν ἀρνεῖσθαι οὐ ὑποτίθεται. Εἶδον εὐχαριστοῦντας τῷ Θεῷ στόματι, καὶ μεγαλαυχοῦντας τῷ φρονήματι. Καὶ μαρτυρεῖ τοῦτο σαφῶς ὁ Φαρισαῖος ἐκεῖνος εἰρηκώς. «Ὁ Θεός, εὐχαριστῶ σοι». Ὅπου πτῶμα κατέλαβεν, ἐκεῖ ὑπερηφανία προεσκήνωσε. Μηνυτὴς γὰρ τοῦ προτέρου τὸ δεύτερον. Ὑπόθου μοι εἶναι δώδεκα πάρθη τῆς ἀτιμίας. Τινὸς τετιμημένου ἀκήκοα φήσαντος. Ἐὰν ἒν τούτων (λέγω δὴ τὴν οἴησιν) ἀγαπήσῃς θελήματι, ἐκεῖνο ἀναπληρώσει τὸν τόπον τῶν ἕνδεκα. Ὑψηλόφρων μοναχὸς ἀντιλέγει σφοδρῶς. Ο δὲ ταπεινόφρων οὐδαμῶς ἀντιλέγειν ἐπίσταται. Οὐχ ὑποκλίνει κυπάρισσον εἰς γῆν περιπατεῖν. Οὐδὲ μοναχὸς ὑψηλοκάρδιος ὑπακοὴν κτήσασθαι. Ἀνὴρ ὑψηλοκάρδιος τοῦ ἄρχειν ὀρέγεται. Ἄλλως γάρ, ὡς ἔτυχεν, ἀπόλεσθαι εἰς τέλος οὐ δύναται. Μᾶλλον δὲ οὐ βούλεται. «Ὑπερηφάνοις Κύριος ἀντιτάσσεται». Τὶς λοιπὸν τούτους ἐλεῆσαι δύναται; Ἀκάθαρτος παρά Κυρίῳ πᾶς ὑψηλοκάρδιος, Καὶ τὶς λοιπὸν τὸν τοιοῦτον ἀποκαθᾶραι δύναται; Παίδευσις μὲν ὑπερηφάνῳ πτῶμα. Σκόλοψ δὲ δαίμων. Ἐγκατάλειψις δὲ ἔκτασις. Καὶ τὰ μὲν πρότερα πολλάκις καὶ ἄνθρωποι ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων ἐθεραπεύθησαν. Τὸ δὲ ἔσχατον παρ’ ἀνθρώποις ἀνίατον. Ο ἀποσειόμενος ἔλεγχον, τὸ πάθος ἐσήμανεν. Ο δὲ προσδραμών, τοῦ δεσμοῦ λέλυται. Εἰ χωρὶς ἑτέρου πάθους τις διὰ τούτου καὶ μόνου τῶν οὐρανῶν κατέπεσε, ζητητέον μήπως καὶ δίχα ἀρετῆς ἑτέρας ἐκ ταπεινώσεως εἰς οὐρανοὺς ἀναβαίνειν ἐνδέχεται. Ὑπερηφανία ἐστὶ πλούτου καὶ ἱδρώτων ἀπώλεια. Ἐκέκραξαν, καὶ οὐκ ἦν ὁ σώζων, πάντως, ὅτι μεθ’ ὑπερηφανίας ἐκέκραξαν πρὸς Κύριον, καὶ οὐκ εἰσήκουσεν αὐτῶν, πάντως, ὅτι τὰς αἰτίας καθ’ ὦν ηὔχοντο, οὐκ ἀπέκοπτον.

Ἀδελφὸν ὑπερηφανευόμενον γέρων γνωστικώτατος πνευματικῶς ἐνουθέτησε, ὁ δὲ τυφλώττων φησί. Συγχώρησον, πάτερ, οὐκ εἰμὶ ὑπερήφανος. Ο δὲ πάνσοφος γέρων πρὸς αὐτόν. Καὶ ποίαν, φησί, τέκνον, ἀπόδειξιν σαφεστέραν ταύτης παρέχεις ἡμῖν τοῦ πάθους, ἀλλ’ ἢ τὸ εἰπεῖν. Οὐκ εἰμὶ ὑπερήφανος; Πάνυ τοῖς τοιούτοις συνέρχεται ἡ ὑποταγή, καὶ παχυτέραν καὶ ἀτιμοτέρα διαγωγή. Καὶ ἡ τῶν ὑπὲρ φύσιν

τῶν πατέρων κατορθωμάτων ἀνάγνωσις. Ἴσως κἂν οὕτως ἔσται τοῖς νοσοῦσι μικρὰ σωτηρίας ἐλπίς. Ἀσχύνη ἐπ’ ἀλλοτρίῳ κόσμῳ ἐπαίρεσθαι. Ἄνοια δὲ ἐσχάτη, ἐπὶ χαρίσμασι Θεοῦ φαντάζεσθαι. Ὅσα σοι κατορθώματα πρὸ τῆς σῆς γεννήσεως γεγόνασιν, ἐπὶ τούτοις μόνοις ἐπαίρου. Τὰ γὰρ μετὰ γέννησιν ὁ Θεὸς ἐδωρήσατο, ὥσπερ καὶ τὴν γέννησιν. Ὅσας ἐκτὸς τοῦ νοὸς ἀρετὰς κατώρθώκας, αὗται καὶ μόναι σοῦ τυγχάνουσι, Τὸν γὰρ νοῦν Θεὸς ὁ δωρησάμενος. Ὅσα ἐκτὸς τοῦ σώματος ἐπεδείξω ἔπαθλα, ἐκ σῆς σπουδῆς καὶ μόνον γεγόνασι. Τὸ γὰρ σῶμα, οὐ σόν, ἀλλὰ τοῦ Θεοῦ ποίημα. Μὴ θάρσει ἕως τὴν ἀπόφασιν δέξη, ὀρῶν ἐκεῖνον καὶ μετὰ τὴν ἐν τῷ νυμφῶνι κατάκλισιν χεῖρας καὶ πόδας δεσμούμενον, καὶ εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον ἐξοριζόμενον. Μὴ ὑψαυχένει, γήϊνος ὤν. Πολλοὶ γὰρ καὶ ἐξ οὐρανῶν ἐῤῥιφησαν ἅγιοι καὶ ἀϋλοι τυγχάνοντες. Ὄταν χώραν ἐν τοῖς ἑαυτοῦ ἐργάταις ὁ δαίμων λήψεται τότε ἂν τοῖς κατὰ τοὺς ὕπνους, ἢ καὶ καθ’ ὕπαρ ὡς ἐν σχήματι δήθεν ἁγίου ἀγγέλου ἢ καὶ μάρτυρός τινος ἐπιφαινόμενος, μυστηρίων αὐτοῖς ἀποκάλυψιν, ἢ χαρισμάτων δωρεὰν ἐπιδίδωσιν, ἴνα ἀπατηθέντες οἱ τάλανες τελείως τῶν φρενῶν ἐκπέσωσιν. Εἰ καὶ μυρίους θανάτους ὑπὲρ Χριστοῦ ὑπομείνωμεν, οὐδὲ οὕτως τὸ δέον ἀνεπληρώσαμεν. Ἄλλο γὰρ αἷμα Θεοῦ, καὶ ἕτερον αἷμα δούλων, κατὰ τὸ ἀξίωμα, καὶ οὐ κατὰ τὴν οὐσίαν. Συζητοῦντες ἑαυτοὺς ἀεί, καὶ ἀνακρίνοντες πρὸς τοὺς πρὸ ἠμῶν πατέρας καὶ φωστῆρας, μὴ παυσώμεθα, καὶ τότε εὑρήσομεν ἑαυτοὺς μηδὲ ὅλως ἴχνος ἀκριβοῦς πολιτείας πατήσαντας. Μηδὲ τὸ ἐπάγγελμα ὁσίως τηρήσαντας ἀλλ’ ἔτι ἐν τῇ κοσμικῇ καταστάσει διατρίβοντας.

Μοναχὸς κυρίως ἐστὶν ἀμετεώριστον ὄμμα ψυχῆς, καὶ ἀκίνητος σώματος αἴσθησις. Μοναχὸς ἐστιν ὁ τοὺς πολεμίους, δίκην θηρῶν, προσκαλούμενος, καὶ ἐρεθίζων ἐν τῷ φεύγειν ἀπ’ αὐτοῦ. Μοναχὸς ἐστιν ἀδιάστατος ἔκστασις, καὶ λύπη ζωῆς. Μοναχὸς ἐστιν ὁ ποιωθεὶς ταῖς ἀρεταῖς, ὡς ἄλλος ταῖς ἡδοναῖς. Μοναχὸς ἐστιν ἄληκτον φῶς ἐν ὀφθαλμῷ καρδίας. Μοναχὸς ἐστιν ἄβυσσον ταπεινώσεως, ἐν αὐτῇ πᾶν πνεῦμα κρημνίσας καὶ ἀποπνίξας. Λήθην πταισμάτων τύφος ἐργάζεται. Ἐκείνων γὰρ μνήμη ταπεινοφροσύνης πρόξενος. Ὑπερηφανία ἐστὶν ἐσχάτη πενία ψυχῆς. Πλοῦτον ἐν σκοτεία οἰομένη οὐ μόνον προβαίνειν οὐκ ἐᾷ ἡ μιαρά, ἀλλὰ καὶ τοῦ ὕψους ἀποῤῥίπτει. Ὑπερηφανία ἐστὶ ῥοία ἔσωθεν σεσηπυΐα, ἔξωθεν, δὲ τῇ ὤρᾳ ἀποστίλβουσα. Μοναχὸς ὑπερήφανος οὐ δεηθήσεται δαίμονος. Αὐτὸς γὰρ λοιπὸν ἑαυτῷ δαίμων καὶ πολέμιος γέγονεν. Ἀλλότριον μὲν τοῦ φωτὸς τὸ σκότος. Ἀλλότριος δὲ καὶ ὑπερήφανος παντοίας ἀρετῆς. Ἐν ὑπερηφάνων καρδίαις γεννηθήσονται βλασφημίας ῥήματα. Ἐν ταπεινῶν δὲ ψυχαῖς, οὐράνια θεωρήματα. Βδελύττεται ἤλιον κλέπτης, ὑπερήφανος δὲ πραεῖς ἐξουδενώσει. Ἔλαβον, πῶς οὐκ οἶδα, ἑαυτοὺς ὑπερηφάνων πλεῖστοι. Καὶ δόξαντες ἀπαθεῖς εἶναι, τὴν οἰκείαν πενίαν ἐν ἐξόδῳ ἑωράκασιν. Ὁ ταύτῃ ἀλοὺς Κυρίου δεηθήσεται. Ματαία γὰρ παρ’ ἐκείνῳ σωτηρία ἀνθρώπων. Κατείληφά που τὴν ἀκέφαλον πλανῆτιν πέλουσαν ἐν τῇ ἐμῆ καρδίᾳ, καὶ ἐπὶ τῶν ὤμων τῆς οἰκείας μητρὸς ὀχουμένην. Ἂς παγιδεύσας δεσμῶ ὑποκοῆς, καὶ μάστιγι εὐτελείας μαστιγώσας, τὴν ἐν ἐμοὶ αὐτῶν εἴσοδον ἐξήταζον λέγειν. Διὸ καὶ μαστιζόμενοι ἔλεγον. Ἠμεῖς ἀρχὴν οὐκ ἔχομεν, οὐδὲ γέννησιν.

Ἄρχουσαι γὰρ καὶ γεννήτριαι πάντων τῶν παθῶν καθεστήκαμεν. Πολεμεῖ δὲ ἠμᾶς οὐ μετρίως συντριμμὸς καρδίας ἐν ὑποταγῇ τικτόμενος. Ἄρχεσθαι γὰρ ὑπ’ οὐδενὸς σεσυνηθίκαμεν. Διὸ καὶ ἐν οὐρανοῖς ἄρχουσαι γεγονυΐαι, ἐκεῖθεν ἀπεστατήσαμεν. Διὸ καὶ πάντων συλλήβδην εἰπεῖν, τῶν ἀντιπραττόντων τῇ ταπεινοφροσύνῃ, ἠμεῖς γεννήτριαι. Πάντα γὰρ τὰ οὐρανῷ ἰσχύσαμεν, καὶ ποῦ ἀπὸ προσώπου ἠμῶν φεύξῃ; Ἠμεῖς πολλάκις ἐπ’ ἀτιμίαις, καὶ ὑπακοῇ, καὶ ἀοργησίᾳ, καὶ ἀμνησικακίᾳ καὶ διακονίᾳ ἐπακολουθεῖν πεφύκαμεν. Ἠμῶν ἔκγονα πτώματα πνευματικῶν, ὀργή, καταλαλιά, πικρία, θυμός, κραυγή, βλασφημία, ὑπόκρισις, μῖσος, φθόνος, ἀντιλογία, ἰδιορρυθμία, ἀπειθεία. Ἓν ἐστι καὶ μόνον ἐν ᾦ ἐπιχειρεῖν οὐκ ἔχομεν δύναμιν. Καὶ τοῦτο σοι μαστιζόμεναι λέγομεν. Ἐὰν ἑαυτὸν ἐνώπιον Κυρίου εἰλικρινῶς καταμέμψῃ, ἠμᾶς ὡς ἀράχνην λελογίσῃ. Ἵππος μὲν γάρ, ὡς ὀρᾷς, ὑπερηφανίας κενοδοξία, ἐφ’ ἢν ἐπιβέβηκα. Ἡ δὲ ὀσία ταπείνωσις, καὶ αὐτομεμψία καταγελάσονται ἵππου καὶ τοῦ ἐπιβάτου αὐτοῦ. Τὴν ἐπινίκιον ᾠδὴν ἐνηδόνως ᾄδουσαι. «Ἄσωμεν τῷ Κυρίω, ἐνδόξως γὰρ δεδόξασται, ἵππον καὶ ἀναβάτην ἔῤῥιψεν εἰς θάλασσαν, καὶ ἄβυσσον ταπεινώσεως.»

Εἰκοστὸς τρίτος βαθμός. Ο ἀναβεβηκὼς ἴσχυσεν, εἴπερ ἄρα καὶ ἀναβεβηκέναι δεδύνηται.

Περὶ τῶν ἀνεκφράστων λογισμῶν τῆς βλασφημίας

Χαλεπῆς ῥίζης καὶ μητρὸς χαλεπώτατον ἀπόγονον εἶναι ἐν τοῖς φθάσασιν ἀκηκόαμεν, λέγω δὴ τῆς μιαρᾶς ὑπερηφανίας ἄῤῥητον τῆς βλασφημίας ἀπόγονο. Διὸ ἀναγκαῖον αὐτὸν εἰς μέσον ἀχθῆναι. Οὒ γὰρ τῶν τυχόντων, ἀλλὰ γε και πολὺ πάντων χαλεπώτερος ἐχθρὸς καὶ πολέμιος καθέστηκε, καὶ τὸ δὴ χαλεπώτερον οὐδὲ εὐχερῶς ἐκφρασθῆναι καὶ ἐξομολογηθῆναι, ἢ στηλιτευθῆναι πνευματικῷ ἰατρῷ δυνάμενος. Διὸ καὶ πολλοῖς πολλάκις ἀπόγνωσιν καὶ ἀνελπιστίαν ἐγέννησεν. Ὥσπερ σκώληξ ἐν ξύλω, πᾶσαν αὐτῶν τὴν ἐλπίδα ἐξαναλώσας ὁ ἀνόσιος. Οὗτος τοίνυν, οὗτος ὁ παμμίαρος φιλεῖ πολλάκις παρ’ αὐτὰς τὰς ἁγίας συνάξεις, καὶ κατ’ αὐτὴν τὴν φρικτὴν τῶν μυστηρίων ὤραν δυσφημεῖν τὸν Κύριον, καὶ τὰ τελούμενο ἅγια. Ὅθεν μάλιστα καὶ μανθάνομεν σαφῶς μὴ οὖσαν τὴν ἡμετέραν ψυχὴν τὴν τὰ ἄθεσμα, καὶ ἀκατάληπτα ἐκεῖνα, καὶ ἄῤῥητα λόγια ἔνδοθεν φθεγξαμένη. Ἀλλὰ τὸν μισόθεον δαίμονα τὸν ἐκ τῶν οὐρανῶν δραπετεύσαντα. Διὰ τὸ κἀκεῖ τὸν Κύριον βλασφημίας τῷ δοκεῖν βαλεῖν. Εἰ γὰρ ἐμοὶ οἱ ἄσμενοι ἐκεῖνοι καὶ ἀπρεπεῖς λόγοι, πῶς τὸ δῶρον δεξάμενος προσκυνῶ; Πῶς λοιδορεῖν καὶ εὐλογεῖν δύναμαι; Πολλοὺς ὁ ἀπατεὼν τοῦτος καὶ ψυχοφθόρος εἰς ἔκστασιν φρενῶν ἤγαγε πολλάκις. Οὐδεὶς γὰρ ἕτερος λογισμὸς οὕτως δυσεξαγόρευτος, ὡς αὐτὸς καθέστηκε. Διὸ πολλάκις τοῖς πολλοῖς καὶ συνεγήρασεν. Οὐδὲν γὰρ οὕτως τοῖς δαίμοσι καὶ τοῖς λογισμοῖς ἰσχὺν καθ’ ἠμῶν δίδωσιν, ὡς τὸ τούτους ἀνεξαγορεύτους ἐν τῇ καρδίᾳ σιτίζεσθαι καὶ ἀποκρύπτεσθαι. Μηδεὶς ἐπὶ λογισμοῖς βλασφημίας αὐτὸν αἴτιον εἶναι λογίσοιτο. Καρδιογνώστης γὰρ ἐστιν ὁ Κύριος καὶ ἐπίσταται, οὐχ ἠμῶν, ἀλλὰ τῶν ἐχθρῶν ἠμῶν εἶναι τὰ τοιαῦτα ῥήματα. Τὸ μεθύειν αἴτιον τοῦ προσκόπτειν καὶ τὸ ὑπερηφανεύεσθαι, αἴτιων τῶν ἀπρεπῶν λογισμῶν, καὶ ἐκ μὲν τοῦ προσκόπτειν ἀναίτιος ὁ προσκόψας, ἐκ δὲ τοῦ μεθύειν πάντως τιμωρηθήσεται. Ἐν προσευχῇ σταθέντων ἠμῶν οἱ ἀκάθαρτοι καὶ ἄῤῥητοι λογισμοὶ ἐκεῖνοι ἐπανέστησαν. Καὶ τὴν προσευχὴν πληρωσάντων, εὐθέως ὑπεχώρησαν. Τοῖς γὰρ μὴ μαχομένοις αὐτοῖς οὐ φιλοῦσι μάχεσθαι. Οὐ μόνον τὸ Θεῖον, καὶ τὰ θεῖα πάντα ὁ ἄθεος βλασφημεῖ, ἀλλὰ αἰσχροτάτους τινὰς καὶ ἀπρεπεῖς λόγους ἐν ἠμῖν φθέγγεται. Ἴνα ἢ τὴν προσευχὴν καταλείψωμεν, ἢ ἑαυτῶν ἀπογνῶμεν. Πολλοὺς μὲν τῆς προσευχῆς ἀνέκοψε, πολλοὺς δὲ τῶν μυστηρίων ἀπεχώρησε. Τινῶν μὲν τὰ σώματα τῇ λύπῃ κατέτηξεν. Ἄλλους δὲ διὰ νηστείας δεδάμακεν ὁ πονηρὸς οὗτος καὶ ἀπάνθρωπος τύραννος καὶ οὐδεμίαν αὐτῆς τὴν ἄνεσιν δέδωκεν. Οὐ μόνον τοῖς κατὰ κόσμον, ἀλλὰ καὶ τοῖς τὸν μοναδικὸν βίον μετερχομένοις τοῦτο ἀπεργασάμενος, μηδεμίαν αὐτοῖς λοιπὸν σωτηρίαν ἔχειν ὑποτιθέμενος, ἀλλὰ καὶ ἀπίστων καὶ Ἑλλήνων πάντων ἐλεεινοτέρους εἶναι ἀποφαινόμενος.

Ὁ πνεύματι βλασφημίας ὀχλούμενος, καὶ τούτου ἀπαλλαγῆναι βουλόμενος ἐπιγνώτω ἀκριβῶς, μὴ τὴν ψυχὴν τὴν ἑαυτοῦ αἴτιον εἶναι τῶν τοιούτων λογισμῶν, ἀλλὰ αὐτὸν ἀκάθαρτον δαίμονα, τὸν ποτε πρὸς Κύριον λέγοντα. «Ταῦτα πάντα σοι δώσω, εἰ ἂν πεσὼν προσκυνήσῃς μοι». Διὸ καὶ ἠμεῖς ἐξουθενοῦντες αὐτόν, καὶ

μηδόλως τὰ παρ’ αὐτοῦ λογιζόμενα εἰς μέτρον ἔχοντες, εἴπωμεν. «Ὕπαγε ὀπίσω μου, Σατανᾶ, Κύριον τὸν Θεὸν μου προσκυνήσω, καὶ αὐτῷ μόνῳ λατρεύσω». Σοῦ δὲ ἐπιστρέψει ὁ πόνος καὶ ὁ λόγος ἐπὶ τὴν κεφαλὴν σου, καὶ ἐπὶ τὴν κορυφὴν σου, ἡ βλασφημία σου καταβήσεται ἐν τῷ νῦν καὶ ἐν τῷ μέλοντι αἰῶνι. Ὁ ἐκτὸς τοῦ προειρημένου τρόπου τὸν τῆς βλασφημίας δαίμονα παλαῖσαι βουλόμενος, ὅμοιός ἐστι τῷ ἐν ταῖς αὐτοῦ χερσὶν ἀστραπὴν κατασχεῖν δοκιμάζοντι. Πῶς γὰρ καὶ καταλήψεται, ἢ ἀντείπῃ, ἢ παλαίσῃ τῷ ἐξαίφνης ἐν τῇ καρδίᾳ δίκην ἀνέμου παρερχομένῳ καὶ ῥοπῆς, τάχιστα τὸν λόγον λέγοντι, καὶ εὐθέως ἀφαντουμένῳ; Πάντες γὰρ οἱ πολέμιοι καὶ ἵστανται, καὶ προσπαλαίουσι, καὶ χρονίζουσι, καὶ καιρὸν παρέχουσι τῷ κατ’ αὐτῶν παλαίειν βουλομένῳ. Οὗτος δὲ οὔ, ἀλλὰ ἄμα τοῦ φανῆναι ἀπέστη, καὶ ἄμα τοῦ προσλαλῆσαι παρῆλθε.

Πολλάκις ἐν τῇ τῶν ἁπλουστέρων ἀκεραιοτέρων διανοίᾳ ὁ τοιοῦτος δαίμων φιλοχωρεῖν εἴωθε, οἵτινες καὶ μάλιστα σφοδροτέρως τῶν ἄλλων θορυβοῦνται καὶ ταράττονται. Ἐν οἶς καὶ λέγομεν κυρίως, οὐκ ἐξ οἰήσεως, ἀλλ’ ἐκ φθόνου τῶν δαιμόνων τὸ πᾶν γίνεσθαι. Τοῦ κρίνειν καὶ τοῦ κατακρίνειν τὸν πλησίον παυσώμεθα, καὶ λογισμοὺς βλασφημίας οὐ φοβηθησόμεθα. Ἀφορμὴ γὰρ καὶ ῥίζα τοῦ δευτέρου τὸ πρότερον. Ὥσπερ ὁ ἐν οἴκῳ κατακεκλεισμένος ὑπάρχων τῶν ἔξω παριόντων τοὺς λογοὺς ἀκούει, αὐτὸς τούτους μὴ φθεγγόμενος, οὕτω καὶ ἡ ψυχὴ ἐν ἑαυτῇ διάγουσα, τὰς τοῦ δαίμονος βλασφημίας ἀκροωμένη ταράττεται, ἅπερ φθέγγεται δι’ αὐτῆς παρερχόμενος, Ὁ ἐξουθενώσας τοῦτον, τοῦ πάθους ἠλευθέρωται. Ὁ δὲ ἄλλως αὐτῷ παλαίειν σοφιζόμενος, εἰς τέλος ὑπόκειται. Ὁ γὰρ λόγοις πνεύματα κρατῆσαι βουλόμενος, ὅμοιός ἐστι τῷ ἄνεμους ἐγκλείοντι.

Μοναχὸς σπουδαῖος ὑπὸ τούτου ὀχλούμενος τοῦ δαίμονος ἐπὶ εἰκοστὸν ἔτος τὰς ἑαυτοῦ σάρκας νηστείαις καὶ ἀγρυπνίαις κατέτηξε. Καὶ ὡς οὐδεμιᾶς ὠφελείας ᾔσθετο ἀπελθὼν καὶ τὸ πάθος ἐν χάρτῃ γεγραφὼς, ἁγίῳ τινὶ ἀνδρὶ ἐπέδωκεν ἐπὶ πρόσωπον κείμενος καὶ πρὸς αὐτὸν ἀνανεύειν μὴ δυνάμενος. Ὡς δὲ ἀνέγνω ὁ γέρων, ἐμειδίασε, καὶ ἀναστήσας τὸν ἀδελφὸν λέγει αὐτῷ. Ἐπίθες, τέκνον, τὴν σὴν χεῖρα ἐπὶ τὸν ἐμὸν αὐχένα. Καὶ ὡς τοῦτο ὁ ἀδελφὸς πεποίηκε, λέγει ὁ μέγας. Ἐπὶ τὸν ἐμὸν τράχηλον, ἀδελφέ, ἡ ἁμαρτία αὕτη, ὅσα ἔτη καὶ πεποίηκε, καὶ ποιήσει ἐν σοί, μόνον σὺ αὐτὴν εἰς μέτρον μηκέτι ἔχε. Καὶ διαβεβαιοῦτο ὁ τοιοῦτος, ὡς οὐ πρώην τῆς κέλλης τοῦ γέροντος ἐξεληλύθει, ἕως οὖ τὸ πάθος θᾶττον ἄφαντον γέγονεν. Τούτου ἐν πείρᾳ γενόμενος ἐμοὶ διηγήσατο εὐχαριστῶν τῷ Χριστῷ.

Νίκην τοῦ πάθους ὁ εἰληφὼς ἀπώσατο ὑπερηφανίαν.