Λόγος ΠΓ΄
Περὶ ψυχῆς καὶ παθῶν καὶ νοὸς καθαρότητος κατ' ἐρώτησιν καὶ ἀπόκρισιν
Περίληψη
Ο υπό εξέταση Λόγος, ο οποίος φέρει τον αριθμό ΠΓ’ και ανήκει στην περίφημη συλλογή των «Ασκητικών» του αββά Ισαάκ του Σύρου, αποτελεί έναν συνεκτικό και βαθιά θεολογικό διάλογο περί της καταστάσεως της ανθρώπινης ψυχής, της προελεύσεως των παθών και της οδού προς την πνευματική κάθαρση. Ο Σύρος ασκητής, με την απαράμιλλη διαγνωστική του δεινότητα και τη νηφάλια γλώσσα της ερήμου, απαντά σε καίρια ερωτήματα ενός υποθετικού μαθητή, οικοδομώντας μια ανθρωπολογία η οποία απορρίπτει κάθε μανιχαϊστική παρερμηνεία και επαναπροσανατολίζει τον αγωνιζόμενο στην αρχέγονη υγεία της φύσεως. Η πραγματεία δεν είναι απλώς θεωρητική· είναι θεραπευτική, ανιχνεύοντας το «κατά φύσιν», το «παρά φύσιν» και το «υπέρ φύσιν», και προτείνοντας συγκεκριμένους τρόπους αποκαταστάσεως της κοινωνίας με τον Θεό.
Η Τριττή Κατάσταση της Ψυχής Το εναρκτήριο ερώτημα θέτει τη βάση ολόκληρης της πνευματικής ανθρωπολογίας: τι είναι η φυσική, η παρά φύσιν και η υπέρ φύσιν κατάσταση της ψυχής. Η απάντηση του αββά Ισαάκ είναι λιτή και ακριβής: η φυσική κατάσταση συνίσταται στη γνώση των αισθητών και νοητών κτισμάτων του Θεού, η υπέρ φύσιν στην κίνηση της θεωρίας της υπερουσίου θεότητος, ενώ η παρά φύσιν είναι η εμπαθής κίνηση. Για να ενισχύσει τον λόγο του, επικαλείται τη διδασκαλία του Μεγάλου Βασιλείου:
η ψυχή, όταν ευρεθή κατά φύσιν, άνω διάγει, ότε δε έξωθεν της φύσεως αυτής ευρέθη, ευρίσκεται κάτω εις την γήν, όταν δε άνω γένηται, απαθής ευρίσκεται ηνίκα δ’ αν κατέλθη η φύσις εκ της οικείας τάξεως, τότε τα πάθη εν αυτή ευρίσκεται
Η πατερική αυτή μαρτυρία φωτίζει τη δυναμική της ψυχής: όταν βρίσκεται στην κατά φύσιν τάξη της, διατρίβει στα άνω, σε κατάσταση απάθειας· η έκπτωση από τη φυσική τάξη την κατεβάζει στα γήινα και γεννά τα πάθη. Συνεπώς, τα πάθη δεν είναι μόνιμα συστατικά της ψυχής, αλλά αποτέλεσμα αποκλίσεως από την αρχική της υγεία. Ο ισχυρισμός αυτός προετοιμάζει τη μεταγενέστερη, ριζική διάγνωση ότι η αρετή είναι η φυσιολογική κατάσταση της ψυχής.
Η Αρετή ως Φυσική Υγεία και τα Πάθη ως Ασθένεια Ο λόγος προχωρεί σε μια από τις σημαντικότερες αξιωματικές διατυπώσεις της ασκητικής γραμματείας: η αρετή είναι η φυσική υγεία της ψυχής, ενώ τα πάθη είναι νόσος που υπεισήλθε από έξω στη φύση και την έβγαλε από την υγεία της. Ο Ισαάκ δεν αφήνει περιθώρια για την αντίληψη πως η κακία είναι έμφυτη· η υγεία προϋπάρχει της ασθένειας, και αφού μία φύση δεν μπορεί να είναι συγχρόνως αγαθή και πονηρή, η φυσική προηγείται της επιγενόμενης. Η θέση αυτή διατυπώνεται με παρρησία:
Ει ουν η αρετή υγεία εστί της ψυχής φυσικώς, λοιπόν τα πάθη αρρώστια εστί της ψυχής, επισυμβάντα και επεισελθόντα τη φύσει και εξαγαγόντα της ιδίας υγείας
Η αγιοπνευματική αυτή αρχή ανατρέπει κάθε πεσιμιστική θεώρηση του ανθρώπου. Τα πάθη είναι «συμβεβηκότα», δηλαδή έξωθεν επελθόντα, και όχι φυσικά ιδιώματα. Ο ίδιος ο Θεός έχει θέσει τα πάθη – τόσο τα σωματικά όσο και τα ψυχικά – προς ωφέλεια και αύξηση της φύσεως. Το πρόβλημα ανακύπτει όταν η ψυχή εγκαταλείπει τα οικεία της και ακολουθεί το σώμα ή, αντιστρόφως, όταν το σώμα βγαίνει από την ευθηνία του για να υπηρετήσει την ψυχή σε λανθασμένη κατεύθυνση. Τότε επέρχεται η βλάβη, σύμφωνα με τον αποστολικό λόγο: «το πνεύμα επιθυμεί κατά της σαρκός, και η σαρξ κατά του πνεύματος». Ο συγγραφέας προφυλάσσει τον αναγνώστη από τη βλασφημία να αποδώσει στον Θεό την αμαρτία: Εκείνος ενέθεσε στις φύσεις μόνο όσα τις αυξάνουν, η δε σύγχυση οφείλεται στην εκούσια συγκατάθεση του ανθρώπου.
Η Συμβίωση Ψυχής και Σώματος Τα επόμενα ερωτήματα επικεντρώνονται στη σχέση ψυχής και σώματος και στο πώς τα σωματικά πάθη, που φυσιολογικώς ενδυναμώνουν το σώμα, βλάπτουν την ψυχή, ενώ η αρετή, που κολάζει το σώμα, αυξάνει την ψυχή. Η απάντηση αναδεικνύει την εσωτερική λογική κάθε φύσεως: καθεμία πληρούται ευφροσύνης όταν προσεγγίζει τα δικά της. Οτιδήποτε ωφελεί τη μία είναι φυσικό γι᾽ αυτήν, ενώ το βλάπτον είναι αλλότριο. Στην παρούσα κατάσταση της ενώσεως, η ψυχή συμμετέχει στα λυπηρά του σώματος λόγω της αξεδιάλυτης μίξεως των κινήσεών τους, μυστηριωδώς οικονομημένης από την ακατάληπτη σοφία του Θεού. Ωστόσο, παραμένουν διακριτές η κίνηση και το θέλημα. Ο Ισαάκ διατυπώνει μια σαφή ασκητική αρχή: όταν η ψυχή υψωθεί από τη μέριμνα του σώματος, ανθεί ολόκληρη στις κινήσεις του πνεύματος και νήχεται εν μέσω του ουρανού· τότε το σώμα δεν επιτρέπεται καν να θυμάται τα δικά του. Αντίστροφα, αν το σώμα υποκύπτει στην αμαρτία, οι λογισμοί της ψυχής δεν παύουν να πηδούν στη διάνοια. Η περιγραφή αυτή υπογραμμίζει ότι η ασκητική άσκηση δεν αποβλέπει στην καταστροφή του σώματος, αλλά στην επαναφορά και των δύο στη φυσική τους τάξη, ώστε να μην εξουσιάζονται από τα αλλότρια πάθη.
Η Καθαρότητα του Νου και οι Τέσσερις Πηγές των Λογισμών Ο ορισμός της καθαρότητας του νου φέρνει μια ουσιώδη διάκριση: καθαρός δεν είναι εκείνος που αγνοεί το κακό (διότι τότε θα ήταν κτηνώδης), ούτε ο εκ φύσεως νήπιος, ούτε ο υποκριτής. Η πραγματική καθαρότητα του νου είναι η ενασχόληση των λογισμών με τα θεία, η οποία έρχεται μετά την πράξη των αρετών. Ο αββάς τονίζει ότι η απόκτησή της προϋποθέτει πείρα λογισμών, όχι με την έννοια της υποταγής, αλλά της ενάρξεως του αγώνα εναντίον τους. Σε αυτό το πλαίσιο παραθέτει τη διδασκαλία για τις τέσσερις αιτίες που προκαλούν την κίνηση των λογισμών:
Η κίνησις των λογισμών εν τω ανθρώπω υπό τεσσάρων αιτίων γίνεται. Πρώτον μεν εκ του θελήματος της σαρκός του φυσικού* δεύτερον δε εκ της φαντασίας των αισθήσεων των του κόσμου πραγμάτων, ώνπερ ακούει και βλέπεί τρίτον, έκ των προλήψεων και εκ της εκκλίσεως της ψυχής, ων έχει κατά νουν τέταρτον, έκ των προσβολών των δαιμόνων των πολεμούντων ημάς εις πάντα τα πάθη, δια των αιτιών ων προείπομεν
Αφού η φύση είναι επιδεής αυτών των παραγόντων – ιδίως των αναγκαίων του σώματος και των ερεθισμάτων του κόσμου –, ο άνθρωπος, όσο φορεί σώμα, δεν μπορεί να μην έχει λογισμούς και πόλεμο. Επομένως, η πνευματική ζωή δεν είναι μία κατάσταση απάθειας με την έννοια της απουσίας προσβολών, αλλά συνεχής αγώνας. Οι νικητές των παθών διά των αρετών, μολονότι ενοχλούνται από λογισμούς και προσβολές των τεσσάρων αιτιών, δεν ηττώνται, διότι διαθέτουν δύναμη και ο νους τους αρπάζεται σε αγαθές και θείες μνήμες. Αυτή είναι η αληθινή πρόοδος: όχι η εξάλειψη του πολέμου, αλλά η σταθερή νίκη χάρη στην έξη των αρετών.
Η Καθαρότητα της Καρδιάς: Μια Μόνιμη Μεταμόρφωση Το τελευταίο ερώτημα πραγματεύεται τη διαφορά ανάμεσα στην καθαρότητα του νου και εκείνη της καρδιάς. Ο νους είναι μία από τις αισθήσεις της ψυχής, ενώ η καρδιά είναι η ρίζα που περιέχει και κρατεί όλες τις ένδον αισθήσεις. Εάν καθαρθεί η ρίζα, καθαίρονται και οι κλάδοι. Ο νους μπορεί να καθαριστεί με την ανάγνωση των Γραφών, τη νηστεία, την αγρυπνία και την ησυχία, και έτσι να ξεχάσει την προηγούμενη ζωή και να απομακρυνθεί από την αισχρά συναναστροφή. Όμως η καθαρότητα αυτή παραμένει επισφαλής: όπως γρήγορα αποκτιέται, έτσι γρήγορα μολύνεται. Η κάθαρση της καρδιάς, αντιθέτως, απαιτεί πολύ βαθύτερη και μακρόχρονη άσκηση:
Η δε καρδία δια πολλών θλίψεων και στερήσεων και μακρυσμού της κοινωνίας της μετά των κατά κόσμον κοσμικών πάντων και της τούτων απονεκρώσεως, καθαίρεται. Καθαρθείσα δε από των μικρών πραγμάτων, ου μολύνεται αυτής η καθαρότης, ουδέ από των μεγάλων πολέμων και φανερών πτοείται, των φοβερών λέγω καθότι εκτήσατο στόμαχον ισχυρόν, δυνάμενον τάχιστα πέψαι πάσαν τροφήν, την ούσαν τοις ασθενέσιν άπεπτον
Η εικόνα του στομάχου που χωνεύει και την πιο βαριά τροφή είναι εύγλωττη: η καρδιά που έχει δοκιμαστεί δια πολλών θλίψεων αποκτά ασυλία απέναντι σε κάθε λογισμό και πειρασμό, μικρό ή μεγάλο. Η επίπονη και χρόνια οδός της στερήσεως και της απονεκρώσεως οδηγεί σε μια καθαρότητα που δεν φοβάται τις προσβολές, γιατί ο Θεός την κρατύνει. Αυτή η μονιμότητα είναι το διακριτικό γνώρισμα της προχωρημένης πνευματικής ηλικίας.
Συνοψίζοντας, ο Λόγος ΠΓ’ του αββά Ισαάκ του Σύρου συνιστά μια ολοκληρωμένη ασκητική ανθρωπολογία. Ξεκινώντας από τη διάγνωση της τριττής καταστάσεως της ψυχής, ανατρέπει κάθε νοσηρή αντίληψη περί έμφυτης κακίας, διακηρύσσοντας ότι τα πάθη είναι επίκτητη νόσος και η αρετή η φυσική υγεία. Αναλύει λεπτομερώς την αλληλεπίδραση ψυχής και σώματος, προσφέροντας έναν οδικό χάρτη για την επάνοδο στην τάξη μέσω της ασκήσεως. Οι διακρίσεις για την καθαρότητα του νου και της καρδιάς καταδεικνύουν τη μακρά και βασανιστική πορεία προς τη μόνιμη κάθαρση, η οποία δεν είναι ανθρώπινο κατόρθωμα αλλά δώρο του Θεού. Ο λόγος κλείνει δοξολογικά, βεβαιώνοντας ότι η ίδια η δόξα του Θεού είναι η δύναμη που καθιστά την ανθρώπινη φύση υγιή και άγια.
Ἡ ἀνωτέρω περίληψη καὶ ἀνάλυση συνετάχθησαν ἐπικουρικῶς μὲ χρήση τεχνητῆς νοημοσύνης (μοντέλο DeepSeek V4 Pro (deepseek-v4-pro), μέσῳ DeepSeek API)· τὸ κατωτέρω πρωτότυπον κείμενον παραμένει ἀναλλοίωτο (PG 48, δημόσιος τομέας). Ἔγινε ἀνθρώπινος ἔλεγχος, ὡστόσο ἀπαιτεῖται προσοχὴ γιὰ τυχὸν λάθη ἢ παρερμηνεῖες.
Τὰ Ἀσκητικὰ τοῦ ἀββᾶ Ἰσαὰκ τοῦ Σύρου — τὸ πρωτότυπον κείμενον (ἀρχαΐζουσα ἔκδοσις Νικηφόρου Θεοτόκη, 1770), ἐκ τῆς ψηφιακῆς μεταγραφῆς τοῦ ἱστολογίου isaakosyros.blogspot.com. Μονοτονικόν. Public domain.
Ερώτησις. Τι εστίν η φυσική κατάστασις της ψυχής, και τι εστίν η παρά φύσιν, και τι εστίν η υπέρ φύσιν; Απόκρισις. Η φυσική κατάστασις της ψυχής γνώσις εστί των κτισμάτων του Θεού των αισθητών και των νοητών. Η υπέρ φύσιν εστίν η κίνησις της θεωρίας της υπερουσίου θεότητος. Η παρά φύσιν εστίν η εν τοις εμπαθέσι κίνησις. Καθώς έφη ο θείος και μέγας Βασίλειος, ότι η ψυχή, όταν ευρεθή κατά φύσιν, άνω διάγει, ότε δε έξωθεν της φύσεως αυτής ευρέθη, ευρίσκεται κάτω εις την γήν, όταν δε άνω γένηται, απαθής ευρίσκεται ηνίκα δ’ αν κατέλθη η φύσις εκ της οικείας τάξεως, τότε τα πάθη εν αυτή ευρίσκεται. Φανερόν ουν λοιπόν, ότι τα πάθη τα ψυχικά ουκ είσι φύσει ψυχικά. Ει και ούτω κινείται εν τοις πάθεσι του σώματος τοις ψεκτοίς, ώσπερ εν τη πείνη και τη δίψη, αλλ’ επειδή ουκ επετέθη αυτή εν τούτοις νόμος, ου τοσούτον μεμπτέα εστί, καθώς εν τοις λοιποίς τοις υποκειμένοις τη μέμψει. Έσθ’ ότε συμβαίνει επιτρέπεσθαί τίνα παρά του Θεού πράξαι τι δοκούν άτοπον, και αντί της μέμψεως και των ελέγχων, αγαθαίς αμοιβαίς αμειφθήναι. Καθώς ο προφήτης Ωσηέ, ο πόρνην γεγαμηκώς, και ως Ηλίας ο προφήτης, ο ζήλω Θεού φονεύσας, και ως οι μαχαίραις τους ιδίους γονείς αποκτείναντες τη προστάξει του Μωϋσέως. Πλήν λέγεται φυσικώς είναι τη ψυχή την επιθυμίαν και τον θυμόν, χωρίς της του σώματος φύσεως. Και ταύτα αυτής τα πάθη. Ερώτησις. Πότερον ηνίκα η της ψυχής επιθυμία εξαφθή εν τοις θείοις, κατά φύσιν εστίν ή όταν ευρεθή εν τοις γηίνοις και τοις σωματικοίς; Και διατί ζηλοί της ψυχής η φύσις τω θυμώ; Και πώς λέγεται φυσικός ο θυμός; Άρα εν τω θυμούσθαι δια τίνα σαρκικήν επιθυμίαν ή φθόνον ή κενοδοξίαν; ή εν τοις τοιούτοις ή κατά το εναντίον τούτων; Αποκρινέσθω ο λέγων, και ημείς ακολουθήσομεν. Απόκρισις. Πολλά λέγει η θεία Γραφή και τίθησι καταχρηστικώς ονόματα πολλάκις, άτινα του σώματος μεν εστί, κατά της ψυχής δε λέγεται, και πάλιν τα της ψυχής κατά του σώματος, και ου χωρίζει ταύτα. Αλλ’ οι συνετοί συνίεισι τούτο. Ώσπερ τα της θεότητος του Κυρίου, άτινα είρηνται κατά του παναγίου αυτού σώματος, πράγματα μη συγκρινόμενα τη ανθρωπίνη φύσει, και πάλιν ταπεινά είρηνται κατά της θεότητος αυτού, άτινα εστί κατά της ανθρωπότητας. Και πολλοί μη συνιέντες τον σκοπόν των θείων λόγων ενταύθα ωλίσθησαν ολίσθημα αδιόρθωτον. Ούτω και τα της ψυχής κατά του σώματος. Ει ουν η αρετή υγεία εστί της ψυχής φυσικώς, λοιπόν τα πάθη αρρώστια εστί της ψυχής, επισυμβάντα και επεισελθόντα τη φύσει και εξαγαγόντα της ιδίας υγείας. Φανερόν ουν, ότι η υγεία προϋπάρχει εν τη φύσει του συμβεβηκότος αρρωστήματος. Και ει ταύτα ούτως, ως και αληθή εστί, λοιπόν η αρετή φυσικώς εστίν εν τη ψυχή, τα δε συμβεβηκότα έξωθεν της φύσεως εστί. Ερώτησις. Τα πάθη τα σωματικά φυσικώς λέγεται τω σώματι ή κατά συμβεβηκός; Και τα πάθη της ψυχής τα όντα αυτή δια την προς το σώμα σχέσιν, φυσικώς αυτή λέγονται ή καταχρηστικώς; Απόκρισις. Τα μεν του σώματος ου θαρρεί τις λέγειν καταχρηστικώς, τα δε της ψυχής, αφ’ ου έγνωσται και υπό πάντων ωμολόγηται ότι φυσικώς πέφυκε τη ψυχή η καθαρότης, θαρρείν δει και λέγειν, ότι φυσικώς αυτή τα πάθη ουδαμώς. Διότι η νόσος, δευτέρα εστί της υγείας. Το δε είναι την μίαν φύσιν αγαθήν και πονηράν, αδύνατον, ώστε εξ ανάγκης η μία προηγείται της ετέρας, εκείνη δε εστίν η φυσική, η προϋπάρξασα της ετέρας. Διότι πάν πράγμα όν συμβεβηκός, ου λέγεται είναι εκ της φυσεως, άλλ’ έξωθεν επεισελθόν και παντί συμβεβηκότι και επεισερχομένω αλλοίωσις έπεται, ή δε φύσις ουκ αλλοιούται ούτε μετακινείται. παν πάθος προς ωφέλειαν υπάρχον παρά Θεού δεδώρηται, Και τα σωματικά πάθη προς ωφέλειαν και αύξησιν αυτού τέθεινται εν αυτώ, ομοίως και τα ψυχικά. Αλλ’ όταν αναγκασθή το σώμα έξω γενέσθαι της ίδιας ευθηνίας, εν τη στερήσει των οικείων και τη ψυχή ακολουθήσαι, τότε εξασθενεί και βλάπτεται. Και όταν η ψυχή τα υπάρχοντα αύτη καταλείψασα, τω σώματι ακολουθήση, τηνικαύτα και αύτη βλάπτεται, κατά τον θείον Απόστολον, λέγοντα, «το πνεύμα επιθυμεί κατά της σαρκός, και η σαρξ κατά του πνεύματος». Ταύτα γαρ αλλήλοις αντίκειται. Ουκούν μηδεις βλασφημείτω τον Θεόν, ότι αυτός τα πάθη και την αμαρτίαν επί την φύσιν ημών τέθεικεν. Αυτός μεν γαρ εν ταίς φύσεσι τέθεικε τα εκάστην αυξάνοντα, αλλ’ όταν συναινέση μία τη ετέρα, τότε ουκ εν τοις ιδίοις ευρίσκεται, αλλ’ εν τοις εναντίοις. Ει γαρ ήσαν τα πάθη φυσικώς εν τη ψυχή, τίνος χάριν εβλάπτετο υπ’ αυτών; Τα γαρ της φύσεως ίδια, την φύσιν ου λυμαίνεται. Ερώτησις. Και τίνος ένεκεν τα σωματικά πάθη τα αυξάνοντα και ενδυναμούντα το σώμα, την ψυχήν βλάπτουσιν, ει ταύτης ουκ είσιν ίδια; Και τίνος χάριν η αρετή το σώμα μεν κολάζει, την δε ψυχήν αυξάνει; Απόκρισις. Ουχ οράς πώς τα έξωθεν της φύσεως όντα βλάπτει ταυτήν; Εκάστη γαρ φύσις προσεγγίσασα τοις ούσιν αυτή, ευφροσύνης πληρούται, θέλεις δε γνώναι, τι εστί το ίδιον εκάστης των φύσεων τούτων; Όρα, ότι τα βοηθούντα εκάστη, ίδια αυτής εστί, τα δε βλάπτοντα, αλλότρια και έξωθεν επεισελθόντα. Επεί ουν έγνωσται, ότι τα πάθη τούτων αλλήλοις αντίκεινται, λοιπόν πάν οτιούν βοηθούν τω σώματι και άνεσιν αυτώ δίδωσιν, όταν δε η ψυχή εν αυτώ συναναστραφή, ου λέγεται φυσικώς είναι αύτη τα γαρ της ψυχής φυσικώς ίδια, θάνατος εστί του σώματος, καταχρηστικώς δε όμως αύτη ανατίθεται, και δια την του σώματος ασθένειαν ου δύναται τούτο ελευθερωθήναι, εν όσω τούτο φορεί. Διότι φυσικώς κεκοινώνηκε τοις λυπηροίς αυτού, δια την ένωσιν της κινήσεως αυτής, την μεμιγμένην τη κινήσει του σώματος εν τη ακαταλήπτω σοφία. Αλλ’ ει και όντως αλλήλοις κεκοινωνήκασιν, αλλ’ όμως κεχώρισται κίνησις από κινήσεως, και θέλημα από θελήματος, και πάλιν το σώμα από του πνεύματος. Η δε φύσις ουκ αλλοιούται, αλλ’ εκάστη αυτών, ει και λίαν κλίνει είτε προς την αμαρτίαν είτε προς την αρετήν, αλλ’ όμως εκάστη αυτών τω ιδίω θελήματι κινείται. Και όταν η ψυχή αρθή από της μερίμνης του σώματος, τότε όλη καθόλου δια του πνεύματος ανθεί τάς εαυτής κινήσεις και εν μέσω του ουρανού νήχεται εν ακαταλήπτοις πράγμασιν ου μεν δε συγχωρεί τω σώματι του μνημονεύειν των ιδίων, καν ούτω γένηται. Και εάν πάλιν το σώμα εν ταίς αμαρτίαις ευρέθη, οι διαλογισμοί της ψυχής ου παύονται αλλόμενοι εν τη διανοία. Ερώτησις. Τί εστίν η καθαρότης του νου; Απόκρισις. Καθαρός εστί τον νουν, ουχ ο μη γινώσκων το κακόν, επεί κτηνώδης έσται, ούτε ο ων τη φύσει εν τάξει νηπίων, ούτε ο πρόσωπον λαμβάνων. Αλλ’ αύτη εστίν η καθαρότης του νου* διαλογισμός εν θείοις γενόμενος μετά την πράξιν των αρετών. Και ου θρασυνόμεθα ειπείν, ότι άνευ της των λογισμών πείρας τούτο εκτήσατο τις, επεί ουκ ενδέδυται σώμα. Ημείς γαρ έως του θανάτου μη πολεμηθήναι την φύσιν ή μη βληθήναι, ου θαρρούμεν λέγειν. Πείραν δε των λογισμών λέγω, ου το υποταγήναι τούτοις, αλλά το αρχήν βαλείν, του αγωνίσασθαι εν αυτοίς. Η κίνησις των λογισμών εν τω ανθρώπω υπό τεσσάρων αιτίων γίνεται. Πρώτον μεν εκ του θελήματος της σαρκός του φυσικού* δεύτερον δε εκ της φαντασίας των αισθήσεων των του κόσμου πραγμάτων, ώνπερ ακούει και βλέπεί τρίτον, έκ των προλήψεων και εκ της εκκλίσεως της ψυχής, ων έχει κατά νουν τέταρτον, έκ των προσβολών των δαιμόνων των πολεμούντων ημάς εις πάντα τα πάθη, δια των αιτιών ων προείπομεν. Διά τούτο έως θανάτου ου δύναται ο άνθρωπος μη έχειν λογισμούς και πόλεμον, όσον εστίν εν τη ζωή της σαρκός ταύτης. Ει γαρ προ της απαλλαγής του κόσμου και προ θανάτου ενδέχεται καταργηθήναι μίαν των τεσσάρων τούτων αιτιών, ή και εάν δυνατόν η το σώμα μη ζητείν τα αναγκαία και μη αναγκασθή επιθυμήσαι τίνος των κοσμικών πραγμάτων, κρίνον συ. Ει δε άτοπον εστίν εννοήσαί τι των τοιούτων, επειδή η φύσις επιδεής εστί των τοιούτων, λοιπόν τα πάθη κινούνται εν παντί σώμα φορούντι, θέλοντι και μη βουλομένω. Δια τούτο αναγκαίον παραφυλάττεσθαι πάντα άνθρωπον, ου δι’ εν λέγω πάθος, το φανερώς και συνεχώς εν αυτώ κινούμενον, ουδέ δυο, αλλά πλείονα, ως σώμα φορούντα. Οι νικήσαντες τα πάθη δια των αρετών, εί και ενοχλούνται υπό των λογισμών και των προσβολών των τεσσάρων αιτιών, αλλ’ ουχ ηττώνται ότι έχουσι δύναμιν και αρπάζεται ο νους αυτών εις μνήμας άγαθας και θείας. Ερώτησις. Τι διαφέρει η καθαρότης του νου της καθαρότητος της καρδίας; Απόκρισις. Άλλη μεν εστίν η καθαρότης του νοός, έτερα δε της καρδίας. Ο μεν γαρ νους μία εστί των της ψυχής αισθήσεων, η δε καρδία εστίν η περιέχουσα και κρατουσα τάς ένδον αιθήσεις, και αύτη εστίν η ρίζα. Και ει η ρίζα αγία, και οι κλάδοι άγιοι. Ήγουν, εάν καθαρθή η καρδία, δήλον ότι και πάσαι αι αισθήσεις καθαίρονται. Ο μεν γαρ νους εάν επιμέλειαν ποιήσηται της αναγνώσεως των θείων Γραφών ή και μοχθήσει μικρόν εν τε νηστείαις και αγρυπνίαις και ησυχίαις, επιλήσεται μεν της προτέρας διαγωγής και καθαρθήσεται, ηνίκα αν μακρυνθή από της αισχράς αναστροφής, ου μην δε μόνιμον έξει την καθαρότητα. Ώσπερ γαρ ταχέως καθαίρεται, ούτω και ταχέως μολύνεται. Η δε καρδία δια πολλών θλίψεων και στερήσεων και μακρυσμού της κοινωνίας της μετά των κατά κόσμον κοσμικών πάντων και της τούτων απονεκρώσεως, καθαίρεται. Καθαρθείσα δε από των μικρών πραγμάτων, ου μολύνεται αυτής η καθαρότης, ουδέ από των μεγάλων πολέμων και φανερών πτοείται, των φοβερών λέγω καθότι εκτήσατο στόμαχον ισχυρόν, δυνάμενον τάχιστα πέψαι πάσαν τροφήν, την ούσαν τοις ασθενέσιν άπεπτον. Ούτω γαρ είρηται τοις ιατροίς ότι εκάστη βρώσις κρεών δύσπεστος μεν εστί, πολλήν δε δύναμιν εμποιεί τοις υγιεινοίς σώμασιν, ηνίκα στόμαχος ισχυρός ταυτήν δέξεται. Ούτως εκάστη καθαρότης ταχέως γινομένη και εν μικρώ χρόνω, και ολίγω κόπω ταχέως και απογίνεται και μολύνεται. Η δε καθαρότης η γενομένη δια πολλών θλίψεων και η δια μακρόν χρόνου κτηθείσα, εκ τίνος μετρίας προσβολής εν τινι μορίω των της ψυχής ου φοβείται. Ο Θεός γαρ κρατύνει αυτήν. Αυτώ η δόξα είς τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.