Νικόλαος Καβάσιλας
Ἑρμηνεία τῆς θείας Λειτουργίας — Μέρος Β΄ (κεφ. ΙϚʹ–Λʹ)
Περίληψη
Το παρόν τμήμα της «Ερμηνείας της θείας Λειτουργίας» του αγίου Νικολάου Καβάσιλα εκθέτει διεξοδικά την πνευματική σημειολογία των μερών της Θείας Ευχαριστίας από τις αρχικές ψαλμωδίες μέχρι την τελεσιουργία των Τιμίων Δώρων. Με βαθιά θεολογική σκέψη και ποιμαντική ευαισθησία, ο Καβάσιλας αποδεικνύει ότι ολόκληρη η ακολουθία δεν είναι απλώς ένα τελετουργικό, αλλά μια ενιαία και ζωντανή αναπαράσταση της όλης οικονομίας του Χριστού, από την άχρονη προτύπωση μέχρι την Ανάσταση και την Πεντηκοστή. Κάθε στοιχείο —ψαλμός, ανάγνωσμα, είσοδος, ευχή— φέρει ένα ιδιαίτερο νόημα που οδηγεί τον πιστό σε βαθύτερη κατανόηση του μυστηρίου και σε προσωπική συνάντηση με τον αναστάντα Κύριο.
Η Θεία Λειτουργία ως ενιαία εικόνα της οικονομίας του Χριστού
Ο Καβάσιλας τονίζει ρητά ότι το μυστήριο της θείας Οικονομίας σημαίνεται τόσο από την ίδια τη θυσία όσο και από όσα τελούνται και λέγονται πριν και μετά από αυτήν. Η θυσία καταγγέλλει τον θάνατο, την ανάσταση και την ανάληψη του Κυρίου, ενώ τα προ της θυσίας προτυπώνουν την παρουσία και την ανάδειξή Του, και τα μετά τη θυσία φανερώνουν την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος και την επιστροφή των εθνών. Ολόκληρη η μυσταγωγία είναι «ένα σώμα ιστορίας», που από την αρχή μέχρι το τέλος διατηρεί την αρμονία και την πληρότητα, δίνοντας έτσι στον κάθε πιστό τη δυνατότητα να βιώσει το σύνολο του λυτρωτικού έργου.
Ἡ μὲν γὰρ θυσία τὸν θάνατον αὐτοῦ καταγγέλλει καὶ τὴν ἀνάστασιν καὶ τὴν ἀνάληψιν, ὅτε τὰ τίμια δῶρα εἰς αὐτὸ τὸ Κυριακὸν μεταβάλλει σῶμα, τὸ ἀναστάν, τὸ εἰς τὸν οὐρανὸν ἀνεληλυθός
Η παρατήρηση αυτή αποκαλύπτει τη δραματική ενότητα της θείας Λατρείας, όπου ο χρόνος και ο χώρος υπερβαίνονται, καθιστώντας τους μετέχοντες συγχρόνους των γεγονότων της σωτηρίας. Έτσι, η Λειτουργία παύει να είναι απλή ανάμνηση και γίνεται πραγματική παρουσία της βασιλείας του Θεού.
Οι ψαλμωδίες και η προφητική προτύπωση της παρουσίας του Κυρίου
Στη συνέχεια, ο ιερός συγγραφέας αναλύει τα τρία αντίφωνα ως προοίμιο της μυσταγωγίας, που σημαίνουν τον πρώτο καιρό της οικονομίας του Χριστού. Το πρώτο αντίφωνο, από τον 91ο Ψαλμό, υμνεί την αγαθότητα της εξομολόγησης και αναγγέλλει το έλεος και την αλήθεια του Θεού, δηλαδή τη σαρκική οικονομία του Υιού που έφερε τη συγχώρεση και αντικατέστησε τις σκιές του Νόμου. Η ευαγγελική χάρη δεν απορρίπτει το νόμο, αλλά τον πληροί ως αλήθεια και κρίση δικαιοσύνης.
ταῦτα γὰρ ἔλεος καλεῖ καὶ ἀλήθειαν. Ἔλεος μὲν ὅτι πάντων ἀθλιώτατα διακειμένους καὶ ἐχθροὺς ὄντας καὶ πολεμίους αὐτῷ, διὰ πολλὴν χρηστότητα καὶ φιλανθρωπίαν, οὐ περιεῖδε, καὶ οὐ συνήλγησε μόνον τῆς συμφορᾶς ἡμῖν, ἀλλὰ καὶ αὐτῶν ἐκοινώνησε τῶν κακῶν, φθορᾶς καὶ θανάτου
Το δεύτερο αντίφωνο ανυμνεί τη βασιλεία και την ευπρέπεια του Υιού που προέκυψε από την κένωση, ενώ υποδεικνύει τον καιρό πριν από τον Ιωάννη τον Πρόδρομο, όταν ο Χριστός ήταν παρών αλλά δεν είχε ακόμη φανερωθεί πλήρως. Το τρίτο αντίφωνο, αντίθετα, αποπνέει χαρά και αγαλλίαση, καθώς ο προφήτης βλέπει με τα μάτια της ψυχής την επιφάνεια του Σωτήρος και καλεί όλους να προϋπαντήσουν το πρόσωπό Του με δοξολογία. Έτσι οι ψαλμωδίες γίνονται προφητικός οδοδείκτης που προετοιμάζει την καρδιά για την υποδοχή του Λυτρωτή.
Η ανάδειξη του Ευαγγελίου και ο Τρισάγιος Ύμνος
Αφού ψαλούν τα προφητικά, ο ιερέας υψώνει το Ευαγγέλιο για να το αναδείξει, συμβολίζοντας τη στιγμή που ο Κύριος άρχισε να φανερώνεται ανοιχτά. Το Ευαγγέλιο παύει τις προφητικές ψαλμωδίες, καθώς ο προφητευόμενος είναι πλέον παρών, και η Εκκλησία υμνεί πλέον τον ίδιο τον Χριστό ή όσα Εκείνος έπραξε. Ακολουθεί ο Τρισάγιος Ύμνος, μια σύνθεση του αγγελικού «Άγιος» και του ψαλμικού «Θεός, ισχυρός, αθάνατος», στην οποία η Εκκλησία προσέθεσε την ικεσία «ελέησον ημάς». Με τον ύμνο αυτόν η λατρεύουσα κοινότητα διακηρύσσει ότι ο ενανθρωπήσας Χριστός ένωσε αγγέλους και ανθρώπους σε έναν χορό, σβήνοντας τη διάκριση ανάμεσα στα επουράνια και τα επίγεια. Είναι η στιγμή που η ουράνια λατρεία συναντά την επίγεια, και οι πιστοί συμμετέχουν στη δοξολογία των ασωμάτων. Ο τρισάγιος ύμνος γίνεται έτσι η πανηγυρική κραυγή της Εκκλησίας που αναγνωρίζει την τριαδική θεότητα και την ενότητα της λατρείας.
Από την ανάγνωση των Γραφών στην προσκομιδή των Τιμίων Δώρων
Μετά τον Τρισάγιο, η ανάγνωση των αποστολικών περικοπών και του Ευαγγελίου σηματοδοτεί μια τελειότερη φανέρωση του Κυρίου, όταν Εκείνος δίδασκε δημόσια και απέστελνε τους μαθητές Του. Οι ευχές που έπονται επικεντρώνονται στους ποιμένες και τους προστάτες της Εκκλησίας, οι οποίοι, μιμούμενοι τη φιλανθρωπία του Χριστού, συνεχίζουν το έργο Του. Στη συνέχεια, η μεγάλη Είσοδος, με την πανηγυρική μεταφορά των Τιμίων Δώρων, συμβολίζει την τελευταία ανάδειξη του Χριστού, την πορεία Του από την πατρίδα προς την Ιερουσαλήμ όπου έμελλε να θυσιαστεί. Ο πιστός καλείται να προσπέσει και να ζητήσει μνημόνευση, διότι η θυσία που επίκειται είναι το ασφαλέστερο μέσο ικεσίας και ελπίδας.
Ὅτι οὐκ ἔστιν ἄλλος τρόπος ἱκεσίας οὕτω μεγάλα δυνάμενος καὶ βεβαίας παρεχόμενος ἡμῖν τὰς ἐλπίδας, ὥσπερ ὁ διὰ τῆς φρικώδους ταύτης θυσίας, ἣ τὰς ἀσεβείας καὶ τὰς ἀνομίας τοῦ κόσμου ἐκαθάρισε δωρεάν
Αυτή η υπέρτατη διαβεβαίωση δίνει στον πιστό την τόλμη να προσεγγίσει το μυστήριο με εμπιστοσύνη στο έλεος του Θεού και να εναποθέσει σ’ Αυτόν κάθε αγωνία και προσδοκία. Η πομπή των δώρων θυμίζει ότι η θυσία του Χριστού είναι ο μόνος δρόμος προς τη σωτηρία και την αιώνια κοινωνία.
Η προετοιμασία για τη θυσία: αγάπη, ομολογία πίστεως, ευχαριστία
Πριν από την τελεσιουργία, ο ιερέας προετοιμάζει τον εαυτό του και το εκκλησίασμα μέσω ευχών, του ασπασμού της ειρήνης και της ομολογίας της πίστεως. Η αγάπη και η ομοφωνία στο Σύμβολο της Πίστεως αποτελούν την αναγκαία βάση για την προσφορά της αναίμακτης θυσίας. Αφού ο ιερεύς προτρέψει «Ἄνω σχῶμεν τὰς καρδίας», ο λαός απαντά «Ἔχομεν πρὸς τὸν Κύριον», δηλώνοντας ότι ο νους και η καρδιά είναι στραμμένοι στα ουράνια, εκεί όπου βρίσκεται ο Χριστός. Αυτή η κίνηση ανυψώσεως οδηγεί ευθέως στην ευχαριστία και στη δοξολογία του Θεού για όλα τα θαυμάσια της δημιουργίας και της απολυτρώσεως. Η Εκκλησία γίνεται η πραγματική εικόνα της Βασιλείας, όπου οι πιστοί παραδίδουν τον εαυτό τους ολοκληρωτικά στον Θεό. Έτσι, η λειτουργική σύναξη μεταμορφώνεται σε ζωντανό ναό του Πνεύματος, έτοιμο να δεχθεί τον ίδιο τον Χριστό.
Η τελεσιουργία των μυστηρίων: η δύναμη του λόγου του Κυρίου και της ευχής
Το αποκορύφωμα της ερμηνείας καταλαμβάνει η ανάλυση της τελεστικής ευχής. Ο ιερέας αφηγείται τον Μυστικό Δείπνο και επικαλείται την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος για να μεταβληθούν τα Δώρα σε Σώμα και Αίμα Χριστού. Ο Καβάσιλας ξεκαθαρίζει ότι ο άρτος δεν είναι πλέον τύπος ή εικόνα, αλλά το ίδιο το αληθινό Δώρο, το σώμα που γεννήθηκε από την Παρθένο, σταυρώθηκε και αναστήθηκε.
ὁ γὰρ ἄρτος τοῦ Κυριακοῦ σώματος οὐκ ἔτι τύπος, οὐδὲ δῶρον, εἰκόνα φέρων τοῦ ἀληθινοῦ δώρου, οὐδὲ γραφήν τινα κομίζων ἐν ἑαυτῷ τῶν σωτηρίων παθῶν ὥσπερ ἐν πίνακι, ἀλλ᾿ αὐτὸ τὸ ἀληθινὸν δῶρον· αὐτὸ τοῦ Δεσπότου τὸ πανάγιον σῶμα
Απαντώντας σε αιτιάσεις ορισμένων Λατίνων, που θεωρούσαν ότι τα Δώρα τελειούνται μόνο με τα λόγια του Κυρίου χωρίς ανάγκη άλλης ευχής, ο άγιος Νικόλαος επιχειρηματολογεί ότι η ευχή δεν ακυρώνει τον λόγο του Χριστού, αλλά συνεργεί μαζί του. Όπως ο δημιουργικός λόγος «Αὐξάνεσθε καὶ πληθύνεσθε» απαιτεί τον γάμο και την ανθρώπινη συνέργεια, έτσι και η σύσταση των μυστηρίων ολοκληρώνεται δια της ευχής των ιερέων, μέσω της οποίας ενεργεί το Άγιο Πνεύμα. Αυτή η αλήθεια επιβεβαιώνεται ακόμα και από τη λατινική παράδοση, η οποία επίσης εύχεται για τα Δώρα, αν και με διαφορετικές διατυπώσεις. Έτσι η Ορθόδοξη πράξη παραμένει πιστή στην αποστολική παράδοση, βεβαιώνοντας ότι ολόκληρο το σώμα της Εκκλησίας, κλήρος και λαός, συμμετέχει στην τελεσιουργία του μυστηρίου με επίγνωση και φόβο Θεού.
Κατακλείδα
Συνοψίζοντας, το δεύτερο μέρος της «Ερμηνείας» αποτελεί μια αριστοτεχνική αποκάλυψη του πνευματικού βάθους της Ορθόδοξης Λατρείας. Ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας οδηγεί τον αναγνώστη σε μια πραγματική μύηση, αποδεικνύοντας ότι τίποτε στην ακολουθία δεν είναι τυχαίο ή διακοσμητικό. Όλα τα μέρη συνυφαίνονται για να σχηματίσουν το ιερό δράμα της θείας Αγάπης, που δεν είναι απλώς υπόμνηση αλλά ζωντανή και ενεργός πραγμάτωση της σωτηρίας. Η πίστη στην αληθινή παρουσία του Χριστού και τη δράση του Παρακλήτου θωρακίζεται απέναντι σε κάθε λογική αμφιβολία, και η σύναξη των πιστών βιώνει τη λειτουργία ως πρόγευση της Βασιλείας.
Ἡ ἀνωτέρω περίληψη καὶ ἀνάλυση συνετάχθησαν ἐπικουρικῶς μὲ χρήση τεχνητῆς νοημοσύνης (μοντέλο DeepSeek V4 Pro (deepseek-v4-pro), μέσῳ DeepSeek API)· τὸ κατωτέρω πρωτότυπον κείμενον παραμένει ἀναλλοίωτο (PG 48, δημόσιος τομέας). Ἔγινε ἀνθρώπινος ἔλεγχος, ὡστόσο ἀπαιτεῖται προσοχὴ γιὰ τυχὸν λάθη ἢ παρερμηνεῖες.
ΙϚʹ. Σημασία τῆς ἱερουργίας ἐν κεφαλαίῳ
(1.) Ἀναγκαῖον δὲ ἄνωθεν κατὰ μέρος ἐπελθεῖν τῶν ψαλμῳδιῶν τὰ ῥήματα.
(2.) Ἐκεῖνο δὲ πρότερον εἰπόντας ὅτι τὸ μυστήριον τῆς τοῦ Χριστοῦ οἰκονομίας σημαίνεται μὲν διὰ τῆς θυσίας αὐτῆς, σημαίνεται δὲ καὶ διὰ τῶν πρὸ τῆς θυσίας καὶ τῶν μετὰ τὴν θυσίαν τελουμένων καὶ λεγομένων.
(3.) Ἡ μὲν γὰρ θυσία τὸν θάνατον αὐτοῦ καταγγέλλει καὶ τὴν ἀνάστασιν καὶ τὴν ἀνάληψιν, ὅτε τὰ τίμια δῶρα εἰς αὐτὸ τὸ Κυριακὸν μεταβάλλει σῶμα, τὸ ἀναστάν, τὸ εἰς τὸν οὐρανὸν ἀνεληλυθός.
(4.) Τὰ δὲ πρὸ τῆς θυσίας, τὰ πρὸ τοῦ θανάτου, τὴν παρουσίαν, τὴν ἀνάδειξιν, τὴν τελείαν φανέρωσιν· τὰ δὲ μετὰ τὴν θυσίαν, «τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ Πατρός», ὡς αὐτὸς εἶπε, τὴν τοῦ Πνεύματος εἰς τοὺς ἀποστόλους κάθοδον, τὴν τῶν ἐθνῶν δι᾿ ἐκείνων εἰς τὸν Θεὸν ἐπιστροφὴν καὶ τὴν κοινωνίαν.
(5.) Καὶ ἔστιν ἡ πᾶσα μυσταγωγία καθάπερ τι σῶμα ἓν ἱστορίας, ἀπ᾿ ἀρχῆς ἄχρι τέλους τὴν συμφωνίαν καὶ ὁλοκληρίαν φυλάττον, ὥστε ἕκαστον τῶν τελουμένων ἢ λεγομένων ἰδίαν τινὰ συντέλειαν τῇ ὁλότητι παρέχειν. Ὅθεν οἱ μὲν ψαλμοί, ὡς ἂν ἐν προοιμίοις τῆς μυσταγωγίας ᾀδόμενοι, τὸν πρῶτον καιρὸν τῆς τοῦ Χριστοῦ οἰκονομίας σημαίνουσι, τὰ δὲ μετὰ τούτους, αἵ τε τῶν ἱερῶν Γραφῶν ἀναγνώσεις καὶ τὰ ἄλλα, τὸν ἐφεξῆς. 6.) Καὶ μὴν ἄλλη τις εἴρηται ἡ αἰτία τῶν Γραφῶν καὶ τῶν ψαλμῳδιῶν· προκαθάρσια τινὰ πρὸς τὰ μυστήρια, καὶ παρασκεύας· ἀλλ᾿ οὐδὲν κωλύει καὶ τοῦτο κἀκεῖνο δύνασθαι, καὶ τὰ αὐτὰ καὶ τοὺς πιστοὺς ἁγιάζειν καὶ τὴν οἰκονομίαν σημαίνειν. Καθάπερ γὰρ τὰ ἱμάτια πληροῦσι μὲν τὴν χρείαν τῆς ἐνδύσεως καὶ καλύπτουσι τὸ σῶμα, τῷ δὲ τοιάδε εἶναι ἢ τοιάδε, καὶ ἐπιτηδεύματα σημαίνουσι καὶ βίον καὶ ἀξίωμα τῶν περικειμένων, οὕτω καὶ ἐπὶ τούτων ἔχει. Ὅτι μὲν γὰρ ὅλως θεῖαι Γραφαὶ καὶ θεόπνευστα ῥήματα τὰ ᾀδόμενα καὶ ἀναγινωσκόμενα τοὺς ἀναγινώσκοντας καὶ ᾄδοντας ἁγιάζει· ὅτι δὲ τοιαῦτα ἐξελέγησαν καὶ οὕτως ἐτάχθησαν, καὶ τὴν ἄλλην δύναμιν ἔχουσι καὶ ἀρκοῦσι πρὸς σημασίαν τῆς τοῦ Χριστοῦ παρουσίας καὶ πολιτείας. Ἐπεὶ οὐ μόνον τὰ ᾀδόμενα καὶ λεγόμενα ἀλλὰ καὶ τὰ τελούμενα τοῦτον ἔχει τὸν τρόπον, καὶ γίνεται μὲν ἕκαστον τῆς χρείας ἕνεκα τῆς ἐνισταμένης· σημαίνει δὲ καί τι τῶν τοῦ Χριστοῦ ἔργων ἢ πράξεων ἢ παθῶν· οἷόν ἐστιν ἡ εἰς τὸ θυσιαστήριον εἰσαγώγη τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τῶν τιμίων δώρων.
(7.) Καὶ τἄλλα πάντα ἃ καὶ ἀρχομένοις ἡμῖν κατὰ μέρος εἴρηται, ἵνα μὴ τὸν λόγον μηκύνωμεν αὖθις ἕκαστα καταλέγοντες.
(8.) Τούτων οὖν οὕτως ἐχόντων, θεωρῶμεν τὴν ἱερουργίαν ἅπασαν κατὰ μέρος, καθ᾿ ὅσον τῆς τοῦ Σωτῆρος οἰκονομίας εἰκόνα φέρει.
(9.) Καὶ πρῶτον τὰς ψαλμῳδίας.
ΙΖʹ. Ἐξήγησις τοῦ πρώτου ἀντιφώνου
(1.) Ἡ μὲν οὖν προτροπή ἐστιν εἰς δοξολογίαν ἀρχομένοις πρέπουσα· «Ἀγαθόν, φησί, τὸ ἐξομολογεῖσθαι τῷ Κυρίῳ»· ὁ ὕμνος πρὸς τὸν Θεὸν καὶ Πατέρα καὶ περὶ τοῦ Μονογενοῦς· «Ἀγαθὸν τὸ ἐξομολογεῖσθαι τῷ Κυρίῳ καὶ ψάλλειν τῷ ὀνόματί σου, Ὕψιστε», ὕψιστον τὸν Πατέρα λέγων, Κύριον τὸν Μονογενῆ· ἀγαθὸν τὸν Υἱὸν ὑμνεῖν, καὶ σὲ τὸν Πατέρα. Καὶ τί βούλεται ταῦτα; Πρὸς τὰ ἑξῆς τοῦ λόγου προοιμιάζεται. Μέλλει γὰρ κοινὸν αὐτοῖς ποιεῖσθαι τὸν ὕμνον. Τίνα τρόπον; Τὰ τοῦ Υἱοῦ βοήσει δι᾿ ὧν καὶ ὁ Πατὴρ ἐδοξάσθη.
(2.) Τίς γὰρ ἡ ἀφορμὴ τῆς ὑμνήσεως; Ἡ τοῦ Υἱοῦ κένωσις καὶ πτωχεία, τὰ διὰ σαρκὸς ἔργα καὶ πάθη· ταῦτα γὰρ ἔλεος καλεῖ καὶ ἀλήθειαν. Ἔλεος μὲν ὅτι πάντων ἀθλιώτατα διακειμένους καὶ ἐχθροὺς ὄντας καὶ πολεμίους αὐτῷ, διὰ πολλὴν χρηστότητα καὶ φιλανθρωπίαν, οὐ περιεῖδε, καὶ οὐ συνήλγησε μόνον τῆς συμφορᾶς ἡμῖν, ἀλλὰ καὶ αὐτῶν ἐκοινώνησε τῶν κακῶν, φθορᾶς καὶ θανάτου.
(3.) Καὶ οὐδὲ ἀνέστησε μόνον ἐκείνου τοῦ χαλεποῦ πτώματος, ἀλλὰ καὶ βασιλείας καὶ τῶν μεγίστων ἠξίωσεν ἀγαθῶν. Διὰ τοῦτο καὶ ὁ Παῦλος· «Ὅτε, φησίν, ἡ χρηστότης καὶ ἡ φιλανθρωπία ἐπεφάνη τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν Θεοῦ», ὡς τηνικαῦτα πρῶτον φανερωθείσης ὅση τίς ἐστι. Καὶ ὁ Κύριος· «Οὕτως ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον», τὴν ὑπερβολὴν τῆς ἀγάπης ἐμφαίνων τῷ ῥήματι τούτῳ.
(4.) Ἔλεος μὲν οὖν τούτων ἕνεκα, τὴν οἰκονομίαν καλεῖ.
(5.) Ἀλήθειαν δὲ ὅτι καθάπερ καὶ σκιαὶ καὶ τύποι πρὸς αὐτὴν τὰ παλαιὰ πάντα ἑώρων. Διὰ τοῦτο περὶ αὐτῆς ὁ προφήτης λέγων· «Ὤμοσε Κύριος, φησί, τῷ Δαβὶδ ἀλήθειαν.» Τίνα γὰρ τὰ ὠμωμοσμένα; Ἡ τοῦ Κυρίου διὰ σαρκὸς ἐπιδημία καὶ πολιτεία. «Ἐκ καρποῦ, φησί, τῆς κοιλίας σου θήσομαι ἐπὶ τοῦ θρόνου σου», αὐτὸν δηλῶν τὸν Σωτῆρα. Καὶ πόθεν δῆλον; Ὁ Γαβριὴλ ἐδίδαξεν ἐν οἷς τὸν ἀπόρρητον τόκον τῇ Παρθένῳ μηνύων καὶ τὸν τεχθησόμενον ἡλίκος ἔσται διδάσκων· «Δώσει αὐτῷ, φησί, Κύριος ὁ Θεὸς τὸν θρόνον Δαβὶδ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ, καὶ βασιλεύσει ἐπὶ τὸν οἶκον Ἰακὼβ εἰς τοὺς αἰῶνας, καὶ τῆς βασιλείας αὐτοῦ οὐκ ἔσται τέλος.»
(6.) Ἀλλ᾿ αὐτὴ ἡ ἀλήθεια καὶ «κρίσις ἐστὶ καὶ δικαιοσύνη»· τίνα λόγον; ὅτι ὁ Σωτὴρ ἐν αὐτῇ τὴν ἁμαρτίαν ἐκβαλὼν καὶ τὸν διάβολον ἀποκτείνας, οὐχ ὑπερβολῇ ἰσχύος, οὐδὲ τῷ νικᾷν δυνάμει τοῦτο ἐποίησεν· ἀλλὰ κρίσει καὶ δικαιοσύνῃ, κατὰ τὸ εἰρημένον· «Δικαιοσύνη καὶ κρίμα ἑτοιμασία τοῦ θρόνου σου», καθάπερ ἡμεῖς ἐν τοῖς δικαστηρίοις τοὺς ἀντιδίκους αἱροῦμεν τῇ ψήφῳ τῶν δικαστῶν. Διὰ τοῦτο· «νῦν κρίσις ἐστί, φησί, τοῦ κόσμου τούτου· νῦν ὁ ἄρχων τοῦ κόσμου τούτου ἐκβληθήσεται ἔξω.»
(7.) Ταῦτα εἰδὼς ὁ μακάριος Διονύσιος, «τὴν τῆς θεαρχικῆς ἀγαθότητος ἀπειροτάτην φιλανθρωπίαν, φησί, τῆς ἀποστατικῆς πληθύος», τῶν δαιμόνων δηλονότι, «τὸ καθ᾿ ἡμῶν καταλῦσαι κράτος, οὐ κατὰ δύναμιν ὡς ὑπερισχύουσαν, κατὰ δὲ τὸ μυστικῶς ἡμῖν παραδοθὲν λόγιον, ἐν κρίσει καὶ δικαιοσύνῃ».
(8.) Ἐπεὶ τοίνυν τὸ ὑμνούμενον οὐ μόνον «ἔλεος καὶ ἀλήθεια», ἀλλὰ «καὶ δικαιοσύνη ἐστὶ καὶ κρίσις», διὰ τοῦτο ἐπήγαγεν ὁ Ψαλμωδός· «Ὅτι εὐθὺς Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν καὶ οὐκ ἔστιν ἀδικία ἐν αὐτῷ.»
(9.) «Ἀγαθὸν τὸ ἀναγγέλλειν, φησί, τὸ πρωῒ τὸ ἔλεός σου καὶ τὴν ἀλήθειάν σου κατὰ νύκτα.» Ἡμέρας καὶ νυκτὸς δεῖ, φησί, τὸν Θεὸν ὑμνεῖν. Τοῦτο γάρ ἐστι τὸ «πρωῒ» καὶ «κατὰ νύκτα». Ὅπερ ἀλλαχοῦ φησίν· «Ἐν παντὶ καιρῷ».
(10.) Καὶ ταῦτα μὲν ἡ πρώτη.
ΙΗʹ. Τί σημαίνουσιν ἐν ταῖς ἀρχαῖς τῆς ἱερουργίας ᾀδόμενα τὰ προφητικά
(1.) Ἡ δὲ δευτέρα ψαλμῳδία αὐτὴν ἀνυμνεῖ τὴν βασιλείαν καὶ «τὴν εὐπρέπειαν καὶ τὴν δύναμιν» τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, τὴν ἀπὸ τῆς κενώσεως καὶ πτωχείας αὐτῷ περιγενομένην.
(2.) Ἀλλὰ τίς ἐνταῦθα χρεία τῶν προφητικῶν τούτων ῥημάτων; καὶ τί σημαίνουσι τῆς τοῦ Σωτῆρος οἰκονομίας;
(3.) Τὰς ἀρχὰς τῆς αὐτοῦ παρουσίας, ὅτε παρεγένετο μέν, οὔπω δ᾿ ἐφαίνετο τοῖς πολλοῖς, ὅτε «ἐν τῷ κόσμῳ ἦν, καὶ ὁ κόσμος αὐτὸν οὐκ ἐγίνωσκεν», τὸν πρὸ τοῦ Ἰωάννου καιρόν, πρὶν ἁφθῆναι τὸν λύχνον. Τότε γὰρ χρεία ἦν αὐτῷ ἔτι τῶν προφητικῶν λόγων. Μετὰ δὲ ταῦτα αὐτὸς ἐφάνη ὁ προφητευόμενος καὶ οὐκ ἦν ἔτι αὐτῶν τῶν προφητῶν χρεία, ἀλλὰ παρόντα αὐτὸν ὁ Ἰωάννης ἐδείκνυ, καὶ πρὸ τοῦ Ἰωάννου ὁ Πατήρ. Διὰ τοῦτο· «Πάντες οἱ προφῆται, φησίν, ἕως Ἰωάννου προεφήτευσαν.» Τοῦτον δὴ τὸν καιρὸν τὸν πρὸ τοῦ Ἰωάννου σημαίνουσι τὰ προφητικὰ ᾀδόμενα, ὅτι καὶ τὰ τίμια δῶρα, δι᾿ ὧν ὁ Χριστὸς σημαίνεται, οὔπω εἰς μέσον ἄγεται, ἀλλ᾿ ἰδίᾳ ἀπόκειται συγκεκαλυμμένα. Καὶ ταῦτα μὲν οὕτω. Θεωρῶμεν δὲ τοῦ ψαλμοῦ τὰ ῥήματα.
(4.) «Ὁ Κύριος ἐβασίλευσεν, εὐπρέπειαν ἐνεδύσατο.» Τὴν ἐπίγνωσιν ἣν ἐπέγνωσαν αὐτὸν οἱ ἄνθρωποι καὶ ὑπετάγησαν, βασιλείαν ἐκάλεσαν, ὅτε καὶ εὐπρεπῆ καὶ ὡραῖον καὶ δυνατὸν αὐτὸν ἔγνωσαν, ὡς ἔδει γνῶναι. Τοῦτό ἐστιν ἐκεῖνο τὸ τοῦ Σωτῆρος· «Ἐδόθη μοι πᾶσα ἐξουσία ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς», ὅτι μετὰ τῶν ἐν οὐρανῷ καὶ οἱ ἐν τῇ γῇ τὸν Δεσπότην ἐπέγνωσαν τὸν ἀληθινόν· ἐπεὶ καὶ τὰ ἑξῆς εἴ τις ἐπέλθοι, τὰ αὐτὰ πάντα εὑρήσει.
(5.) Καὶ τοίνυν τῆς βασιλείας ἐξηγούμενος τὸν τρόπον καὶ τῆς ἐξουσίας ὁ μὲν προφήτης· «Καὶ γὰρ ἐστερέωσε τὴν οἰκουμένην, ἥτις οὐ σαλευθήσεται», στερέωμα τὴν πίστιν λέγων. Ἔστησε τῇ πλάνῃ κλονουμένους, ἑαυτῷ συνέδησε. τοιοῦτος γὰρ ὁ πλανώμενος οὐδαμοῦ δύναται στῆναι. Ὁ δὲ Κύριος· «Πορευθέντες, φησί, μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτοὺς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος», ὅπερ ἐστὶν ἡ διδασκαλία τῆς πίστεως.
(6.) Ἀλλ᾿ οὐκ ἀρκεῖ τοῦτο πρὸς τὴν βασιλείαν, ἡ πίστις· οὐδὲ ὑποτάγειεν ἂν τελείως τὰ ἔθνη τὸν τρόπον τοῦτον. Διὰ τοῦτο καὶ τὴν φυλακὴν τῶν ἐντολῶν προσθεῖναι δεῆσαν, ὁ μὲν προφήτης· «Τὰ μαρτύριά σου, φησίν, ἐπιστώθησαν σφόδρα», ὁ δὲ Κύριος τῷ περὶ τοῦ βαπτίσματος λόγῳ, τῶν ἐντολῶν τὸν λόγον προστίθησι, λέγων· «Διδάσκοντες αὐτοὺς τηρεῖν πάντα ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν.» Ἅπερ γὰρ ὁ Σωτὴρ ἐντολάς, ὁ προφήτης μαρτύρια καλεῖ. Καὶ τοῦτο πανταχοῦ τῆς Γραφῆς εὑρήσεις μαρτύρια τοὺς τοῦ Θεοῦ νόμους καλούσης.
(7.) Μετὰ ταῦτα· «Τῷ οἴκῳ σου πρέπει ἁγίασμα, Κύριε», ἁγίασμα λέγων τὰς θυσίας, τὰ δῶρα, πᾶσαν λατρείαν τὴν ὀφειλομένην Θεῷ, ἃ πρέπειν τῷ οἴκῳ τοῦ Θεοῦ φάσκων δείκνυσι οὐ κενὸν ὄντα τὸν οἶκον τοῦτον, οὐδὲ τοῦ Θεοῦ ἔρημον, ἀλλ᾿ αὐτὸν ἐν ἑαυτῷ ἔχοντα τὸν οἰκοδεσπότην. Εἰ γὰρ κενὸς ἦν τοῦ Θεοῦ, οὐκ ἂν ἔπρεπεν αὐτῷ τὰ τῷ Θεῷ πρέποντα μόνῳ· τοῦτο καὶ ὁ Κύριος τοῖς εἰρημένοις προσέθηκεν, ἐπαγγειλάμενος ἔσεσθαι μετὰ τῆς Ἐκκλησίας ἀεί. Τὴν δὲ Ἐκκλησίαν οἶκον Θεοῦ ζῶντος ὁ Παῦλος καλεῖ· φησὶ γάρ· «Ἵνα γνῷς πῶς δεῖ ἐν οἴκῳ Θεοῦ ἀναστρέφεσθαι, ἥτις ἐστὶν Ἐκκλησία Θεοῦ ζῶντος.» «Ἰδοὺ ἐγὼ μεθ᾿ ὑμῶν εἰμι.» Καὶ ὅπερ ἐκεῖνος· «εἰς μακρότητα ἡμερῶν» εἶπεν, ὁ Κύριος· «Πάσας τὰς ἡμέρας, φησίν, ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος.»
(8.) Καὶ αὕτη μὲν ἡ ψαλμῳδία οὕτως ἀκριβὴς προφητεία ἐστί, τῶν διὰ τοῦ σταυροῦ καὶ τοῦ θανάτου τῷ Σωτῆρι κατωρθωμένων.
ΙΘʹ. Ἐξήγησις τοῦ τρίτου ἀντιφώνου
(1.) Ἡ δὲ ἑξῆς ἀπάντησις εἶναι δοκεῖ ὡς ἤδη τοῦ Κυρίου παραγενομένου καὶ φαινομένου· διὰ τοῦτο πρὸς τῇ εἰσόδῳ τοῦ Εὐαγγελίου καὶ ἀναδείξει τάττεται καὶ ᾄδεται, δι᾿ οὗ ὁ Χριστὸς σημαίνεται. Ὅτι δὲ τὴν τοῦ Χριστοῦ ἐπιφάνειαν ὁ προφήτης πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν τῆς ψυχῆς ἔχων ταύτην ᾖσε τὴν ψαλμῳδίαν, δείκνυται μάλιστα μὲν ἀπὸ τῆς ἐν αὐτῷ χαρᾶς καὶ εὐφροσύνης· ἧς αὐτός τε φαίνεται γέμων καὶ τοὺς ἄλλους ἅπαντας εἰς κοινωνίαν καλεῖ· «Δεῦτε, ἀγαλλιασώμεθα τῷ Κυρίῳ.» Οὐ γὰρ ἦν χαίρειν ἄνθρωπον μὴ τοῦ Κυρίου ἐπιδημήσαντος, ὅτι τὴν χαρὰν ἡμῖν ὁ Χριστὸς ἐκόμισε μόνος, καὶ εἴ τις δὲ πρὶν ἐκεῖνον ἐλθεῖν εἰς τὴν γῆν ἔχαιρε, τὰ ἐκείνου μυηθεὶς ἔχαιρεν, ὥσπερ «ὁ Ἀβραὰμ ἠγαλλιάσατο, φησίν, ἵνα ἴδῃ τὴν ἡμέραν τὴν ἐμήν, καὶ εἶδε, καὶ ἐχάρη.» Καὶ αὐτὸς ὁ Δαβίδ· «Ἀπόδος μοι τὴν ἀγαλλίασιν τοῦ σωτηρίου σου.» Ἣν γὰρ ἀγαλλίασιν εἶχεν ἐν τῷ Χριστῷ πρὶν ἁμαρτῆσαι, ταύτην δι᾿ ὧν ἥμαρτεν ἀποβαλών, ἀπολαβεῖν ἱκέτευε τὸν Θεόν.
(2.) Ὥσπερ οὖν εἰ ἔλεγε· «Δεῦτε καὶ φωτισθῶμεν», φωτὸς ἂν ἐμήνυε παρουσίαν· οὕτως εἰπών· «Δεῦτε, ἀγαλλιασώμεθα τῷ Κυρίῳ», δείκνυσιν αὐτὸν φανῆναι τὸν κομίζοντα τὴν χαράν.
(3.) Ἔπειτα καὶ Σωτῆρα τὸν Κύριον τοῦτον καλεῖ. Σωτῆρα δέ, καὶ σωτηρίαν, καὶ σωτήριον, τὸν Χριστὸν ἡ Γραφὴ καλεῖ, ὅτι τῶν θεαρχικῶν ὑποστάσεων μόνος ὁ Υἱὸς αὐτουργὸς ἐγένετο τῆς σωτηρίας ἡμῶν· καὶ δι᾿ ἑαυτοῦ τὸ πᾶν εἰργάσατο, καθάπερ εἶπε Παῦλος, «δι᾿ ἑαυτοῦ καθαρισμὸν ποιησάμενος τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν.» Ὃ καὶ αὐτὸς ἐδήλωσε τῷ παραδείγματι τοῦ καλοῦ ποιμένος, ὃς οὐκ ἔπεμψε τοὺς ζητήσοντας τὸ πρόβατον τὸ ἀπολωλός, ἀλλ᾿ αὐτὸς ἐζήτησε, καὶ εὗρε, καὶ ἀνείλετο, καὶ ἐπὶ τῶν ὤμων ἐκόμισε. Διὰ τοῦτο καὶ τὴν προσηγορίαν ἐδέξατο τὴν τοῦτο δυναμένην, κληθεὶς Ἰησοῦς.
(4.) «Προφθάσωμεν τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ἐν ἐξομολογήσει», πρόσωπον τὴν ἐπιφάνειαν αὐτοῦ λέγων. Μὴ ἀναμείνωμεν οἴκοι γενόμενον ἰδεῖν αὐτόν, ἀπαντήσωμεν ἐν ἐξομολογήσει, ἐν δοξολογίᾳ δηλονότι, «καὶ ἐν ψαλμοῖς ἀλαλάζωμεν αὐτῷ», Θεῷ πρέπουσαν ἀποδῶμεν αὐτῷ τὴν τιμήν. Ὁ μὲν «ἐν δούλου μορφῇ» φανῆναι κατεδέξατο· ἡμεῖς δὲ τὸν Δεσπότην μὴ ἀγνοήσωμεν, μὴ προσκόψωμεν τῇ σαρκί, μὴ παρενεχθῶμεν ἐπὶ τὸ ταπεινὰ περὶ τοῦ ὑψηλοῦ φρονεῖν, διὰ τὸ φαινόμενον. «Ὅτι Θεὸς μέγας Κύριος καὶ βασιλεὺς μέγας ἐπὶ πᾶσαν τὴν γῆν», ὁ ἐν ταύτῃ καλυπτόμενος τῇ σαρκί. Καὶ τὰ ἑξῆς δὲ θεοπρεπῆ προστίθησι πάντα.
(5.) Καὶ τοιαῦτα μὲν τὰ προφητικά, καὶ οὕτω κατὰ καιρὸν ᾄδονται.
Κʹ. Περὶ τῆς ἀναδείξεως τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου καὶ περὶ τοῦ τρισαγίου ὕμνου
(1.) Τούτων δὲ ᾀσθέντων, ὁ ἱερεὺς ἐν μέσῳ πρὸ τοῦ θυσιαστηρίου ἱστάμενος ὑψοῦ τὸ Εὐαγγέλιον αἰρεῖ καὶ ἀναδείκνυσι, τὴν ἀνάδειξιν τοῦ Κυρίου σημαίνων, ὅτε ἤρξατο φαίνεσθαι τοῖς πολλοῖς. Διὰ γὰρ τοῦ Εὐαγγελίου ὁ Χριστὸς δηλοῦται, ὥσπερ τὰ προφητικὰ βιβλία «Προφῆται» λέγονται, κατὰ τὸ εἰρημένον ὑπὸ τοῦ Ἀβραὰμ πρὸς τὸν πλούσιον· «Ἔχουσι Μωσέα καὶ τοὺς προφήτας», τὰ βιβλία λέγοντος.
(2.) Ἐπεὶ δέ, τοῦ προφητευομένου ἀναδεικνυμένου καὶ δι᾿ ἑαυτοῦ φαινομένου, τοῖς ῥήμασι τῶν προφητῶν οὐδεὶς ἀξιοῖ προσέχειν, διὰ τοῦτο τοῦ Εὐαγγελίου ἀναδεικνυμένου, τὰ μὲν προφητικὰ παύονται. Ἄιδομεν δέ, εἴ τι τῆς καινῆς ἐστι διαθήκης. Ἢ γὰρ τὴν παναγίαν τοῦ Κυρίου Μητέρα, ἢ ἄλλους τῶν ἁγίων ἐγκωμιάζομεν, ἢ αὐτὸν τὸν Χριστὸν ὑμνοῦμεν, ὑπὲρ ὧν εἰς ἡμᾶς ἐπεδήμησεν, ἢ ἐπιδημήσας ἔπαθεν ἢ ἐποίησεν. Ἐφ᾿ οἷς ἑκάστοτε ἡ Ἐκκλησία πανηγυρίζει.
(3.) Ἔπειτα καὶ αὐτὸν ὡς Τριάδα τὸν Θεὸν ἀνυμνοῦμεν, οἷον αὐτὸν ἡμᾶς εἶναι ἐδίδαξεν ἡ ἐπιφάνεια τοῦ Σωτῆρος. Ὁ δὲ ὕμνος οὗτος εἴληπται μὲν ἀπὸ τῶν ἀγγέλων, εἴληπται δὲ καὶ ἀπὸ τῆς βίβλου τῶν ἱερῶν τοῦ προφήτου ψαλμῶν. Συνῆκται δὲ ὑπὸ τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, καὶ ἀνετέθη τῇ Τριάδι. Τὸ μὲν γὰρ «Ἅγιος» τρὶς βοώμενον, τῶν ἀγγέλων, τὸ δὲ «Θεὸς καὶ ἰσχυρὸς καὶ ἀθάνατος», τοῦ μακαρίου Δαβίδ, ἐν οἷς φησι· «Ἐδίψησεν ἡ ψυχή μου πρὸς τὸν Θεὸν τὸν ἰσχυρὸν τὸν ζῶντα.» Τὸ δέξασθαι δὲ καὶ συνθεῖναι ταῦτα ἐκείνοις, καὶ προσθεῖναι τὴν ἱκεσίαν, λέγω δὴ τὸ «Ἐλέησον ἡμᾶς», τῆς Ἐκκλησίας τῶν Τριάδα τὸν ἕνα Θεὸν καὶ εἰδότων καὶ κηρυττόντων, ἵνα δειχθῇ, τοῦτο μὲν ἡ πρὸς τὴν καινὴν διαθήκην τῆς παλαιᾶς συμφωνία, τοῦτο δὲ τὸ καὶ ἀγγέλους καὶ ἀνθρώπους μίαν Ἐκκλησίαν γενέσθαι, καὶ χορὸν ἕνα, διὰ τὴν τοῦ Χριστοῦ ἐπιφάνειαν, τοῦ ὑπερουρανίου καὶ ἐπιγείου. Διὰ τοῦτο μετὰ τὸ ἀναδειχθῆναι καὶ εἰσενεχθῆναι τὸ Εὐαγγέλιον, τὸν ὕμνον ᾄδομεν τοῦτον, μονονοὺ βοῶντες ὡς ὁ ἐπιδημήσας οὗτος μετὰ τῶν ἀγγέλων ἡμᾶς ἔστησεν, εἰς ἐκεῖνον ἔταξε τὸν χορόν. Καὶ ταῦτα μὲν οὕτως.
ΚΑʹ. Περὶ τῆς κατὰ τὸν ὕμνον εὐχῆς, καὶ περὶ τῶν ἐπιφωνημάτων τῶν ἱερῶν
(1.) Ὁ δὲ ἱερεὺς πρὸ μὲν τῆς ὑμνήσεως ταύτης ἱκετεύει τὸν Θεὸν δέξασθαι τὸν ὕμνον καὶ χάριν ἀντιδοῦναι τοῖς ὑμνηταῖς. Καὶ τίνα χάριν; τῷ ὕμνῳ κατάλληλον· «ἁγιάσαι αὐτῶν τὰς ψυχὰς καὶ τὰ σώματα», συγγνώμην παρασχόμενον ἡμαρτημένων, ὥστε «ἐν ὁσιότητι λατρεύειν αὐτῷ πάσας τὰς ἡμέρας». Καὶ τὴν αἰτίαν προστίθησιν· «Ὅτι ἅγιος εἶ καὶ ἁγίοις ἐπαναπαύῃ.» Τοῦ γὰρ ἀληθῶς ἁγίου, τὸ χαίρειν ἐν ἁγίοις ἐπαναπαύῃ.» Τοῦ γὰρ ἀληθῶς ἁγίου, τὸ χαίρειν ἐν τοῖς ἁγίοις καὶ ἁγιάζειν. Καὶ τοῦτο ἐκβοήσας καὶ δοξολογίαν προσθείς, τῆς ὑμνήσεως τοῦ τρισαγίου πρὸς τὸν ἱερὸν λαὸν σύνθημα τοῦτο ποιεῖται· καὶ αὐτοὶ τῇ δοξολογίᾳ τὸ «Ἀμήν», κατὰ τὸ εἰωθός, ἐπειπόντες, τοῦ ὕμνου ἄρχονται.
(2.) Μετὰ δὲ τὸν ὕμνον, ὁ ἱερεὺς κελεύει πάντας μὴ ῥᾳθύμως ἑστάναι καὶ ἀμελῶς, ἀλλὰ τοῖς τελουμένοις καὶ ᾀδομένοις προσέχειν τὸν νοῦν· τὸ γὰρ «Πρόσχωμεν», τοῦτο δύναται. Εἶτα τὴν εἰρήνην εὔχεται πᾶσι, καὶ σοφίας ἀναμιμνήσκει, μεθ᾿ ἧς δεῖ τοῖς μυστηρίοις προσέχειν. Τίς δὲ ἡ σοφία; οἱ προσήκοντες τῇ τελετῇ λογισμοί, μεθ᾿ ὧν ὁρᾷν δεῖ καὶ ἀκούειν τὰ τελούμενα καὶ λεγόμενα, οἱ πίστεως γέμοντες, οἱ μηδὲν ἀνθρώπινον ἔχοντες. Τοῦτο γὰρ ἡ τῶν Χριστιανῶν σοφία, καὶ τοῦτο δύναται τὸ «σοφία», πολλαχοῦ τῆς ἱερουργίας ἐκβοώμενον τοῖς πιστοῖς παρὰ τοῦ ἱερέως, ἀνάμνησις τῶν λογισμῶν τούτων. Οὕτω γὰρ ἀλλήλους ἀναμιμνήσκομεν ὁλόκληρον ἔννοιαν ἑνὶ ῥήματι πολλάκις ἐν ταῖς ψυχαῖς τῶν ἀκουόντων ἀνανεοῦντες.
(3.) Τίς δὲ ἡ ἀνάγκη τῆς ἀναμνήσεως; Πολλὴ τῆς λήθης ἡ τυραννίς, καὶ οὐδὲν τῶν ἀνθρωπίνων παθῶν οὕτω συνεχῶς καὶ ῥᾳδίως ἐκτρέπει τὸν ἄνθρωπον ὡς τοῦτο τὸ πάθος. Ἐπεὶ δὲ μετὰ τῶν προσηκόντων λογισμῶν ἀναγκαῖον ἑστάναι, καὶ μετέχειν τῆς τελετῆς, καὶ τῶν ἱερῶν αὐτῆς ἀκουσμάτων καὶ θεαμάτων, εἴ γε μέλλοιμεν μὴ μάτην μετέχειν αὐτῶν, καὶ τὸν χρόνον τρίβειν εἰκῇ· τοῦτο δὲ οὐ ῥᾴδιον· διὰ τοῦτο χρεία μὲν ἡμᾶς αὐτοὺς παρ᾿ ἡμῶν αὐτῶν ἐγρηγορέναι καὶ νήφειν· χρεία δὲ τῆς ἔξωθεν ὑπομνήσεως, ἵνα συνεχῶς ὑπὸ τῆς λήθης συλώμενον τὸν ἡμέτερον νοῦν, καὶ περιελκόμενον εἰς ματαίας μερίμνας ἀναλαμβάνειν δυνώμεθα πάλιν.
(4.) Τοῦτο καὶ τὸ ᾆσμα βούλεται τὸ ἀδόμενον μεταξὺ τῶν τιμίων δώρων εἰς τὸ θυσιαστήριον κομιζομένων· «Πᾶσαν βιωτικὴν γάρ, φησί, ἀποθώμεθα μέριμναν»· καὶ τοιαῦτα μὲν τοῦτο δύναται τὸ ῥῆμα.
(5.) Ἔστι δὲ καὶ τὸ «ὀρθοὶ» ἐπιφώνημα παραίνεσιν ἔχον. Τίς δὲ ἡ παραίνεσις; Ἐναγωνίους ἡμᾶς εἶναι βούλεται τῷ Θεῷ καὶ τοῖς μυστηρίοις ἐντυγχάνοντας καὶ μὴ ῥᾳθύμως, ἀλλὰ μετὰ σπουδῆς καὶ πάσης αἰδοῦς τὴν τοιαύτην ὁμιλίαν ποιεῖσθαι, εἴτε ὁρᾶν, εἴτε λέγειν, εἴτε ἀκούειν τί δεήσει τῶν ἱερῶν· καὶ σημεῖον τοῦτο πρῶτον δεικνύναι τῆς σπουδῆς ταύτης, καὶ τῆς εὐλαβείας, τὴν ὄρθωσιν τοῦ σώματος, τὸ μὴ καθημένους, ἀλλ᾿ ἑστῶτας τοῦτο ποιεῖν· τοιοῦτον γὰρ τὸ σχῆμα τῶν ἱκετευόντων, τοιοῦτον τὸ σχῆμα τῶν δούλων, οἳ πρὸς τὸ νεῦμα τῶν δεσποτῶν ἅπαντα τὸν νοῦν ἔχουσιν, ἵνα πρὸς τὴν διακονίαν ἑτοίμως, ἐπειδὰν τὸ κελευσθὲν ἁρπάσωσι, εὐθὺς δράμωσιν· ἡμεῖς δὲ καὶ ἵκεται τῷ Θεῷ περὶ τῶν μεγίστων, καὶ δοῦλοι δουλείαν παντοδαπήν.
(6.) Καὶ τῶν μὲν ῥημάτων τούτων οὗτος ὁ λόγος.
ΚΒʹ. Περὶ τῆς ἀναγνώσεως τῶν Γραφῶν, καὶ τῆς τάξεως αὐτῶν, καὶ τῆς σημασίας
(1.) Μετὰ δὲ τὸν τρισάγιον ὕμνον, ἀποστολικὸν ἀναγιγνώσκεται βιβλίον, εἶτα τὸ Εὐαγγέλιον αὐτό, πρότερον ὕμνου τῷ Θεῷ παρὰ τῆς Ἐκκλησίας ᾀσθέντος.
(2.) Διὰ τί δὲ πρὸ τῶν ἀναγνώσεων τῶν ἱερῶν Γραφῶν τὸν Θεὸν ὑμνοῦμεν; Ὅτι ἐπὶ πᾶσι τοῦτο δεῖ ποιεῖν, οἷς ἡμᾶς ἐκεῖνος ἑκάστοτε δωρούμενος διατελεῖ, μάλιστα δὲ ἐν ἐπιτεύξει μεγάλου τινὸς ἀγαθοῦ, οἷόν ἐστι ἡ τῶν θείων λογίων ἀκρόασις. Ἀλλ᾿ ἐπὶ μὲν τοῦ Ἀποστόλου μετὰ ἱκεσίας ὁ ὕμνος· πρόσκειται γὰρ τὸ «Ἐλέησον». Ἐπὶ δὲ τοῦ Εὐαγγελίου καθαρὰν ἱκεσίαν ποιούμεθα τὴν ὑμνῳδίαν, ἵνα μάθωμεν ὡς ὁ Χριστὸς διὰ τοῦ Εὐαγγελίου σημαίνεται· ὃν τοῖς εὑροῦσιν ἅπαν τὸ ζητούμενον ἐν χερσίν. Καὶ γὰρ ὁ Νυμφίος ἔνδον, καὶ οὐ χρεία ἱκετεύειν αὐτοὺς περὶ οὐδενός, πάντα ἔχοντας. Ὥσπερ οὐδὲ νηστεύειν τοὺς υἱοὺς τοῦ Νυμφῶνος εἰκός, ἐφ᾿ ὅσον μετ᾿ αὐτῶν ἐστιν ὁ Νυμφίος· ἀλλὰ τοῦτο μόνον, σέβειν αὐτὸν καὶ ὑμνεῖν· ἐπεὶ καὶ ὁ τῶν ἀγγέλων ὕμνος, οἷον αὐτὸν οἱ προφῆται διδάσκουσι, διὰ τὸν αὐτὸν λόγον, τοῦτ᾿ αὐτὸ μόνον ὕμνος ἐστίν, ἱκεσίας ἀπηλλαγμένος ἁπάσης.
(3.) Ἀλλὰ τί βούλεται ἐνταῦθα ἡ ἀνάγνωσις τῶν ἱερῶν Γραφῶν;
(4.) Εἰ μὲν τὴν χρείαν βούλει μαθεῖν, εἴρηται· παρασκευάζουσι γὰρ ἡμᾶς καὶ προκαθαίρουσι πρὸ τοῦ μεγάλου τῶν μυστηρίων ἁγιασμοῦ. Εἰ δὲ τὴν σημασίαν ζητεῖς, τὴν φανέρωσιν τοῦ Κυρίου δηλοῦσιν, ἣν ἐφανεροῦτο κατὰ μικρὸν μετὰ τὴν ἀνάδειξιν. Πρῶτον μὲν γὰρ τὸ Εὐαγγέλιον ἀναδείκνυται συνεπτυγμένον, τὴν ἐπιφάνειαν τοῦ Κυρίου σημαῖνον, καθ᾿ ἣν σιωπῶντα αὐτὸν ὁ Πατὴρ ἀνεδείκνυ, ὅτε οὐδὲν ἐκεῖνος φθεγγόμενος τῆς τοῦ κήρυκος ἐδεῖτο φωνῆς. Ταῦτα δὲ τῆς φανερώσεώς ἐστι σημαντικὰ τὴς τελεωτέρας, καθ᾿ ἣν δημοσίᾳ πᾶσιν ὡμίλει, καὶ ἑαυτὸν ἐδίδασκεν, οὐ μόνον ἐξ ὧν ἔλεγεν αὐτός, ἀλλὰ καὶ ὧν ἀποστόλους ἐδίδασκε λέγειν, πέμπων αὐτοὺς «εἰς τὰ πρόβατα τὰ ἀπολωλότα οἴκου Ἰσραήλ». Διὰ τοῦτο ἀναγινώσκεται μὲν γράμματα ἀποστολικά, ἀναγινώσκεται δὲ αὐτὸ τὸ Εὐαγγέλιον.
(5.) Τί οὖν μὴ πρῶτον τὸ Εὐαγγέλιον; Ὅτι τελεωτέρας ἐστὶ φανερώσεως σημαίνειν τὰ δι᾿ αὐτοῦ τοῦ Κυρίου, ἢ τὰ διὰ τῶν ἀποστόλων λεγόμενα. Ἐπεὶ δὲ οὐκ ἀθρόον ἐφάνη τοῖς ἀνθρώποις ὁ Κύριος ἡλίκος ἦν τὴν ἰσχύν, καὶ οἷος τὴν ἀγαθότητα—τοῦτο γὰρ τῆς δευτέρας αὐτοῦ παρουσίας—, ἀλλ᾿ ὁδῷ προβαίνων ἀπὸ τοῦ ἀφανεστέρου ἐπὶ τὸ φανερώτερον προῄει· τούτου χάριν τὴν ἀνάδειξιν αὐτοῦ κατὰ μικρὸν γενομένην δεικνύναι βουλομένοις, τὰ ἀποστολικὰ πρὸ τῶν Εὐαγγελίων ἀναγιγνώσκειν εἰκός. Διὰ τοῦτο γὰρ καὶ τὰ τῆς τελείας ἀναδείξεως αὐτοῦ σημαντικὰ τελευταῖα φυλάττεται, ὡς ἐν τοῖς ἑξῆς ἔσται δῆλον.
ΚΓʹ. Περὶ τῶν μετὰ τὸ Εὐαγγέλιον αἰτήσεων
(1.) Μετὰ δὲ τὸ Εὐαγγέλιον ἀναγνωσθῆναι, εὔξασθαι μὲν κελεύει τὸ πλῆθος ὁ διάκονος. Εὔχεται δὲ αὐτὸς ὁ ἱερεὺς ἔνδον καθ᾿ ἑαυτὸν ἡσυχῆ τὰς εὐχὰς ἐκείνων ὑπὸ τοῦ Θεοῦ προσδεχθῆναι. Εἶτα τὸν Θεὸν δοξολογήσας μεγάλῃ βοῇ, κοινωνοὺς καὶ αὐτοὺς τῆς δοξολογίας λαμβάνει.
(2.) Τίς δὲ ἡ παρὰ πάντων εὐχὴ μάλιστα μετὰ τὸ Εὐαγγέλιον πρέπουσα; ἡ ὑπὲρ τῶν τηρούντων τὸ Εὐαγγέλιον, τῶν μιμησαμένων τὴν φιλανθρωπίαν τοῦ διὰ τοῦ Εὐαγγελίου σημαινομένου Χριστοῦ. Καὶ τίνες οὗτοι; Οἱ προστάται τῆς Ἐκκλησίας, οἱ λαῶν ποιμένες, οἱ τὴν πολιτείαν τάττοντες. Οὗτοι γάρ, εἰ σῴζουσι τὴν ἐπαγγελίαν, τὰ ἐκεῖσε γεγραμμένα καὶ τηροῦσι καλῶς καὶ διδάσκουσι, καὶ τὸ ὑστέρημα τοῦ Χριστοῦ κατὰ τὸν Ἀπόστολον ἀναπληροῦσι μετ᾿ ἐκεῖνον τὴν αὐτοῦ ποίμνην κατ᾿ ἐκεῖνον ποιμαίνοντες. Ἔτι δὲ καὶ κτίσται ἱερῶν οἴκων καὶ ἐπιμεληταὶ καὶ ἀρετῆς διδάσκαλοι καὶ εἴ τινες ὁπωσοῦν τῷ κοινῷ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῖς ἱεροῖς λυσιτελεῖς εἰσιν, εἰς ἐκεῖνον τάττουσι τὸν χορόν, καὶ τῶν κοινῶν εἰσιν ἄξιοι τυγχάνειν εὐχῶν.
(3.) Μέλλων δ᾿ ἐπὶ τὴν θυσίαν ἤδη χωρεῖν, ᾗ παρεῖναι τοὺς ἀμυήτους οὐ θέμις, οὓς κατηχουμένους ἔτι καλοῦμεν, ὅτι μέχρις ἀκοῆς καὶ ὅσον διδασκαλία δύναται μόνον τὸν Χριστιανισμὸν ὑπεδέξαντο, τούτους ἐκβάλλει τοῦ χοροῦ τῶν πιστῶν, εὐχὴν ὑπὲρ αὐτῶν ἀναγνοὺς πρότερον. Ἡ δὲ εὐχὴ τελειωθῆναι αὐτοὺς τοῦ βαπτίσματος ἀξιωθέντας κατὰ καιρόν· ἡ δὲ αἰτία τῆς εὐχῆς ἡ τοῦ Θεοῦ δόξα· «Ἵνα καὶ αὐτοί, φησί, σὺν ἡμῖν δοξάζωσι τὸ πάντιμον καὶ μεγαλοπρεπὲς ὄνομά σου.»
(4.) Ἣν καὶ ὡς δοξολογίαν ἀναβοήσας καὶ κοινωνοὺς λαβὼν τῆς δοξολογίας τὸ πλῆθος τῶν πιστῶν, ἄλλην εὔχεται εὐχήν, ἐν ᾗ πρῶτον μὲν εὐχαριστεῖ τῷ Θεῷ, ὅτι ὅλως ἠξιώθη ἐνώπιον αὐτοῦ στῆναι καὶ χεῖρας αἴρειν πρὸς αὐτὸν ὑπὲρ ἑαυτοῦ καὶ τῶν ἄλλων· ἔπειτα ἱκετεύει ἀξιωθῆναι τοῦτο ποιεῖν ἀεὶ μετὰ καθαροῦ συνειδότος. Ἡ δὲ αἰτία τῆς εὐχῆς καὶ ταύτης, ἡ τοῦ Θεοῦ δόξα· «Ὅτι σοὶ πρέπει, φησί, πᾶσα δόξα»· καὶ οὕτω κατὰ τὸ εἰωθὸς μετὰ τοῦ πλήθους δοξολογήσας, πάλιν ἐφ᾿ ἑαυτοῦ ὁ ἱερεὺς εὔχεται ὑπὲρ ἑαυτοῦ καὶ τοῦ πλήθους, ὥστε αὐτὸν μὲν ἀκατάκριτον παραστῆναι τῇ ἁγίᾳ τραπέζῃ καθαρὸν «μολυσμοῦ σαρκὸς καὶ πνεύματος»· τοὺς δὲ συνευχομένους πιστοὺς «τῶν μυστηρίων μετασχεῖν» ἀξιωθῆναι, χωρὶς ἐνοχῆς καὶ κατακρίσεως, καὶ πρὸς τούτοις τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν κληρονομῆσαι· καὶ ἡ αἰτία τῆς εὐχῆς πάλιν ἡ τοῦ Θεοῦ δόξα, εἰς ἣν πάντα ποιεῖν ὁ Παῦλος ἐκέλευσε λέγων· «Πάντα εἰς δόξαν Θεοῦ ποιεῖτε.» Τοῦτο ὑμῖν ἔστω σκοπός φησι πανταχοῦ, τὸν Θεὸν δοξάζεσθαι. Οἱ γεωργοὶ τέλος ποιοῦνται τῶν πόνων τῶν καρπῶν τὴν φοράν, ἐφ᾿ οἷς αἱροῦνται πονεῖν· καὶ οἱ ἔμποροι τὸ κέρδος, καὶ ἄλλος ἄλλο τι· ὑμεῖς δὲ ἐν ἅπασιν οἷς ποιεῖτε τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ ζητεῖτε· δοῦλοι γάρ ἐσμεν, ταύτην ὀφείλοντες τῷ Δεσπότῃ τὴν διακονίαν, ὡς ἂν ὑπὲρ αὐτῆς καὶ κτισθέντες ὑπ᾿ αὐτοῦ τὴν ἀρχὴν καὶ ὕστερον ἀγορασθέντες. Διὰ τοῦτο τὴν Ἐκκλησίαν εὑρήσεις τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ φροντίζουσαν πανταχοῦ, καὶ τοῦτ᾿ ἄνω καὶ κάτω βοῶσαν τὸ ῥῆμα, καὶ ταύτην διὰ πάντων ὑμνοῦσαν, καὶ πάντα αὐτὴν ἡγουμένην, καὶ πρὸς ταύτην πάντα ποιοῦσαν, τὰς εὐχάς, τὰς δεήσεις, τὰς μυήσεις, τὰς παραινέσεις, πᾶν ἱερόν. Καὶ ταῦτα μὲν οὕτως.
ΚΔʹ. Περὶ τῆς εἰς τὸ θυσιαστήριον εἰσαγωγῆς τῶν τιμίων δώρων
(1.) Ὁ δὲ ἱερεὺς βοῇ τὸν Θεὸν δοξολογήσας ἔρχεται ἐπὶ τὰ δῶρα καὶ ἀνελόμενος ἐπὶ τῆς κεφαλῆς μάλα κοσμίως ἔξεισι· καὶ οὕτως αὐτὰ κομίζων, ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον εἰσάγει, περιάγων ἐπίτηδες ἐν τῷ ναῷ διὰ τοῦ πλήθους σχολῇ καὶ βάδην. Καὶ αὐτοὶ ᾄδουσι καὶ προσπίπτουσιν αὐτῷ σὺν αἰδοῖ πάσῃ καὶ εὐλαβείᾳ, δεόμενοι μνήμης παρ᾿ αὐτῷ τυχεῖν, ἐν τῇ τῶν δώρων προσαγωγῇ. Καὶ αὐτὸς χωρεῖ πεμπόμενος ὑπὸ λαμπάσι καὶ θυμιάσμασι· καὶ οὕτως ἔχων τὸ θυσιαστήριον εἰσέρχεται.
(2.) Ταῦτα δὲ γίνεται μὲν κατὰ χρείαν· ἔδει γὰρ ἐνεχθῆναι καὶ τῷ θυσιαστηρίῳ ἀποτεθῆναι τὰ θύεσθαι μέλλοντα δῶρα, καὶ τοῦτο σεμνῶς ὡς ἔξεστι καὶ κοσμίως. Οὕτω γὰρ εἰσήγοντο τὰ δῶρα τοῦ Θεοῦ· ἐπεὶ καὶ οἱ βασιλεῖς, δῶρα προσάγειν τῷ Θεῷ δεῆσαν αὐτοῖς, οὐκ ἄλλοις τὸ πρᾶγμα ἐπέτρεπον, ἀλλ᾿ αὐτοὶ δι᾿ ἑαυτῶν κομίζοντες εἰσῆγον αὐτὰ ἐστεφανωμένοι.
(3.) Δύναται δὲ αὐτὰ καὶ σημασίαν ἔχειν τῆς ἐσχάτης τοῦ Χριστοῦ ἀναδείξεως, καθ᾿ ἣν μάλιστα τὴν βασκανίαν τῶν Ἑβραίων ἀνῆψεν, ἡνίκα καὶ ὁδὸν ἐστείλατο τὴν ἀπὸ τῆς πατρίδος ἐπὶ τὴν Ἱερουσαλήμ, ἐν ᾗ θύεσθαι ἔδει· ὅτε καὶ ὀχούμενος εἰσῄει τὴν πόλιν, ὑπὸ πολλῶν παραπεμπόμενος καὶ ὑμνούμενος.
(4.) Δεῖ δὲ καὶ προσπίπτειν τηνικαῦτα τῷ ἱερεῖ καὶ δεῖσθαι, ἵνα ἡμῶν ἐν ταῖς εὐχαῖς ἐκείναις μνησθῇ. Ὅτι οὐκ ἔστιν ἄλλος τρόπος ἱκεσίας οὕτω μεγάλα δυνάμενος καὶ βεβαίας παρεχόμενος ἡμῖν τὰς ἐλπίδας, ὥσπερ ὁ διὰ τῆς φρικώδους ταύτης θυσίας, ἣ τὰς ἀσεβείας καὶ τὰς ἀνομίας τοῦ κόσμου ἐκαθάρισε δωρεάν.
(5.) Εἰ δέ τινες τῶν προσπιπτόντων εἰσιόντι μετὰ τῶν δώρων τῷ ἱερεῖ ὡς σῶμα Χριστοῦ καὶ αἷμα τὰ κομιζόμενα δῶρα προσκυνοῦσι καὶ διαλέγονται, ἀπὸ τῆς εἰσόδου τῶν προηγιασμένων δώρων ἠπατήθησαν, ἀγνοήσαντες τὴν διαφορὰν τῆς ἱερουργίας ταύτης καὶ ἐκείνης. Αὕτη μὲν γὰρ ἐν ταύτῃ τῇ εἰσόδῳ ἄθυτα ἔχει τὰ δῶρα καὶ οὔπω τετελεσμένα, ἐκείνη δὲ τέλεια, καὶ ἡγιασμένα, καὶ σῶμα καὶ αἷμα Χριστοῦ. Καὶ ταῦτα μὲν οὕτως.
ΚΕʹ. Περὶ τῶν μετὰ τὴν εἰσαγωγὴν τῶν δώρων καὶ εὐχῶν καὶ παραγγελίων πρὸς τὸ πλῆθος τοῦ ἱερέως
(1.) Ὁ δὲ ἱερεὺς τὰ μὲν δῶρα τίθησι ἐπὶ τῆς τραπέζης· αὐτὸς δέ, ὡς ἤδη πρὸς τῇ τελετῇ γενόμενος καὶ μέλλων τῆς φρικτῆς ἅπτεσθαι θυσίας, ἔτι ἑαυτὸν εὐτρεπίζει καὶ διὰ τῶν εὐχῶν καθαίρει καὶ πρὸς τὴν ἱερουργίαν παρασκευάζει, καὶ οὐχ ἑαυτὸν μόνον ἀλλὰ καὶ τὸ περιεστῶς πλῆθος καταρτίζει καὶ διατίθησι πρὸς τὴν χάριν εὐχῇ καὶ τῇ πρὸς ἀλλήλους ἀγάπῃ καὶ τῇ ὁμολογίᾳ τῆς πίστεως. Ἐν τούτοις δὲ τὸ πᾶν τῆς ἑτοιμασίας ἐστί, καθ᾿ ἣν ὁ Κύριος ἐκέλευσε λέγων· «Γίνεσθε ἕτοιμοι.» Ἐνταῦθα γὰρ ἡ πίστις καὶ τὰ ἔργα· ἡ μὲν πίστις διὰ τῆς ὁμολογίας φαινομένη, τὰ δὲ ἔργα διὰ τῆς ἀγάπης, ἥτις τέλος ἐστὶν ἔργου πάντος ἀγαθοῦ καὶ ἀρετῆς πάσης κεφάλαιον.
(2.) Ἀλλὰ ταῦτα μὲν μετ᾿ ὀλίγον. Πρὸ δὲ τούτων τοὺς περιεστῶτας πιστοὺς εὔχεσθαι κελεύει ὑπὲρ ὧν εὔχεσθαι τότε δεῖ. «Ὑπὲρ τῶν προτεθέντων δώρων, φησί, τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.» Ὑπὲρ τοῦ προκειμένου τὸν Θεὸν ἱκετεύσωμεν, ἵνα ἁγιασθῶσι τὰ δῶρα καὶ εἰς τέλος ἡμῖν ἡ ἐξ ἀρχῆς πρόθεσις ἔλθῃ. Εἶτα καὶ ἄλλα προσθείς, ὑπὲρ ὧν δεῖ τὸν Θεὸν ἱκετεύειν καὶ τελευταῖον «παραθέσθαι τῷ Κυρίῳ» κελεύσας «ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους καὶ πᾶσαν τὴν ζωήν», εἶτα καὶ αὐτὸς τὸ τῆς εὐχῆς ἀκροτελεύτιον, ἣν ἐφ᾿ ἑαυτοῦ πρὸς τὸν Θεὸν ἐποιήσατο, εἰς ἐπήκοον πάντων βοήσας κατὰ τὸ ἔθος καὶ δοξολογήσας, καὶ αὐτοὺς λαβὼν τῆς δοξολογίας κοινωνούς, μετὰ τοῦτο εἰρήνην τὴν πρὸς ἀλλήλους καὶ εὔχεται πᾶσι καὶ παραινεῖ. Εἰπὼν γάρ· «Εἰρήνη πᾶσιν», ἐπάγει· «Ἀγαπήσωμεν ἀλλήλους.» Ἐπεὶ δὲ εὔχεσθαι ὑπὲρ ἀλλήλων ἐντολή ἐστιν ἀποστολική, διὰ τοῦτο καὶ ὁ λαὸς εὔχεται αὐτῷ τὴν αὐτὴν εἰρήνην, λέγοντες· «Καὶ τῷ πνεύματί σου.» Ἐπεὶ δὲ τῇ πρὸς ἀλλήλους ἡμῶν ἀγάπῃ καὶ ἡ πρὸς Θεὸν ἀγάπη ἀκολουθεῖ, τῇ δὲ πρὸς Θεὸν ἀγάπῃ καὶ ἡ πρὸς αὐτὸν τελεία καὶ ζῶσα πίστις ἕπεται, διὰ τοῦτο τὴν ἀγάπην εἰπὼν καὶ ἀγαπᾶν ἀλλήλους παραινέσας εὐθὺς τὴν ὁμολογίαν ἐπάγει τῆς πίστεως· «Ἵνα ἐν ὁμονοίᾳ, φησίν, ὁμολογήσωμεν.» Καὶ οἱ πιστοὶ βοῶσιν· «Ὃν ὁμολογῆσαι δεῖ Θεόν, τὴν ἁγίαν Τριάδα.»
ΚϚʹ. Περὶ τῆς ὁμολογίας τῆς πίστεως, καὶ ὧν μετ᾿ αὐτὴν ὁ ἱερεὺς τοῖς πιστοῖς παραινεῖ καὶ εὔχεται, καὶ ὧν ἐκεῖνοι πρὸς αὐτὸν ἀποκρίνονται
(1.) Εἶτα ὁ ἱερεὺς ἔτι κελεύει πάντα ἀνειπεῖν ἃ περὶ Θεοῦ μαθόντες πιστεύουσι, τὴν ἀληθινὴν σοφίαν περὶ ἧς φησὶν ὁ Ἀπόστολος· «Σοφίαν δὲ λαλοῦμεν ἐν τοῖς τελείοις», ἣν σοφίαν ὁ κόσμος οὐκ ἔγνω, δηλονότι οἱ ἀπὸ τοῦ κόσμου σοφοὶ καὶ τῆς ἀπὸ τῶν αἰσθητῶν γνώσεως μεῖζον καὶ ὑψηλότερον οὔτε εἰδότες, οὔτε ὅλως εἶναι πιστεύοντες. Ἐν ταύτῃ τῇ σοφίᾳ κελεύει πάσας ἀναπετάσαι τὰς θύρας, τὰ στόματα ἡμῶν, τὰ ὦτα ἡμῶν.
(2.) Ἐν ταύτῃ, φησίν, ἀνοίξατε τῇ σοφίᾳ, ταῦτα διηνεκῶς καὶ λέγοντες καὶ ἀκούοντες, καὶ τοῦτο οὐ ῥᾳθύμως, ἀλλὰ σπουδαίως ποιεῖτε καὶ προσέχοντες ὑμῖν αὐτοῖς. Καὶ αὐτοὶ πᾶσαν ἀναβοῶσι τὴν ὁμολογίαν τὸ τῆς πίστεως σύμβολον. Εἶτα ὁ ἱερεύς· «Στῶμεν καλῶς, στῶμεν μετὰ φόβου.» Ἐπὶ τῆς ὁμολογίας, φησί, ταύτης στῶμεν, μὴ διὰ πιθανολογίαν αἱρετικῶν σαλευώμεθα. Στῶμεν μετὰ φόβου, ὅτι πολὺς ὁ κίνδυνος τοῖς ἀμφιβολίαν τινὰ περὶ τῆς πίστεως ταύτης ἐν τῇ ψυχῇ δεξαμένοις. Οὕτω δὲ βεβαίως ἑστώτων ἐν τῇ πίστει, φησί, καὶ ἡ τῶν δώρων ἡμῶν πρὸς τὸν Θεὸν προσαγωγὴ κατὰ λόγον γινέσθω. Τί δὲ κατὰ λόγον; τὸ «Ἐν εἰρήνῃ». «Πρόσχωμεν, φησί, τὴν ἁγίαν ἀναφοράν, ἐν εἰρήνῃ προσφέρειν»· μέμνησθε γὰρ τῶν λόγων τοῦ Κυρίου· «Ἐὰν προσφέρῃς τὸ δῶρόν σου ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον καὶ μνησθῇς ὅτι ἔχει τις κατὰ σοῦ, διαλλάγηθι πρῶτον, εἶτα ἐλθὼν πρόσφερε τὸ δῶρόν σου.» Οἱ δὲ πιστοὶ ἀποκρίνονται· Προσφέρομεν, οὐ μόνον μετ᾿ εἰρήνης, ἀλλὰ καὶ αὐτὴν τὴν εἰρήνην ἀντὶ δώρου καὶ θυσίας ἑτέρας. Ἔλεον γὰρ προσφέρομεν τῷ εἰπόντι· «Ἔλεον θέλω, καὶ οὐ θυσίαν.» Ὁ δὲ ἔλεος γέννημά ἐστι τῆς βεβαίας καὶ καθαρᾶς εἰρήνης. Ὅταν γὰρ τὴν ψυχὴν οὐδὲν ἐνοχλῇ πάθος, οὐδὲν κωλύει ἐλέου γέμειν αὐτήν· ἀλλὰ καὶ «θυσίαν αἰνέσεως».
(3.) Ταῦτα δὲ εἰπόντος, ὁ ἱερεὺς ὑπερεύχεται τὰ θειότατα καὶ μέγιστα πάντων· «Ἡ χάρις τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρὸς καὶ ἡ κοινωνία τοῦ ἁγίου Πνεύματος εἴη μετὰ πάντων ὑμῶν.» Καὶ αὐτοὶ δὲ τὰ αὐτὰ ὑπὲρ τοῦ ἱερέως εὐχόμενοι· «Καὶ μετὰ τοῦ πνεύματός σου» πρὸς αὐτὸν ἀποκρίνονται κατὰ τὴν εὔχεσθαι ὑπὲρ ἀλλήλων κελεύουσαν ἐντολήν.
(4.) Ἡ δὲ εὐχὴ αὐτὴ εἴληπται μὲν ἀπὸ τῶν ἐπιστολῶν τοῦ μακαρίου Παύλου. Προξενεῖ δὲ ἡμῖν τὰ ἀπὸ τῆς ἁγίας Τριάδος ἀγαθά, «πᾶν δώρημα τέλειον», καὶ ταῦτα ἀφ᾿ ἑκάστης τῶν μακαρίων Ὑποστάσεων ἰδίῳ τινὶ ὀνόματι ὀνομάζει· ἀπὸ μὲν τοῦ Υἱοῦ χάριν, ἀπὸ δὲ τοῦ Πατρὸς ἀγάπην, ἀπὸ δὲ τοῦ ἁγίου Πνεύματος κοινωνίαν. Ὅτι μὲν γὰρ ὁ Υἱὸς μηδὲν εἰσενεγκοῦσιν ἀλλὰ καὶ ὀφείλουσιν ἔτι δίκας Σωτῆρα παρέσχεν ἡμῖν ἑαυτόν· «Καὶ γὰρ ἀσεβῶν ὄντων ἔτι, φησίν, ὑπὲρ ἡμῶν ἀπέθανε»· ἡ περὶ ἡμᾶς αὐτοῦ πρόνοια χάρις ἐστίν. Ὅτι δὲ ὁ Πατὴρ διὰ τῶν τοῦ Υἱοῦ παθῶν διηλλάγη τῷ γένει τῶν ἀνθρώπων καὶ ἠγάπησε τοὺς ἐχθρούς, διὰ τοῦτο τὰ ἐκείνου πρὸς ἡμᾶς ἀγάπη καλεῖται. Ἐπεὶ δὲ τοῖς φιλιωθεῖσιν ἐχθροῖς ἔδει κοινωνῆσαι τῶν ἰδίων ἀγαθῶν «τὸν πλούσιον ἐν ἐλέει», τοῦτο ποιεῖ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον τοῖς ἀποστόλοις ἐπιδημῆσαν. Διὰ τοῦτο ἡ ἐκείνου πρὸς τοὺς ἀνθρώπους χρηστότης κοινωνία λέγεται.
(5.) Ἀλλ᾿ εἴποι τις ἃν ὅτι ταῦτα τὰ ἀγαθὰ τοῦ Σωτῆρος ἐπιδημήσαντος πάντα τοῖς ἀνθρώποις ἐδόθη· τίς οὖν ἔτι χρεία εὐχῆς περὶ τῶν ἤδη δοθέντων ἡμῖν; Πρόδηλον ἵνα ταῦτα λαβόντες μὴ ἀπολέσωμεν· ἀλλὰ μείνωμεν ἔχοντες διὰ τέλους. Διὰ τοῦτο οὐκ εἶπε· «Δοθείη πᾶσιν ὑμῖν», ὡς ἤδη δοθέντα, ἀλλά· «Εἴη μετὰ πάντων ὑμῶν.» Μὴ ἀποσταίη, φησίν, ἀφ᾿ ὑμῶν ἡ δοθεῖσα χάρις.
(6.) Τοιαύτης δὲ αὐτοὺς ἀξιώσας εὐχῆς καὶ οὕτω τὰς ψυχὰς ἀναστήσας ἀπὸ τῆς γῆς, αἴρει τὰ φρονήματα καὶ φησίν· «Ἄνω σχῶμεν τὰς καρδίας», «τὰ ἄνω φρονῶμεν, μὴ τὰ ἐπὶ γῆς»· καὶ αὐτοὶ δὲ συντίθενται καὶ φασὶν ἐκεῖ τὰς καρδίας ἔχειν, «ὅπου ὁ θησαυρὸς ἡμῶν ἐστιν», οὗ ὁ Χριστός ἐστιν ἐν δεξιᾷ τοῦ Πατρὸς καθήμενος· «Ἔχομεν πρὸς τὸν Κύριον.»
ΚΖʹ. Περὶ τοῦ ἁγιασμοῦ τῶν δώρων καὶ τῆς πρὸ τούτου εὐχαριστίας
(1.) Οὕτω δὲ κάλλιστα καὶ ἱερώτατα διατεθέντας, τί λοιπὸν ἢ πρὸς εὐχαριστίαν τραπῆναι τοῦ χορηγοῦ τῶν ἀγαθῶν ἁπάντων Θεοῦ; ἄλλως τε τὸν πρῶτον ἱερέα μιμούμενος εὐχαριστοῦντα τῷ Θεῷ καὶ Πατρὶ πρὸ τοῦ παραδοῦναι τὸ μυστήριον τῆς κοινωνίας. Καὶ αὐτὸς πρὸ τῆς τελεστικῆς εὐχῆς, καθ᾿ ἣν ἱερουργεῖ τὰ ἅγια, τὴν εὐχαριστίαν ταύτην ποιεῖται πρὸς τὸν Θεὸν καὶ Πατέρα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ· «Εὐχαριστήσωμεν τῷ Κυρίῳ»· καὶ πάντων συνθεμένων καί· «Ἄξιον καὶ δίκαιον» ἀνειπόντων, αὐτὸς ἐφ᾿ ἑαυτοῦ τὴν εὐχαριστίαν προσφέρει τῷ Θεῷ· καὶ δοξολογήσας αὐτὸν καὶ μετὰ ἀγγέλων ἀνυμνήσας καὶ χάριτας ὁμολογήσας τῶν ἀγαθῶν ἁπάντων τῶν ἐξ αἰῶνος ἡμῖν παρ᾿ αὐτοῦ γενομένων καὶ τελευταῖον αὐτῆς τῆς ἀρρήτου καὶ ὑπὲρ λόγον ἡμῶν ἕνεκα τοῦ Σωτῆρος οἰκονομίας μνησθείς, εἶτα ἱερουργεῖ τὰ τίμια δῶρα καὶ ἡ θυσία τελεῖται πᾶσα. Καὶ τίνα τρόπον; Τὸ φρικτὸν ἐκεῖνο διηγησάμενος δεῖπνον καὶ ὅπως αὐτὸ παρέδωκε πρὸ τοῦ πάθους τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ μαθηταῖς καὶ ὡς ἐδέξατο ποτήριον καὶ ὡς ἔλαβεν ἄρτον καὶ εὐχαριστήσας ἡγίασεν· καὶ ὡς εἶπε δι᾿ ὧν ἐδήλωσε τὸ μυστήριον, καὶ αὐτὰ τὰ ῥήματα ἀνειπὼν εἶτα προσπίπτει, καὶ εὔχεται καὶ ἱκετεύει τὰς θείας ἐκείνας φωνὰς τοῦ μονογενοῦς αὐτοῦ Υἱοῦ τοῦ Σωτῆρος ἐφαρμόσαι καὶ ἐπὶ τῶν προκειμένων δώρων καὶ δεξάμενα τὸ πανάγιον αὐτοῦ καὶ παντοδυνάμενον Πνεῦμα μεταβληθῆναι, τὸν μὲν ἄρτον εἰς αὐτὸ τὸ τίμιον αὐτοῦ καὶ ἅγιον σῶμα, τὸν δὲ οἶνον εἰς αὐτὸ τὸ ἄχραντον αὐτοῦ καὶ ἅγιον αἷμα. Τούτων δὲ ηὐγμένων καὶ εἰρημένων, τὸ πᾶν τῆς ἱερουργίας «ἤνυσται καὶ τετέλεσται» καὶ τὰ δῶρα ἡγιάσθη καὶ ἡ θυσία ἀπηρτίσθη καὶ τὸ μέγα θῦμα καὶ ἱερεῖον τὸ ὑπὲρ τοῦ κόσμου σφαγὲν ἐπὶ τῆς ἱερᾶς τραπέζης ὁρᾶται κείμενον· ὁ γὰρ ἄρτος τοῦ Κυριακοῦ σώματος οὐκ ἔτι τύπος, οὐδὲ δῶρον, εἰκόνα φέρων τοῦ ἀληθινοῦ δώρου, οὐδὲ γραφήν τινα κομίζων ἐν ἑαυτῷ τῶν σωτηρίων παθῶν ὥσπερ ἐν πίνακι, ἀλλ᾿ αὐτὸ τὸ ἀληθινὸν δῶρον· αὐτὸ τοῦ Δεσπότου τὸ πανάγιον σῶμα τὸ πάντα ἀληθῶς ἐκεῖνα δεξάμενον τὰ ὀνείδη, τὰς ὕβρεις, τοὺς μώλωπας, τὸ σταυρωθέν, τὸ σφαγέν, «τὸ μαρτυρῆσαν ἐπὶ Ποντίου Πιλάτου τὴν κάλην ὁμολογίαν», τὸ ῥαπισθέν, τὸ αἰκισθέν, τὸ ἐμπτυσμάτων ἀνασχόμενον, τὸ χολῆς γευσάμενον. Ὁμοίως καὶ ὁ οἶνος αὐτὸ τὸ αἶμα τὸ ἐκπηδῆσαν σφαττομένου τοῦ σώματος, τοῦτο τὸ σῶμα, τοῦτο τὸ αἶμα τὸ συστὰν ἐκ Πνεύματος ἁγίου, τὸ γεννηθὲν ἀπὸ τῆς μακαρίας Παρθένου, τὸ ταφέν, τὸ ἀναστὰν τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ, τὸ ἀνελθὸν εἰς οὐρανοὺς καὶ καθεζόμενον ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατρός.
ΚΗʹ. Πόθεν ἀσφαλῶς πιστεύομεν τὸ μυστήριον
(1.) Καὶ τίς ἡ πίστις;
(2.) Αὐτὸς εἶπε· «Τοῦτό ἐστι τὸ σῶμά μου», «Τοῦτο τὸ αἷμά μου.» Αὐτὸς καὶ τοῖς ἀποστόλοις ἐκέλευσε καὶ δι᾿ ἐκείνων ἁπάσῃ τῇ Ἐκκλησίᾳ τοῦτο ποιεῖν. «Τοῦτο γάρ, φησί, ποιεῖτε εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν», οὐκ ἂν κελεύσας τοῦτο ποιεῖν, εἰ μὴ δύναμιν ἐνθήσειν ἔμελλε, ὥστε δύνασθαι τοῦτο ποιεῖν. Καὶ τίς ἡ δύναμις; Τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, ἡ ἐξ ὕψους τοὺς ἀποστόλους ὁπλίσασα δύναμις, κατὰ τὸ εἰρημένον πρὸς αὐτοὺς ὑπὸ τοῦ Κυρίου· «Ὑμεῖς δὲ καθίσατε ἐν τῇ πόλει Ἱερουσαλήμ, ἕως οὗ ἐνδύσησθε δύναμιν ἐξ ὕψους.» Τοῦτο τὸ ἔργον ἐκείνης τῆς καθόδου. Οὐ γὰρ κατελθὸν ἅπαξ εἶτα ἀπολέλοιπεν ἡμᾶς, ἀλλὰ μεθ᾿ ἡμῶν ἔστι καὶ ἔσται μεχρὶ παντός. Διὰ τοῦτο γὰρ ἔπεμψεν αὐτὸ ὁ Σωτήρ, ἵνα μένῃ μεθ᾿ ἡμῶν εἰς τὸν αἰῶνα, «τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὃ ὁ κόσμος οὐ δύναται λαβεῖν, ὅτι οὐ θεωρεῖ αὐτό, οὐδὲ γινώσκει αὐτό, ὑμεῖς δὲ γινώσκετε αὐτό, ὅτι παρ᾿ ὑμῖν μένει, καὶ ἐν ὑμῖν ἔσται». Τοῦτο διὰ τῆς χειρὸς καὶ τῆς γλώσσης τῶν ἱερέων τὰ μυστήρια τελεσιουργεῖ.
(3.) Καὶ οὐ τὸ ἅγιον Πνεῦμα μόνον ἔπεμψεν ὁ Κύριος ἡμῖν, ὥστε μένειν μεθ᾿ ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ἐπηγγείλατο μένειν μεθ᾿ ἡμῶν, ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος· ἀλλ᾿ ὁ μὲν Παράκλητος ἀοράτως πρόσεστιν, ὅτι σῶμα αὐτὸς οὐκ ἐφόρεσεν. Ὁ δὲ Κύριος καὶ ὁρᾶται καὶ ἁφῆς ἀνέχεται διὰ τῶν φρικτῶν καὶ ἱερῶν μυστηρίων, ὡς ἂν τὴν ἡμετέραν φύσιν καὶ δεξάμενος καὶ φέρων εἰς τὸν αἰῶνα.
(4.) Αὕτη ἡ τῆς ἱερωσύνης δύναμις, οὗτος ὁ ἱερεύς. Οὐ γὰρ ἅπαξ ἑαυτὸν προσαγαγὼν καὶ θύσας ἐπαύσατο τῆς ἱερωσύνης, ἀλλὰ διηνεκῆ ταύτην λειτουργεῖ τὴν λειτουργίαν ἡμῖν, καθ᾿ ἣν καὶ παράκλητός ἐστιν ὑπὲρ ἡμῶν πρὸς τὸν Θεὸν δι᾿ αἰῶνος, οὗ χάριν εἴρηται πρὸς αὐτόν· «Σὺ ἱερεὺς εἰς τὸν αἰῶνα.»
(5.) Διὰ τοῦτο οὐδεμία τοῖς πιστοῖς περὶ τοῦ ἁγιασμοῦ τῶν δώρων ἀμφιβολία, οὐδὲ περὶ τῶν ἄλλων τελετῶν, εἰ κατὰ τὴν πρόθεσιν καὶ τὰς εὐχὰς τῶν ἱερέων ἀποτελοῦνται. Καὶ ταῦτα μὲν εἰς τοσοῦτον.
ΚΘʹ. Περὶ ὧν ἡμῖν ἐνταῦθά τινες Λατῖνοι μέμφονται, καὶ πρὸς τὴν μέμψιν ἀπολογία, καὶ λύσις
(1.) Ἐνταῦθα δέ τινες Λατῖνοι τῶν ἡμετέρων ἐπιλαμβάνονται. Φασὶ γάρ, μετὰ τὸν τοῦ Κυρίου λόγον, τὸ «Λάβετε, φάγετε» καὶ τὰ ἑξῆς, πρὸς τὸ ἁγιασθῆναι τὰ δῶρα μηδεμιᾶς εὐχῆς ἔτι δεῖσθαι, ὡς ὑπὸ τοῦ Κυριακοῦ λόγου τελούμενα. Διὰ τοῦτο οἱ μετὰ τὸ ἀνειπεῖν ταῦτα τὰ ῥήματα ἄρτον καὶ οἶνον ὀνομάζοντες καὶ ὡς μήπω ἁγιασθεῖσιν εὐχόμενοι τὸν ἁγιασμόν, πρὸς τῷ ἀπιστίαν νοσεῖν, φασί, καὶ μάταιόν τι καὶ παρέλκον πρᾶγμα ποιοῦσιν. Ὅτι δὲ οὗτός ἐστιν ὁ λόγος, ὁ τὰ δῶρα τελειῶν, ὁ μακάριος, φασί, Χρυσόστομος μαρτυρεῖ λέγων ὅτι καθάπερ ὁ δημιουργικὸς λόγος, τὸ «Αὐξάνεσθε καὶ πληθύνεσθε», εἴρηται μὲν ἅπαξ ὑπὸ τοῦ Θεοῦ, ἐνεργεῖ δὲ ἀεί· οὕτω καὶ ὁ λόγος οὗτος ἅπαξ ῥηθεὶς ὑπὸ Σωτῆρος διὰ παντὸς ἐνεργεῖ. Οἱ τοίνυν τῇ ἑαυτῶν εὐχῇ θαρροῦντες μᾶλλον ἢ τῷ Κυριακῷ λόγῳ, πρῶτον μὲν ἀσθένειαν αὐτοῦ καταγινώσκουσιν, ἔπειτα ἑαυτοῖς θαρροῦντες φαίνονται μᾶλλον· καὶ τρίτον, ἀμφιβόλου πράγματος τῆς ἀνθρωπίνης εὐχῆς τὸ μυστήριον ἐξαρτῶσι, πρᾶγμα τοσοῦτον καὶ ὃ δεῖ βεβαιότατα πιστεύειν ἀμφιβολίας μεστὸν ἀποφαίνουσιν. Οὐ γὰρ ἀνάγκη τὸν εὐχόμενον καὶ εἰσακούεσθαι, κἂν ᾖ Παῦλος τὴν ἀρετήν.
(2.) Ταῦτα δὲ πάντα λύειν οὐ χαλεπόν.
(3.) Καὶ πρῶτον ἀπὸ τῶν τοῦ θείου Ἰωάννου ῥημάτων, οἷς ἰσχυρίζονται. Εἰ γὰρ κατὰ τὸν δημιουργικὸν λόγον καὶ οὗτος ὁ λόγος δύναται, σκοπῶμεν ἐκεῖνο.
(4.) Εἶπεν ὁ Θεός· «Αὐξάνεσθε καὶ πληθύνεσθε.» Τί οὖν; Μετὰ τὸν λόγον ἐκεῖνον οὐδενὸς πρὸς τοῦτο δεόμεθα καὶ χρεία ἡμῖν ἄλλου τινὸς πρὸς τὴν αὔξησιν οὐδεμία; ἢ καὶ γάμου καὶ συναφείας δεῖ καὶ τῆς ἄλλης ἐπιμελείας, καὶ τούτων χωρὶς οὐ δυνατὸν συνεστάναι τὸ γένος καὶ προχωρεῖν; Οὐκοῦν καθάπερ ἐκεῖ πρὸς παιδοποιίαν ἀναγκαῖον ἡγούμεθα τὸν γάμον καὶ μετὰ τὸν γάμον ὑπὲρ αὐτοῦ τούτου πάλιν εὐχόμεθα καὶ οὐ δοκοῦμεν ἀτιμάζειν τὸν δημιουργικὸν λόγον, εἰδότες αἴτιον μὲν αὐτὸν εἶναι τῆς γενέσεως, ἀλλὰ τὸν τρόπον τοῦτον διὰ γάμου, διὰ τροφῆς, διὰ τῶν ἄλλων· οὕτω καὶ ἐνταῦθα πιστεύομεν αὐτὸν εἶναι τὸν ἐνεργοῦντα τὸ μυστήριον τὸν τοῦ Κυρίου λόγον· ἀλλ᾿ οὕτω διὰ ἱερέως, δι᾿ ἐντεύξεως αὐτοῦ καὶ εὐχῆς. Οὐ γὰρ διὰ πάντων ἐνεργεῖν ἁπλῶς οὐδὲ ὁπωσδήποτε, ἀλλὰ πόλλα τὰ ζητούμενα, ὧν χωρὶς οὐ ποιήσει τὰ ἑαυτοῦ. Τὸν δὲ τοῦ Χριστοῦ θάνατον τίς οὐκ οἶδεν, ὡς αὐτός ἐστι μόνος ὁ τὴν ἄφεσιν τῶν ἁμαρτιῶν εἰσενεγκὼν εἰς τὸν κόσμον; Ἀλλὰ κἀκεῖνο γινώσκομεν, ὅτι μετὰ τὸν θάνατον ἐκεῖνον καὶ πίστεως χρεία καὶ μετανοίας καὶ ἐξομολογήσεως καὶ τῆς τῶν ἱερέων εὐχῆς· καὶ οὐκ ἔστι λυθῆναι τῶν ἁμαρτιῶν ἄνθρωπον μὴ τούτων ἡγησαμένων. Τί οὖν; Ἀτιμάζομεν τὸν θάνατον ἐκεῖνον καὶ ἀσθένειαν αὐτοῦ καταγινώσκομεν, ὅτι νομίζομεν μὴ ἀρκεῖν τὰ παρ᾿ ἐκείνου, ἐὰν μὴ καὶ τὰ παρ᾿ ἡμῶν αὐτῶν εἰσενέγκωμεν; Οὐδαμῶς.
(5.) Οὐκοῦν οὐδὲ τοῖς εὐχομένοις ὑπὲρ τοῦ τελειωθῆναι τὰ δῶρα τὰ τοιαῦτα ἐγκαλεῖν εὔλογον· ἐπεὶ οὐδὲ τῇ εὐχῇ θαρροῦντες ἑαυτοῖς θαρροῦσιν, ἀλλὰ τῷ δώσειν ἐπαγγειλαμένῳ Θεῷ. Τοὐναντίον μὲν γὰρ ὁ τῆς εὐχῆς ἀπαιτεῖ λόγος. Τοῦτο γάρ ἐστι τὸ ποιοῦν τὴν εὐχὴν τοῖς εὐχομένοις τὸ μὴ θαρρεῖν ἑαυτοῖς περὶ τῶν ζητουμένων, ἀλλὰ παρὰ τῷ Θεῷ μόνῳ πιστεύειν εὑρήσειν αὐτά. Καὶ τοῦτο βοᾷ ὁ εὐχόμενος, δι᾿ ὧν ἑαυτὸν ἀφείς, εἰς τὸν Θεὸν καταφεύγει, ὡς τῆς ἑαυτοῦ κατέγνω δυνάμεως καὶ διὰ τοῦτο τῷ Θεῷ πᾶν ἐπιτρέπει. Οὐκ ἐμόν, φησί, τοῦτο οὐδὲ τῆς ἐμῆς ἰσχύος, ἀλλὰ σοῦ δεῖται καὶ σοὶ τὸ πᾶν ἀνατίθημι.
(6.) Καὶ μάλισθ᾿ ὅταν τὰ ὑπὲρ φύσιν καὶ πάντα νικῶντα λόγον εὐχώμεθα, οἷα τὰ τῶν μυστηρίων. Τότε γὰρ τῷ Θεῷ μόνῳ θαρρεῖν τοὺς εὐχομένους πᾶσα ἀνάγκη. Ταῦτα γὰρ οὔτε ἐνθυμηθῆναι δυνατὸν ἦν ἄνθρωπον μὴ τοῦ Θεοῦ διδάξαντος, οὔτε ἐπιθυμῆσαι μὴ ἐκείνου παραινέσαντος· οὔτε προσδοκῆσαι λαβεῖν μὴ ⟨παρὰ⟩ τοῦ ἀψευδοῦς τοῦτο ἐλπίσαντος. Ὥστε οὐδὲ εὔξασθαι περὶ τούτων ἐτόλμησεν ἂν οὐδείς, εἰ μή· αὐτὸς ἔδειξεν ἀσφαλῶς ὡς ἄρα αἰτεῖσθαι ταῦτα βούλεται καὶ χορηγεῖν τοῖς αἰτοῦσιν ἑτοίμως ἔχει. Διὰ τοῦτο οὐδὲ ἀμφίβολος ἐνταῦθα ἡ εὐχὴ οὐδὲ τὸ πέρας ἄδηλον ἔχει, αὐτοῦ τοῦ δοῦναι Κυρίου διὰ πάντων δείξαντος ὅτι βούλεται δοῦναι.
(7.) Διὰ τοῦτο τῶν μυστηρίων τὸν ἁγιασμὸν τῇ εὐχῇ τοῦ ἱερέως πιστεύομεν, οὐχ ὡς ἀνθρωπίνῃ τινὶ ἀλλ᾿ ὡς Θεοῦ δυνάμει θαρροῦντες. Οὐ γὰρ διὰ τὸν εὐχόμενον ἄνθρωπον, ἀλλὰ διὰ τὸν ἐπακούοντα Θεόν· οὐδ᾿ ὅτι ἐκεῖνος ἐδεήθη, ἀλλ᾿ ὅτι ἡ ἀλήθεια ἐπηγγείλατο δώσειν.
(8.) Ὅτι δὲ ὁ Χριστὸς ἔδειξεν ὡς ταύτην ἀεὶ βούλεται διδόναι τὴν χάριν ἡμῖν, οὐδὲ λόγου δεῖται. Διὰ τοῦτο γὰρ εἰς τὴν γῆν ἦλθε καὶ ἐτύθη καὶ ἀπέθανε. Διὰ τοῦτο θυσιαστήρια καὶ ἱερεῖς καὶ πᾶσα κάθαρσις καὶ πᾶσαι ἐντολαὶ καὶ διδασκαλίαι καὶ παραινέσεις, ἵνα τὴν τράπεζαν παραθῇ ταύτην ἡμῖν. Διὰ τοῦτο καὶ τοῦ Πάσχα ἐπιθυμῆσαι ἔλεγεν ἐκείνου, ὅτι τοῦτο ἔμελλε τηνικαῦτα παραδιδόναι τὸ ἀληθινὸν Πάσχα τοῖς μαθηταῖς· διὰ τοῦτο ἐκέλευσε· «Τοῦτο ποιεῖτε εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν», ὅτι τοῦτο βούλεται ἱερουργεῖσθαι ἀεὶ παρ᾿ ἡμῶν.
(9.) Τίς οὖν ἔτι περὶ τοῦ ζητουμένου τοῖς εὐχομένοις ἀμφιβολία γένοιτ᾿ ἄν, εἰ λήψονται ὃ δέονται μὲν οὗτοι λαβεῖν, ὁ δὲ δοῦναι δυνάμενος διδόναι ἐπιθυμεῖ;
(10.) Οὕτως οἱ τὸν ἁγιασμὸν τῶν δώρων τῇ εὐχῇ πιστεύοντες οὔτε τοῦ Σωτῆρος τὰς φωνὰς περιορῶσιν, οὔτε ἑαυτοῖς θαρροῦσιν, οὔτε ἀμφιβόλου πράγματος τὸ μυστήριον ἐξαρτῶσι τῆς ἀνθρωπίνης εὐχῆς, ὡς οἱ Λατῖνοι μάτην ἡμῖν ἐγκαλοῦσιν.
(11.) Ἐπεὶ καὶ τὸ πανάγιον μύρον, ὃ τῇ θείᾳ κοινωνίᾳ ὁ μακάριος Διονύσιός φησιν «ὁμοταγὴς» εἶναι, τῇ εὐχῇ τελεῖται καὶ ἁγιάζεται. Καὶ ὡς εἴη τελεστικὸν καὶ ἁγιαστικόν, οὐδεμία τοῖς εὐσεβέσιν ἀμφιβολία.
(12.) Καὶ ἡ τοῦ ἱερέως χειροτονία καὶ ἡ τοῦ ἀρχιερέως τὸν ἴσον τρόπον διὰ τῆς εὐχῆς ἱερουργεῖται. «Εὐξώμεθα γάρ, φησίν, ὑπὲρ αὐτοῦ, ἵνα ἔλθῃ ἐπ᾿ αὐτὸν ἡ χάρις τοῦ παναγίου Πνεύματος», μετὰ τὴν ἐπίθεσιν τῆς χειρὸς ὁ χειροτονῶν πρὸς τὸν κλῆρον βοᾷ. Καὶ ἐν τῇ τῶν Λατίνων δὲ Ἐκκλησίᾳ τελουμένῃ χειροτονίᾳ τοῦ ἀρχιερέως, μετὰ τὸ ἐπιχέαι τὸ μύρον ἐπὶ τῆς κεφαλῆς τοῦ χειροτονουμένου, ὁ τελῶν εὔχεται τὴν χάριν τοῦ ἁγίου Πνεύματος πλουσίαν ἐπ᾿ αὐτὸν κατελθεῖν.
(13.) Καὶ ἄφεσις ἁμαρτιῶν τοῖς μετανοοῦσι διὰ τῆς εὐχῆς τῶν ἱερέων δίδοται.
(14.) Καὶ τὸ τελευταῖον τοῦ ἐλαίου μυστήριον ὡσαύτως ἡ τῶν ἱερέων εὐχὴ τελεσιουργεῖ· ὃ καὶ ἴασιν σωματικῆς νόσου καὶ ἄφεσιν ἁμαρτιῶν τοῖς τελουμένοις δύναται, ὡς ἡ ἀποστολικὴ παράδοσις ἔχει· «Ἀσθενεῖ γάρ τις ἐν ὑμῖν, φησί, προσκαλεσάτω τοὺς πρεσβυτέρους τῆς Ἐκκλησίας καὶ προσευξάσθωσαν ὑπὲρ αὐτοῦ, ἀλείψαντες αὐτὸν ἐλαίῳ ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Κυρίου, καὶ ἡ εὐχὴ τῆς πίστεως σώσει τὸν κάμνοντα καὶ ἐγερεῖ αὐτὸν ὁ Κύριος κἂν ἁμαρτίας ᾖ πεποιηκώς, ἀφεθήσεται αὐτῷ.»
(15.) Οἱ τοίνυν τὴν εὐχὴν ἐν τοῖς μυστηρίοις ἀποδοκιμάζοντες πρὸς ταῦτα τί ἐροῦσιν;
(16.) Εἰ γὰρ ἄδηλον τὸ παρὰ τῶν εὐχῶν, ὡς αὐτοὶ λέγουσιν, ἄδηλον μὲν ὁ ἱερεύς, εἰ τοῦτο ἔστιν ὃ καλεῖται· ἄδηλον δὲ τὸ μύρον, εἰ δύναται ἁγιάζειν· καὶ οὕτως οὐδὲ τὸ μυστήριον συνεστάναι δύναται τῆς ἱερᾶς κοινωνίας οὔτε ἱερέως ἀληθῶς ὄντος οὔτε θυσιαστηρίου. Οὔτε γὰρ παρὰ ἰδιώτου λεγόμενον τὸν τοῦ Κυρίου λόγον τελεσιουργὸν εἶναι φαῖεν ἂν οὐδ᾿ αὐτοί, οὔτε χωρὶς θυσιαστηρίου.
(17.) Καὶ γὰρ καὶ τὸ θυσιαστήριον ἐν ᾧ δεῖ τιθέναι τὸν ἄρτον τῷ μύρῳ ἁγιάζεται, ὃ δὴ μύρον διὰ τῶν εὐχῶν τελεσιουργεῖται.
(18.) Ἔτι δὲ ἁμαρτιῶν ἄφεσιν τίς ἡμῖν δώσει βεβαίως, τῶν ἱερέων καὶ τῆς αὐτῶν δεήσεως ἀμφιβαλλομένων;
(19.) Καὶ οὐδὲν ὅλως ἄλλο λοιπὸν ἢ πάντα τὸν Χριστιανισμὸν ἐκ μέσου ποιῆσαι, ταῖς καινοτομίαις ἀκολουθοῦντας αὐτῶν. Φαίνεται τοίνυν ὡς ἐκείνοις μᾶλλον εἰ ταῦτα ἀξιοῦσιν ἐν ἀμφιβόλῳ κεῖται τὰ τῆς ἀρετῆς, καὶ πολὺν ἔχει τὸ πρᾶγμα κίνδυνον ἀλλότρια τῶν πατρικῶν παραδόσεων καὶ τῆς ἐν αὐταῖς ἀσφαλείας ἐπινοοῦσιν.
(20.) Ὅτι μὲν γὰρ εὐχομένοις ὁ Θεὸς ἐπινεύει καὶ δίδωσι Πνεῦμα ἅγιον τοῖς αἰτοῦσιν αὐτὸν καὶ οὐδὲν ἀδυνατεῖ τοῖς μετὰ πίστεως αὐτοῦ δεομένοις, αὐτὸς εἶπεν ὁ Θεὸς καὶ οὐδεμία μηχανὴ μὴ ταῦτα ἀληθῆ εἶναι. Ὅτι δὲ διηγουμένοις ὁτιοῦν τῶν λογίων συμβαίνει τι τοιοῦτον, οὐδαμοῦ λέγεται.
(21.) Καὶ τὸ μὲν εὐχῇ τὰ μυστικὰ τελεῖν οἱ Πατέρες παρέδοσαν, ἀπὸ τῶν ἀποστόλων καὶ τῶν ἐκείνους ἐκδεξαμένων παραλαβόντες· τά τε ἄλλα, καθάπερ ἔφην, καὶ τὴν ἱερὰν εὐχαριστίαν μετὰ πολλοὺς ἄλλους καὶ Βασίλειος ὁ μέγας καὶ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, οἱ μεγάλοι τῆς Ἐκκλησίας διδάσκαλοι· οἷς τοὺς ἀντιλέγοντας οὐδὲ λόγου τινὸς ἀξιοῦν χρῆ τοὺς εὐσεβεῖν βουλομένους.
(22.) Τὸν δὲ τοῦ Κυρίου περὶ τῶν μυστηρίων λόγον, ἐν εἴδει διηγήσεως λεγόμενον, πρὸς ἁγιασμὸν τῶν δώρων ἀρκεῖν οὐδεὶς οὔτε τῶν ἀποστόλων οὔτε τῶν διδασκάλων εἰπὼν φαίνεται· ἀλλ᾿ ὅτι μὲν ἅπαξ ὑπὸ τοῦ Κυρίου ῥηθεὶς αὐτῷ τῷ ὑπ᾿ ἐκείνου ῥηθῆναι καθάπερ ὁ δημιουργικὸς λόγος ἀεὶ ἐνεργεῖ, καὶ ὁ μακάριός φησι Ἰωάννης. Ὅτι δὲ νῦν ὑπὸ τοῦ ἱερέως λεγόμενος διὰ τὸ ὑπ᾿ ἐκείνου λέγεσθαι τοῦτο δύναται, οὐδαμόθεν ἔστι μαθεῖν· ἐπεὶ οὐδ᾿ αὐτὸς ὁ δημιουργικὸς λόγος ἐνεργεῖ, ὅτι ἐφ᾿ ἑκάστῳ τῶν γινομένων ὑπό τινος ἀνθρώπου λέγεται, ἀλλ᾿ ὅτι ἐστὶν ἅπαξ ὑπὸ τοῦ Θεοῦ εἰρημένος.
Λʹ. Ὅτι καὶ τῇ Ἐκκλησίᾳ Λατίνων ἡ τελετὴ κατὰ τὸν αὐτὸν ἡμῖν τελεῖται τρόπον
(1.) Ὃ δὲ παντελῶς αὐτοὺς ἐπιστομίζει, ὅτι καὶ ἡ τῶν Λατίνων Ἐκκλησία, εἰς ἣν ἀναφέρειν δοκοῦσι, μετὰ τὸν τοῦ Κυρίου λόγον εὔχεσθαι ὑπὲρ τῶν δώρων οὐ παραιτοῦνται. Λανθάνει δὲ αὐτοὺς ὅτι τε οὐκ εὐθὺς μετὰ τὸν λόγον εὔχονται καὶ ὅτι οὐ σαφῶς ἁγιασμὸν αἰτοῦνται καὶ μεταβολὴν εἰς τὸ Κυριακὸν σῶμα, ἀλλ᾿ ἑτέροις χρῶνται ὀνόμασι πρὸς τοῦτο φέρουσι καὶ τὰ αὐτὰ δυναμένοις.
(2.) Τίς δὲ ἡ εὐχή; «Κέλευσον ἀνενεχθῆναι τὰ δῶρα ταῦτα ἐν χειρὶ ἀγγέλου εἰς τὸ ὑπερουράνιόν σου θυσιαστήριον.»
(3.) Λεγέτωσαν γὰρ τί ἐστιν αὐτὸ τὸ «ἀνενεχθῆναι τὰ δῶρα»;
(4.) Ἢ γὰρ τοπικὴν μετάθεσιν αὐτοῖς εὔχονται ἀπὸ τῆς γῆς καὶ τῶν κάτω τόπων εἰς τὸν οὐρανόν, ἢ ἀξίαν τινὰ καὶ τὴν ἀπὸ τῶν ταπεινοτέρων ἐπὶ τὰ ὑψηλότερα μεταβολήν.
(5.) Ἀλλ᾿ εἰ μὲν τὸ πρῶτον, τί τὸ ὄφελος ταύτης ἡμῖν τῆς εὐχῆς ἀφ᾿ ἡμῶν ἀρθῆναι τὰ ἅγια, ἃ παρ᾿ ἡμῖν εἶναι καὶ ἐν ἡμῖν μένειν καὶ εὐχόμεθα καὶ πιστεύομεν, ὡς τοῦτο ὂν τὸ εἶναι τὸν Χριστὸν «μεθ᾿ ἡμῶν ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος»; Πῶς δὲ οὐ πιστεύουσιν, εἰ σῶμα Χριστοῦ τοῦτο γιγνώσκουσιν, ὅτι καὶ ἐν ἡμῖν ἐστι καὶ ὑπερουράνιόν ἐστι καὶ ἐν δεξιᾷ τοῦ Πατρὸς κάθηται, τρόπον ὃν οἶδεν αὐτός; Πῶς δ᾿ ἂν εἴη τὸ μήπω ὑπερουράνιον αὐτὸ τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ τὸ ὑπερουράνιον; Πῶς δὲ καὶ ἀνενεχθήσεται ἐν χειρὶ ἀγγέλου τὸ ὑπὲρ πᾶσαν ἀρχὴν καὶ ἐξουσίαν καὶ δύναμιν καὶ πᾶν ὄνομα ὀνομαζόμενον;
(6.) Εἰ δὲ ἀξίαν τινὰ αὐτοῖς εὔχονται καὶ τὴν ἐπί τι βέλτιον μεταβολήν, οὐκ οἶδα εἴ τινα καταλείψουσιν ἀσεβείας ὑπερβολήν, εἴ γε καὶ αὐτὸ τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ εἶναι γινώσκουσι καὶ ἐπί τι βέλτιον καὶ ἁγιώτερον ἥξειν αὐτὰ πιστεύουσιν.
(7.) Ὄθεν δῆλοι πάντως εἰσὶν ἄρτον ἔτι καὶ οἶνον μήπω δεξάμενα τὸν ἁγιασμὸν εἰδότες αὐτά· καὶ διὰ τοῦτο εὔχονται μὲν ὑπὲρ αὐτῶν ὡς ἔτι δεομένων εὐχῆς, εὔχονται δὲ ἀνενεχθῆναι ὡς ἔτι κείμενα κάτω, καὶ εἰς τὸ θυσιαστήριον ὡς μήπω τεθειμένα, ἵνα ἐκεῖ τεθέντα τυθῶσι. Δεῖται δὲ ἀγγέλου χειρὸς ὡς τῆς δευτέρας ἱεραρχίας τῆς ἀνθρωπίνης, κατὰ τὸν θεῖον Διονύσιον, ὑπὸ τῆς πρώτης ἱεραρχίας τῶν ἀγγέλων βοηθουμένων.
(8.) Αὐτὴ ἡ εὐχὴ οὐδὲν ἕτερόν ἐστι δυναμένη τοῖς δώροις ἢ τὴν εἰς τὸ Κυριακὸν σῶμα καὶ αἷμα μεταβολήν. Οὐ γὰρ δὴ τόπον ὑπὲρ τὸν οὐρανὸν τῷ Θεῷ ἐξῃρημένον, ἐν ᾧ δεῖ θύειν, τὸ θυσιαστήριον ἐκεῖνο νομιστέον. Οὕτω γὰρ οὐ πολὺ διοίσομεν τῶν ἐν Ἱεροσολύμοις λεγόντων ἢ ἐν τῷ ὄρει τῆς Σαμαρείας εἶναι τὸν τόπον ὅπου δεῖ τὸν Θεὸν προσκυνεῖν. Ἀλλ᾿ ἐπεί, κατὰ τὸν μακάριον Παῦλον, «εἷς Θεός, εἷς καὶ μεσίτης Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων Ἰησοῦς Χριστός», πάντα τὰ μεσιτείαν δυνάμενα τὸν ἁγιασμὸν ἡμῖν ἔχοντα μόνος ἐστὶν αὐτὸς ὁ Σωτήρ. Τίνα δὲ τὰ μεσιτείαν δυνάμενα καὶ ἁγιάζοντα; Ἱερεύς, ἱερεῖον, θυσιαστήριον. Καὶ γὰρ καὶ τὸ θυσιαστήριον ἁγιάζει, κατὰ τὸν τοῦ Κυρίου λόγον, τὸ θυσιασθῆναι· «Τὸ θυσιαστήριον γάρ, φησί, τὸ ἁγιάζον τὸ δῶρον.»
(9.) Οὐκοῦν ἐπεὶ μόνος αὐτός ἐστιν ὁ ἁγιάζων, μόνος ἂν εἴη ἱερεύς, καὶ ἱερεῖον, καὶ θυσιαστήριον.
(10.) Καὶ ὅτι μὲν ὁ ἱερεὺς καὶ ἱερεῖον, αὐτὸς εἶπεν· «Ὑπὲρ αὐτῶν γάρ, φησίν, ἐγὼ ἁγιάζω ἐμαυτόν.»
(11.) Ὅτι δὲ καὶ θυσιαστήριον, ὁ ἱερώτατος μαρτυρεῖ Διονύσιος λέγων ἐν τῷ Περὶ τοῦ μύρου λόγῳ· «Εἰ γάρ ἐστι τὸ θειότατον ἡμῶν θυσιαστήριον Ἰησοῦς, ἡ θεαρχικὴ τῶν θείων νόων ἀφιέρωσις, ἐν ᾧ κατὰ τὸ λόγιον ἀφιερούμενοι καὶ ὁλοκαυτούμενοι μυστικῶς τὴν προσαγωγὴν ἔχομεν, ὑπερκοσμίοις ὀφθαλμοῖς ἐποπτεύσωμεν αὐτὸ τὸ θειότατον θυσιαστήριον.»
(12.) Εἰς τοῦτο τὸ ὑπερουράνιον θυσιαστήριον τὰ δῶρα εὔχεται ἀνενεχθῆναι ὁ ἱερεύς, ὅπερ ἐστὶν ἁγιασθῆναι, εἰς αὐτὸ τὸ ὑπερουράνιον σῶμα τοῦ Κυρίου μεταβληθῆναι, οὐ τόπον ἀμείψαντα καὶ ἀπὸ τῆς γῆς γεγενημένα εἰς τὸν οὐρανόν, ἐπεὶ ὁρῶμεν αὐτὰ παρ᾿ ἡμῖν ὄντα ἔτι, καὶ μετὰ τὴν εὐχὴν οὐδὲν ἧττον.
(13.) Ἐπεὶ γὰρ τὸ θυσιαστήριον ἁγιάζει τὰ τεθέντα αὐτῷ δῶρα, ταῦτόν ἐστιν εὔξασθαι τοῖς δώροις ἁγιασθῆναι καὶ ἐν τῷ θυσιαστηρίῳ τεθῆναι.
(14.) Τίς δὲ ὁ ἁγιασμὸς ὃν ἁγιάζει τὸ θυσιαστήριον; Τὰ τεθέντα αὐτῷ δῶρα, ὃν αὐτὸς ὁ ἱερεὺς ἡγιάσεν ἑαυτὸν τῷ προσενεχθῆναι τῷ Θεῷ καὶ τυθῆναι.
(15.) Ἐπεὶ γὰρ ὁ αὐτός ἐστι καὶ ἱερεὺς καὶ θυσιαστήριον καὶ ἱερεῖον, ταὐτόν ἐστι ὑπὸ τοῦ ἱερέως ἐκείνου ἱερουργηθῆναι καὶ εἰς τὸ ἱερεῖον ἐκεῖνο μεταβληθῆναι καὶ ἐν τῷ θυσιαστηρίῳ ἐκείνῳ τῷ ὑπερουρανίῳ ἀνατεθῆναι. Διὰ τοῦτο εἴ τι τῶν τριῶν ἀπολαβὼν εὔξαιο, τὸ πᾶν ηὔξω, τὸ ζητούμενον ἔχεις, τὴν θυσίαν ἐτέλεσας.
(16.) Οἱ μὲν παρ᾿ ὑμῖν ἱερεῖς, ὡς ἱερεῖον τὸν Χριστὸν βλέποντες, εὔχονται τοῖς δώροις τὴν ἐν ἐκείνῳ θέσιν ῥήμασι διαφόροις καὶ λόγοις ἓν καὶ τὸ αὐτὸ πρᾶγμα εὐχόμενοι. Τούτου χάριν οἱ παρ᾿ ἡμῖν ἱερεῖς, μετὰ τὸ εὔξασθαι τοῖς δώροις τὴν εἰς τὸ θεῖον σῶμα καὶ αἷμα μεταβολήν, μνησθέντες τοῦ ὑπερουρανίου θυσιαστηρίου, οὐκ ἔτι εὔχονται εἰς αὐτὸ ἀνενεχθῆναι τὰ δῶρα· ἀλλ᾿ ὡς ἤδη ἀνενεχθέντων ἐκεῖ καὶ προσδεχθέντων εὔχονται ἀντικαταπεμφθῆναι ἡμῖν τὴν χάριν καὶ τὴν δωρεὰν τοῦ ἁγίου Πνεύματος. «Εὐξώμεθα, φησί, ὑπὲρ τῶν ἁγιασθέντων δώρων.» Ἵνα ἁγιασθῇ; Οὐδαμῶς· ἡγίασται γάρ· ἀλλ᾿ ἵνα ἁγιαστικὰ ἡμῖν γένωνται, ἵνα ὁ ἁγιάσας αὐτὰ Θεὸς καὶ ἡμᾶς δι᾿ αὐτῶν ἁγιάσῃ.
(17.) Φανερὸν τοίνυν ὡς τὸ ἀτιμάζειν τὴν ὑπὲρ τῶν δώρων εὐχὴν μετὰ τὸν τοῦ Κυρίου λόγον οὐδὲ τῆς Ἐκκλησίας τῶν Λατίνων ἐστὶν ἁπλῶς, ἀλλ᾿ ἐνίων ὀλίγων καὶ νεωτέρων, οἷοι καὶ τἄλλα αὐτὴν ἐλυμήναντο· εἰς οὐδὲν ἕτερον εὐκαιροῦντες «ἢ λέγειν τι καὶ ἀκούειν καινότερον».
(18.) Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τῆς εὐχῆς.