Λόγος ΠϚ΄

Περὶ διαφόρων ὑποθέσεων κατ' ἐρώτησιν καὶ ἀπόκρισιν

Περίληψη

Ο Λόγος ΠϚ’ των Ασκητικών του Αββά Ισαάκ του Σύρου αποτελεί ένα κείμενο-κλειδί για την κατανόηση της μοναχικής πνευματικότητας. Ο ιερός συγγραφέας απαντά σε ουσιώδη ερωτήματα που αφορούν την αντιμετώπιση των παθών, τη σχέση του ασκητή με τον κόσμο, τον χειρισμό του σκανδαλισμού, την οδό προς την καθαρότητα της ψυχής και την ισορροπία μεταξύ ησυχίας και έμπρακτης αγάπης. Με ποιμαντική ευαισθησία και ασκητική εμπειρία, ο Αββάς Ισαάκ προσφέρει διαχρονικές αρχές που φωτίζουν τόσο τον μοναχό όσο και κάθε πιστό που αγωνίζεται για τη σωτηρία του.

Φυγή από τα πάθη και κατάδυση στον εσωτερικό άνθρωπο
Στην εναρκτήρια ερώτηση, σχετικά με το αν είναι καλό να φεύγει κανείς μακριά από τα ερεθίσματα των παθών, ο αββάς Ισαάκ δίνει μια σαφή και ταυτόχρονα βαθιά απάντηση. Τονίζει με έμφαση την ανάγκη της ολοκληρωτικής απομάκρυνσης του μοναχού από όλα όσα προκαλούν και συντηρούν τα πονηρά πάθη. Δεν πρόκειται για μια τυφλή φυγή, αλλά για μια συνειδητή στρατηγική που αποσκοπεί στην αποκοπή των αιτίων και της ύλης που τρέφουν την αμαρτία. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει:

Δει τον μοναχόν, ίνα φευγη ολοτελώς εκ πάντων των ερεθιζόντων αυτώ τα πάθη τα πονηρά, και ίνα κόψη εξ εαυτού μάλιστα τάς αιτίας των παθών και την ύλην, εν η συνεργούνται και αυξάνονται, καν και μετά τίνα γένωνται Αυτή η φυγή δεν αποτελεί ήττα της ψυχής, αλλά σοφή τακτική που επιτρέπει στον αγωνιστή να ασχοληθεί με το ουσιώδες. Διότι, όπως διευκρινίζει στη συνέχεια, ο μοναχός οφείλει να αποστρέφεται ακόμη και τις ίδιες τις αισθήσεις του και να «καταδύεται» εγγύς του εσωτέρου ανθρώπου, επιμένοντας μοναχικώς στην εργασία της καρδίας του. Σε αυτήν την εσωτερική κατάδυση, ο νους, μένοντας εκεί μοναχικά και αναχωρητικά, δεν πολεμά ο ίδιος τα πάθη, αλλά ενεργεί η χάρις του Θεού. Έτσι, τα πάθη δεν κινούνται πια προς πράξη, και η ψυχή ενούται με τη γνώση του Χριστού που ενοικεί εντός μας.

Ο σκανδαλισμός και η ακλόνητη πνευματική πορεία
Το επόμενο ερώτημα αγγίζει ένα λεπτό ζήτημα: εάν κάποιος βαδίζει τον δρόμο της αυστηρής άσκησης για την καθαρότητα της ψυχής του και άλλοι, αδαείς των πνευματικών σκοπών, σκανδαλίζονται, πρέπει να εγκαταλείψει την υψηλή πολιτεία του προκειμένου να μην τους προκαλέσει πνευματική βλάβη; Η απάντηση είναι ξεκάθαρη: ο ασκητής δεν έχει καμία ευθύνη, εφόσον η άσκησή του είναι σύμφωνη με την παράδοση των Πατέρων και έχει αποκλειστικό σκοπό τον καθαρισμό του νου. Οι σκανδαλιζόμενοι είναι υπεύθυνοι, γιατί από αμέλεια δεν μπόρεσαν να αντιληφθούν τον βαθύ πνευματικό σκοπό. Το παράδειγμα του Αποστόλου Παύλου ενισχύει καθοριστικά τη θέση αυτή:

Παύλος γαρ ου μόνον ουκ εσιώπησεν, αλλά και έκραζε λέγων, «εμοί μη γένοιτο καυχάσθαι, ει μη εν τω σταυρώ του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού Όπως ο Παύλος κήρυττε τον σταυρό αψηφώντας το σκάνδαλο που προκαλούσε σε Ιουδαίους και Έλληνες, έτσι και ο μοναχός οφείλει να μείνει σταθερός στην κλήση του, εξετάζοντας την πολιτεία του ενώπιον του Θεού και της πατερικής παραδόσεως. Η ανθρωπαρέσκεια δεν μπορεί να αποτελεί κριτήριο, αφού κανείς δεν μπορεί να ευχαριστήσει όλους τους ανθρώπους.

Η βαθμιδωτή πορεία προς την καθαρότητα της ψυχής
Σε αυτό το σημείο ο λόγος αποκτά βαθύτερο θεολογικό βάθος. Ο αββάς Ισαάκ μακαρίζει τον μοναχό που τρέχει «εν αληθεία» αναζητώντας την καθαρότητα της ψυχής του, βαδίζοντας στους δοκιμασμένους βαθμούς που όδευσαν οι άγιοι Πατέρες. Αυτή η βαθμιδωτή πορεία είναι απαραίτητη, αλλιώτικη θα ήταν πλάνη. Η καθαρότητα της ψυχής παρουσιάζεται όχι απλώς ως μια ηθική κατάσταση, αλλά ως το «πρώτον χάρισμα της φύσεως ημών», δηλαδή η αρχέγονη κατάσταση του ανθρώπου πριν από την πτώση.

Η καθαρότης της ψυχής χάρισμα εστί το πρώτον της φύσεως ημών. Και εκτός καθαρότητος των παθών, ου θεραπεύεται η ψυχή εκ των νόσων της αμαρτίας, ουδέ κτάται την δόξαν, ην απώλεσεν εν τη παραβάσει Χωρίς την κάθαρση των παθών, η ψυχή παραμένει σε μια αρρωστημένη κατάσταση, ανίκανη να κληρονομήσει τη δόξα που απώλεσε μέσω της παραβάσεως. Όταν όμως κάποιος αξιωθεί την καθαρότητα, ο νους του υποδέχεται ενεργητικά την αισθητή χαρά του Αγίου Πνεύματος· γίνεται υιός του Θεού και αδελφός του Χριστού, και είναι πλέον ανώτερος από τις καθημερινές μέριμνες και τα πάθη, βιώνοντας μια ελευθερία που ξεπερνά κάθε ανθρώπινη λογική.

Η ησυχία και η διακονία του πλησίον
Μετά τις υψηλές αυτές αναλύσεις, ο λόγος προσγειώνεται στην πρακτική ζωή, προειδοποιώντας για μια επικίνδυνη πλάνη: τον μοναχό που τηρεί με ακρίβεια τον κανόνα της ησυχίας του (π.χ. για επτά εβδομάδες ή εβδομαδιαίως) και αμέσως μετά συναναστρέφεται τους ανθρώπους χωρίς να ενδιαφέρεται για τους εν θλίψει αδελφούς. Ένας τέτοιος άνθρωπος, έστω και αν φαίνεται ασκητικός, στην πραγματικότητα είναι «ανηλεής και απότομος», γιατί του λείπει η ελεημοσύνη και κατέχεται από οίηση και ψευδείς λογισμούς. Ακολουθούν ισχυρές ρήσεις με ύφος προφητικής διακήρυξης: όποιος καταφρονεί τον ασθενή δεν θα δει φως, και όποιος αποστρέφει το πρόσωπό του από τον στενοχωρημένο θα περιπέσει σε σκότος. Ο λόγος αυτός αποκαλύπτει ότι η γνήσια ησυχία δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την έμπρακτη αγάπη και την ταπείνωση. Μάλιστα, παρατίθεται μια ρήση από γέροντα γνωστικό, που έχει ιδιαίτερη βαρύτητα:

Ερρέθη τινι των αγίων γνωστικώ όντι, ότι ουδέν δύναται λυτρώσασθαι τον μοναχόν εκ του της υπερηφανίας δαίμονος και συνεργήσαι τω όρω της εαυτού σωφροσύνης εν τω καιρώ της εξάψεως του πάθους της πορνείας, ως εκείνο, το τους ανθρώπους τους κατακειμένους εν ταίς εαυτών στρωμναίς και τους κατατηχθέντας εν τη θλίψει της σαρκός επισκέπτεσθαι Η επίσκεψη των ασθενούντων και η συμπαράσταση στους θλιμμένους δεν είναι απλώς ένα έργο φιλανθρωπίας, αλλά θεραπευτική πράξη που κατατροπώνει τα πιο σκληρά πάθη, δηλαδή την υπερηφάνεια και την πορνεία.

Η διάκριση: το κλειδί της πνευματικής σύνθεσης
Καθώς ο λόγος πλησιάζει στο τέλος του, ο αββάς Ισαάκ αναδεικνύει τη διάκριση ως την ύψιστη πνευματική αρετή που συνθέτει όλες τις πτυχές της μοναχικής ζωής. Η ησυχία, που δικαίως αποκαλείται αγγελική πράξη, αποκτά την πραγματική της αξία μόνο όταν συνδυάζεται με την ταπεινή διάκριση:

Μεγάλη εστίν η πράξις η αγγελική της ησυχίας, όταν διάκρισιν τοιαύτην συμμίξη εαυτή δια την χρείαν της ταπεινώσεως Χωρίς διάκριση, ο αγωνιστής κλέπτεται και πορθούται από τον πονηρό. Ο συγγραφέας διευκρινίζει ότι δεν υποβαθμίζει το έργο της ησυχίας, αλλά θέτει τις σωστές προτεραιότητες. Αν κάποιος βρίσκεται σε τέλεια αδράνεια στο κελί του εξαιτίας ανθρώπινης αδυναμίας, δεν πρέπει να την εγκαταλείψει για εξωτερικές εργασίες· όμως, η έξοδος για την πραγματική ανάπαυση και ζωή του πλησίον σε περίοδο ανάγκης δεν αποτελεί αναίρεση της ησυχίας αλλά πλήρωσή της. Η αγάπη του πλησίον, είτε εκδηλώνεται αισθητά είτε φυλάσσεται νοερά, παραμένει ο απώτερος σκοπός. Έτσι, ο μοναχός καλείται να εφαρμόσει τον λόγο του Κυρίου: «όσα θέλετε να σας κάνουν οι άνθρωποι, να τα κάνετε και εσείς σε αυτούς», ώστε η ελευθερία του να μη γίνει πρόφαση σαρκικής υποδουλώσεως.

Επίλογος
Ο Λόγος ΠϚ’ του Αββά Ισαάκ του Σύρου αποτελεί υπόμνηση ότι η αληθινή μοναχική πνευματικότητα δεν εξαντλείται σε εξωτερικές επιτηδεύσεις, αλλά εδράζεται στη βαθιά εσωτερική εργασία, την τήρηση της πατερικής παράδοσης, την αντιμετώπιση των σκανδάλων χωρίς συμβιβασμό, και κυρίως στην αδιάσπαστη σχέση ησυχίας και αγάπης. Η χάρις του Θεού, που χορηγεί τη διάκριση, είναι η εξασφάλιση ότι αυτή η πορεία θα οδηγήσει στην ένωση με τον Χριστό και στην αιώνια ανάπαυση. Το αίτημα «ο Θεός να μας δώσει να γνωρίσουμε το θέλημά Του» παραμένει διαχρονική προσευχή κάθε ψυχής που επιθυμεί να βαδίσει την οδό της σωτηρίας.

Ἡ ἀνωτέρω περίληψη καὶ ἀνάλυση συνετάχθησαν ἐπικουρικῶς μὲ χρήση τεχνητῆς νοημοσύνης (μοντέλο DeepSeek V4 Pro (deepseek-v4-pro), μέσῳ DeepSeek API)· τὸ κατωτέρω πρωτότυπον κείμενον παραμένει ἀναλλοίωτο (PG 48, δημόσιος τομέας). Ἔγινε ἀνθρώπινος ἔλεγχος, ὡστόσο ἀπαιτεῖται προσοχὴ γιὰ τυχὸν λάθη ἢ παρερμηνεῖες.

↓ Μετάβαση στὸ πρωτότυπον κείμενον

Τὰ Ἀσκητικὰ τοῦ ἀββᾶ Ἰσαὰκ τοῦ Σύρου — τὸ πρωτότυπον κείμενον (ἀρχαΐζουσα ἔκδοσις Νικηφόρου Θεοτόκη, 1770), ἐκ τῆς ψηφιακῆς μεταγραφῆς τοῦ ἱστολογίου isaakosyros.blogspot.com. Μονοτονικόν. Public domain.

Ερώτησις. Ει καλόν εστίν εκ πάντων των ερεθιζόντων τα πάθη μακρύνεσθαι, και ει νίκη νομίζεται η τοιαύτη φυγή ή ήττα τη ψυχή, εν τω φεύγειν τους πολέμους και επιλέγεσθαι εαυτή την ανάπαυσιν. Απόκρισις. Συντόμως προς τούτο ερούμεν. Δει τον μοναχόν, ίνα φευγη ολοτελώς εκ πάντων των ερεθιζόντων αυτώ τα πάθη τα πονηρά, και ίνα κόψη εξ εαυτού μάλιστα τάς αιτίας των παθών και την ύλην, εν η συνεργούνται και αυξάνονται, καν και μετά τίνα γένωνται. Ει δε γένηται καιρός αντιστήναι και παλαίσαι προς αυτά, και τούτο ποιήσωμεν, ουχί εν παιγνίω, αλλά τεχνικώς- ηνίκα ενεδρευόμεθα εν τη θεωρία του πνεύματος και αποστρέψαι δει την διάνοιαν αυτού εξ αυτών αεί είς το φυσικόν αγαθόν, το τεθέν εν τη φύσει υπό του δημιουργού, τον άνθρωπον, καν και ο διάβολος καταστροφή κατέστρεψε την αλήθειαν προς πείραν πονηράν. Και εί πρέπον ειπείν, ότι ουκ εκ της οχλήσεως των παθών μόνον, αλλά και εκ των αισθήσεων των εαυτού φεύγειν αυτόν δει και του εσωτέρου ανθρώπου εαυτού εγγύς καταδύεσθαι και εκεί εμμένειν μοναχικώς εν τη επιμόνω εργασία, τη εν τη αμπέλω της καρδίας αυτού, έως αν συμφωνήση τα έργα τω μοναχικώ ονόματι, τω επικληθέντι επ’ αυτώ εν τω κρυπτώ αυτού και τω φανερώ. Και ίσως εν αυτή τη διαμονή τη εγγύς του ένδον ανθρώπου ενωθώμεν ολοτελώς τω γνώσει της ελπίδος ημών, Χριστού του ενοικούντος ημίν. Όσον γαρ ο νους ημών διαμένει εκείσε μοναστικώς και αναχωρητικώς, ουκ αυτός εστίν ο πολεμών προς τα πάθη, αλλ’ η χάρις. Πλην ότι, ουδέ αυτά τα πάθη κινούνται εν αυτώ εις πράξιν. Ερώτησις. Εάν ποίηση άνθρωπος τι δια την καθαρότητα της ψυχής, έτεροι δε οι μη νοούντες εις την πολιτείαν αυτού την πνευματικήν σκανδαλίζωνται, δει απέχεσθαι της πολιτείας αυτού της θεϊκής δια το σκάνδαλον, ή ποιήσει όπερ ωφέλιμον τω σκοπώ τω εαυτού, καν τοις ορώσιν η επιζήμιον; Απόκρισις. Λέγομεν δε και περί τούτου ότι εάν νομίμως, καθώς εδέξατο παρά των προ αυτού πατέρων, οτιδήποτε ποιη, όπερ καθαίρει την νουν αυτού και τούτον τον σκοπόν έθηκεν εν εαυτώ, το φθάσαι την καθαρότητα, έτεροι δε, οι μη επισταμένοι, εις τον σκοπόν αυτού σκανδαλίζωνται, ουκ αυτός εστίν ο υπεύθυνος, αλλ’ αυτοί. Ουχί δια τούτο εγκρατεύεται ή νηστεύει ή εγκλείεται περισσοτέρως και ποιεί όπερ ώφειλε τω σκοπώ αυτού, ίνα άλλοι σκανδαλίζωνται, άλλ’ ίνα καθαρεύση τον εαυτού νουν. Ούτοι δε, δια το μη γινώσκειν τον σκοπόν αυτού της πολιτείας, καταμέμφονται αυτού, και υπεύθυνοι γίνονται τη αληθεία διότι ουχί ικανοί εγένοντο, εν αμελεία όντες, αισθηθήναι του σκοπού εκείνου του πνευματικού, ου έθηκεν ούτος εις καθαρότητα της εαυτού ψυχής. Περί ων ο μακάριος Παύλος έγραψεν «ο λόγος ο του σταυρού», λέγων, «τοις μεν απολλυμένοις μωρία εστί». Τι ουν άρτι, διότι μωρία ο λόγος ελογίζετο εκείνοις ο του σταυρού, μη αισθανομένοις εις την δύναμιν του λόγου, σιωπάν έδει τον Παύλον κηρύξαι; Αλλά και ιδού, έως της σήμερον η υπόθεσις του σταυρού πρόσκομμα και σκάνδαλον τοις Ιουδαίοις τε και τοις Έλλησι. Σιωπώμεν τοίνυν εκ της αληθείας, ίνα μη σκανδαλισθώσιν ούτοι; Παύλος γαρ ου μόνον ουκ εσιώπησεν, αλλά και έκραζε λέγων, «εμοί μη γένοιτο καυχάσθαι, ει μη εν τω σταυρώ του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού». Η καύχησις αύτη η εν τω σταυρώ, ουχ ίνα άλλους σκανδαλίση, διηγήθη παρά του αγίου, αλλ’ ως κηρυττομένης της μεγάλης δυνάμεως του σταυρού. Και συ ουν αρτίως, ώ άγιε, τελείωσον την πολιτείαν σου εν τω σκοπώ, όν τέθεικας εαυτώ προς τον Θεόν, ένθα μη κατακρίνεται σου η συνείδησις, και την πολιτείαν σου κατέναντι των θείων εξέτασον και κατέναντι ων εδέξω παρά των πατέρων των αγίων. Και εάν μη υπό τούτων κατηγορηθής, εξ εκείνων, περί ων εσκανδαλίσθησαν έτεροι, μη φοβηθής. Ουδείς γαρ άνθρωπος τους πάντας δύναται επίσης πληροφορήσαι ή αρέσαι, και τω Θεώ εργάσασθαι εν τω κρυπτώ εαυτού. Μακάριος ο μοναχός, ώ μακάριε, ο τρέχων εν αληθεία οπίσω της καθαρότητος της εαυτού ψυχής εν όλη τη ισχύι αυτού, και τη οδώ τη νοουμένη, εν η ώδευσαν οι πατέρες ημών, οδεύων προς αυτήν, και εν τοις βαθμοίς αυτής, εν οίς ώδευσαν αναβαίνοντας, κατά τάξιν και κατά βαθμόν, και υψωθήσεται προς τον πλησιασμόν αυτής εν σοφία και υπομονή θλίψεως, αλλ’ ουκ εν τοις βαθμοίς τοις αλλοτρίοις των μηχανημάτων. Η καθαρότης της ψυχής χάρισμα εστί το πρώτον της φύσεως ημών. Και εκτός καθαρότητος των παθών, ου θεραπεύεται η ψυχή εκ των νόσων της αμαρτίας, ουδέ κτάται την δόξαν, ην απώλεσεν εν τη παραβάσει. Εάν δε τις αξιωθή της καθάρσεως, όπερ εστίν υγεία ψυχής, εν αυτοίς τοις πράγμασιν ενεργητικώς υποδέχεται ο νους αυτού χαράν εν αισθήσει του Πνεύματος γίνεται γαρ υιός του Θεού και αδελφός του Χριστού και ουκ ευκαιρεί αισθηθήναι των αγαθών και των κακών των απαντώντων αυτώ. Ο δε έχων τον κανόνα της ησυχίας αυτού εν ώρα εβδομάδων επτά, ή καθ’ εβδομάδα, και μετά το πληρώσαι τον κανόνα αυτού απαντά και συμμίσγεται τοις ανθρώποις και συμπαραμυθείται μετ’ αυτών, και αμελών εις τους εν θλίψεσιν όντας εαυτού αδελφούς, ηνίκα δοκεί κατέχειν εν δεσμώ τον εβδομαδιαίον κανόνα, ούτος ανηλεής και απότομος. Και τούτο έκδηλόν εστίν, ότι δια το μη έχειν ελεημοσύνην αυτόν και εκ της οιήσεως και εκ των ψευδών λογισμών εαυτού τοις τοιούτοις κοινωνήσαι ου συγκαταβαίνει πράγμασιν. Ο καταφρονών του ασθενούς ουκ όψεται φως, και ο αποστρέφων το εαυτού πρόσωπον εκ του εν στενοχώρια όντος η ημέρα αυτού σκοτισθήσεται. Και του καταφρονούντος της φωνής του εν μοχθώ όντος, οι υιοί των οίκων εαυτού εν τη αορασία ψηλαφήσωσι. Μη καθυβρίσωμεν το όνομα το μέγα της ησυχίας εν τη αγνωσία ημών. Πάση γαρ πολιτεία καιρός εστί και τόπος και διαφορά, και τότε τω Θεώ έγνωσται, ει δεκτή γενήσεται πάσα η εργασία αυτής. Και εκτός τούτων, ματαία η εργασία αυτών πάντων των το μέτρον μεριμνώντων της τελειότητος. Ο προσδοκών παρακληθήναι και επισκεφθήναι την ασθένειαν αυτού εξ άλλων, ούτος ταπεινώσει εαυτόν και συγκοπιάσει τω πλησίον εαυτού εν τοις καιροίς, εν οίς πειράζεται, ίνα γένηται η εργασία αυτού εν χαρά εν τη ησυχία εαυτού, απέχουσα από πάσης οιήσεως και πλάνης των δαιμόνων. Ερρέθη τινι των αγίων γνωστικώ όντι, ότι ουδέν δύναται λυτρώσασθαι τον μοναχόν εκ του της υπερηφανίας δαίμονος και συνεργήσαι τω όρω της εαυτού σωφροσύνης εν τω καιρώ της εξάψεως του πάθους της πορνείας, ως εκείνο, το τους ανθρώπους τους κατακειμένους εν ταίς εαυτών στρωμναίς και τους κατατηχθέντας εν τη θλίψει της σαρκός επισκέπτεσθαι. Μεγάλη εστίν η πράξις η αγγελική της ησυχίας, όταν διάκρισιν τοιαύτην συμμίξη εαυτή δια την χρείαν της ταπεινώσεως. Ένθα γαρ ου γινώσκομεν, κλεπτόμεθα και πορθούμεθα. Ταύτα είπον, αδελφοί, ουχ ίνα αμελήσωμεν και καταφρονήσωμεν εις το έργον της ησυχίας. Ημείς γαρ εις έκαστον τόπον περί τούτου πείθομεν και ουκ εξ εναντίας των ρημάτων ημών ανθιστάμενοι ευρέθημεν νυν. Μηδείς λάβη και εξαγάγη λόγον γυμνόν εκ των λόγων ημών, και αφή το υπόλοιπον, και κράτηση αυτό εν ταίς εαυτού χερσιν ανοήτως. Εγώ μνημονεύω, ότι εν τόποις πολλοίς είπον παρακαλών, ότι και εάν συμβή τινι εν αργία τελεία είναι εν τω εαυτού κελλίω, δια την ανάγκην της ασθενείας ημών της επερχόμενης ημίν χάριν τούτου, ου δει επιλέγεσθαι τελείαν έξοδον εξ αυτού και την εξώτερον εργασίαν κρείττονα είναι της εργασίας της εκείσε λογίζεσθαι. Έξοδον δε τελείαν είπον, ουχί εάν απαντήση ημίν εν καιρώ πράγμα αναγκαίον, ίνα εξέλθης εν αυτώ εβδομάδας τινάς του εμπορεύσασθαι εν αυταίς την ανάπαυσιν και την ζωήν του πλησίον σου, ήδη τούτο αργίαν ψηφίσεις και σχολίαν λογίση. Εάν δέ τις δοκήση εν εαυτώ, ότι τέλειος εστί και ανώτερος εκ πάντων των ενταύθα εν τη διαμονή αυτού τη προς τον Θεόν και τη αποχή τη εκ πάντων των ορωμένων πραγμάτων, ευλόγως και εκ τούτων παραιτησάσθω. Μεγάλη εστίν η εργασία της διακρίσεως των συνεργουμένων υπό του Θεού, ος τω ελέει αυτού δώη ημίν πληρώσαι τον λόγον αυτού, όν είρηκε λέγων «ει τι θέλετε, ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως». Όπου δε ουκ έχει ο άνθρωπος εν τοις πράγμασι τοις ορατοίς και εν τω σώματι τελειώσαι την αγάπην του πλησίον αυτώ, ή εν τω φρονήματι ημών μόνη φυλαττομένη αγάπη του πλησίον προς τον Θεόν αυταρκεί’ μάλιστα εάν το μέρος εκείνο του εγκλεισμού και της ησυχίας και η εν αυτή υπεροχή αρκούντως διαμείνη εν τη εαυτής εργασία. Εαν δε εξ όλων των μερών της ησυχίας εκείνης υστερώμεθα, πληρώσωμεν την έλλειψιν αυτής εις την μετ’ αυτήν εντολήν, ήτις εστίν η πράξις η αισθητή, ην ως πλήρωμα της αναπαύσεως της ζωής ημών πληρώσωμεν εν τω σκοπώ του σώματος ημών, ίνα μη ευρεθή η ελευθερία ημών πρόφασις υποταγήναι τη σαρκί. Ό Θεός δώη ημίν γνώναι το θέλημα αυτού, ίνα αεί εν αυτώ πορευόμενοι, καταντήσωμεν εις την αιώνιον αυτού ανάπαυσιν, χάριτι και φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ώ πρέπει πάσα δόξα, τιμή, και προσκύνησις νυν και εις τους αιώνας των απεράντων αιώνων. Αμήν.

Ἄντληση κειμένου: ψηφιακὸ κείμενο (HTML, μονοτονικό) ἀπὸ τὸ isaakosyros.blogspot.com — ἡ ἀρχαΐζουσα ἀπόδοση τοῦ Νικηφόρου Θεοτόκη (Λειψία 1770)· δὲν ἔγινε ψηφιακὴ μεταγραφὴ (OCR). Public domain.

http://isaakosyros.blogspot.com/2009/06/blog-post_4846.html