Λόγος ΝΔ΄
Περὶ τοῦ τετάρτου τρόπου, πρὸς τοὺς δοκίμους
Περίληψη
Ο πεντηκοστός τέταρτος λόγος από τους «Ασκητικούς» του αββά Ισαάκ του Σύρου αποτελεί ένα από τα πιο διεισδυτικά κείμενα της ασκητικής γραμματείας, αποτυπώνοντας με σαφήνεια και πνευματική εμπειρία τον αδιάκοπο αγώνα που διεξάγεται στον χώρο του λογισμού. Ο σπουδαίος Σύρος ασκητής, γνωστός για τον νηφάλιο τόνο και τη βαθιά ψυχολογική του ανάλυση, εστιάζει εδώ στις μεθόδους που χρησιμοποιεί ο πονηρός για να υποσκελίσει τον άνθρωπο που αφιερώνεται στον Θεό. Το κείμενο δεν απευθύνεται μόνο σε μοναχούς και ερημίτες, αλλά συνιστά διαχρονικό οδηγό για κάθε πιστό που επιθυμεί να περιφρουρήσει την εσωτερική του ειρήνη. Μέσα από μια σειρά εύστοχων παρατηρήσεων, ο Ισαάκ φωτίζει τον ρόλο των φυσικών αναγκών, την κυριαρχία των λογισμών, την παγίδα των φαντασιών και τη σωτηριολογική σημασία της δοκιμασίας, προσφέροντας παρηγοριά και νηφάλια ελπίδα.
Η μηχανή του πειρασμού: φυσικές ανάγκες και οπτική επαφή Ο Ισαάκ ξεκινά αναγνωρίζοντας ότι ο διάβολος επινόησε ένα μοναδικό όπλο εναντίον του ανθρώπου: την εκμετάλλευση των φυσικών του αναγκών. Επειδή η ανθρώπινη φύση έχει έμφυτη ροπή προς τα αισθητά πράγματα, ο νους θαμπώνεται και αδυνατεί να διακρίνει την παγίδα όταν τα αντικείμενα του πειρασμού βρίσκονται κοντά του. Η οπτική επαφή με αυτά θολώνει τη διάνοια και ελαττώνει την αντίσταση, κάνοντας την ήττα πολύ πιο εύκολη. Οι ασκητές που ζουν σε αναχώρηση δεν είναι απρόσβλητοι: ακόμη και αν αποφεύγουν τις εξωτερικές αφορμές, ο εχθρός βρίσκει τρόπο να τους πολεμήσει εσωτερικά, μέσω της φαντασίας.
Εν γνώσει γαρ και πείρα χρήται τη μεθόδω ταύτη ο διάβολος ο δεινός ήγουν εκ της πείρας της μετά των πολλών αγωνιστών και ισχυρών και δυνατών, των εν τούτοις εκπεσόντων, και τούτο σοφιστικώς ποιών. Καν γαρ μη δυνηθή πρακτικώς ποιήσαι τον άνθρωπον ενεργήσαι, δια την ασφάλειαν της ησυχίας αυτού και δια την άποχην της κατοικήσεως αυτού εκ των αφορμών και αιτιών, όμως αγωνίζεται φαντάσαι τον νουν αυτών, γαργαλίζων αυτούς, κινήσεις κινών εν αυτοίς του διαλογίζεσθαι αυτούς εν τοις αισχροίς λογισμοίς και συγκατατίθεσθαι και γενέσθαι υπευθύνους, ώστε αποστήναι απ’ αυτών τον βοηθόν αυτών
Η γνώση αυτή του διαβόλου δεν είναι αφηρημένη, αλλά προέρχεται από μακρά πείρα πάνω σε ισχυρούς αγωνιστές που έπεσαν. Ακόμη και όταν η εξωτερική ασφάλεια της ησυχίας εμποδίζει την έμπρακτη αμαρτία, ο εχθρός στρέφεται στον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου, γαργαλίζοντας τη φαντασία και κινώντας αισχρούς λογισμούς, ώστε να απομακρύνει τη θεία βοήθεια.
Η απόλυτη σημασία του λογισμού Η διδασκαλία του Ισαάκ εδράζεται στην κατανόηση ότι ολόκληρη η πνευματική πορεία καθορίζεται από τη στάση του λογισμού. Κάθε πτυχή της ασκητικής ζωής—η νίκη, η ήττα, η διατήρηση της χάρης, η επικοινωνία με τον Θεό—εξαρτάται από τη λεπτή ισορροπία του νου. Ακόμη και μια ελάχιστη παρέκκλιση του λογισμού, μια στιγμιαία συγκατάθεση, μπορεί να προκαλέσει πτώση από το πνευματικό ύψος στην άβυσσο της αμαρτίας. Η ιστορία της Εκκλησίας βεβαιώνει το γεγονός, καθώς πολλοί άγιοι και ασκητές, ενώ έφτασαν σε μεγάλα μέτρα αρετής, εξαπατήθηκαν από φαντασίες γυναικείας ομορφιάς και γκρεμίστηκαν.
Επίσταται γαρ, ότι η νίκη του ανθρώπου και η ήττα αυτού και ο θησαυρός αυτού και η αντίληψις αυτού και πάντα τα του ασκητού εν τω λογισμώ αυτού συνίστανται και εν μικρώ νεύματι γίνεται, ίνα μόνον ο λογισμός εκ του τόπου κινηθή και προαιρέσει δείξει ροπή νεύματος την συγκατάθεση και εξ εκείνου του ύψους εις την γην κατέλθη, ως συνέβη πολλοίς των αγίων εν φαντασίαις κάλλους γυναικών
Ο διάβολος, έχοντας πλήρη επίγνωση αυτής της τρωτότητας, εστιάζει όλη του την ενέργεια στη διαστροφή των λογισμών. Δεν χρειάζεται να φέρει τον άνθρωπο σε έμπρακτη επαφή με την αμαρτία· αρκεί να του αποσπάσει τη συγκατάθεση μέσω της φαντασίας, και τότε ο άνθρωπος καθίσταται υπεύθυνος και στερείται τον θείο βοηθό.
Φαντασίες και ποικίλες παγίδες Στη συνέχεια, ο Ισαάκ περιγράφει με λεπτομέρεια την τακτική του πονηρού. Σε όσους έχουν απομακρυνθεί από τα εγκόσμια, εφόσον δεν μπορεί να τους φέρει άμεσα σε επαφή με πραγματικά πρόσωπα, επιστρατεύει δυνατές νοερές εικόνες. Προβάλλει μπροστά στον νου τους την ομορφιά των γυναικών, άλλοτε ντυμένων με ελκυστικά ενδύματα και σε ασελγείς στάσεις, άλλοτε ολότελα γυμνών σε άσεμνες σκηνές. Παράλληλα, δεν παραλείπει να τους δελεάζει με φαντασίες πλούτου: χρυσάφι, πολύτιμα αντικείμενα, ολόκληρους θησαυρούς, τα οποία κάποτε μάλιστα τους τα παρουσιάζει ακόμη και στην πραγματικότητα. Σκοπός του είναι να δημιουργήσει προσκόμματα στον δρόμο τους, ελπίζοντας ότι τουλάχιστον μία από αυτές τις ποικίλες παγίδες θα καταφέρει να ανακόψει την πνευματική τους πορεία. Η ανθρώπινη αδυναμία είναι τέτοια που ο ίδιος ο Ισαάκ αισθάνεται την ανάγκη να στραφεί με ικεσία προς τον Θεό:
Αλλά Κύριε, Κύριε, μη εισενέγκης ημάς εις πειρασμούς τοιούτους, ο γινώσκων την ασθένειαν ημών, εξ ων μόλις δυνατοί και δόκιμοι εξέρχονται εκ της τοιαύτης πλάνης νικήσαντες
Η συναίσθηση της ασθένειας κάνει τον Ισαάκ να αναγνωρίζει ότι μόνο με τη βοήθεια του Θεού μπορεί κανείς να ξεπεράσει αυτές τις δαιμονικές πλάνες. Ακόμη και οι πιο δυνατοί και δόκιμοι μετά βίας εξέρχονται νικητές από τέτοιες δοκιμασίες.
Ο σκοπός των πειρασμών: δοκιμή της αγάπης προς τον Θεό Ωστόσο, η παραχώρηση αυτών των πειρασμών δεν είναι χωρίς νόημα. Ο Θεός επιτρέπει στον διάβολο να επιτίθεται στους αγίους για έναν ανώτερο λόγο: να αποδειχθεί περίτρανα η αλήθεια της αγάπης τους προς Αυτόν. Μέσα στη δοκιμασία, ο πιστός καλείται να δείξει αν αγαπά τον Θεό με ειλικρίνεια ή αν η προσήλωσή του οφείλεται απλώς στην άνεση που του προσφέρει η απομάκρυνση από τον κόσμο. Ακόμη και όταν τα υλικά αγαθά ή οι ηδονές βρεθούν μπροστά του, ο γνήσιος αγωνιστής οφείλει να τα καταφρονήσει και να τα εξουθενώσει για την αγάπη του Θεού. Μόνο έτσι αποδεικνύεται η ανιδιοτέλεια της σχέσης του με τον Κύριο.
Και ταύτα όλα παραχωρείται ο πειράζων διάβολος πολεμήσαι προς τους αγίους εν πειρασμοίς, ίνα δοκιμασθή η αγάπη του Θεού η εν αυτοίς εν τοις τοιούτοις πειρασμοίς, εάν δια την αποχήν των τοιούτων πραγμάτων και αναχώρησιν και στέρησιν και απορίαν αυτών φιλόθεοι υπάρχωσι και εμμένωσιν εν τη αγάπη του Θεού και εξ αληθείας τον Θεόν αγαπώσι, και καν πλησιάσωσι τοις πράγμασι τούτοις, αγωνίζονται καταφρονήσαι και εξουθενήσαι αυτά δια την αγάπην του Θεού. Κολακευόμενοι ύπ’ αυτών, ούχ ηττώνται υπ’ αυτών, και ούτω πειράζονται, ουχί δια τούτο μόνον ίνα γνωσθώσι τω Θεώ, αλλά και αυτώ τω διαβόλω
Η δοκιμασία αυτή αποκαλύπτει την ποιότητα της καρδιάς και δοξάζει τον Θεό, ενώ ταυτόχρονα εκθέτει την αδυναμία του διαβόλου, ο οποίος ντροπιάζεται όταν ο άνθρωπος αντιστέκεται. Ο πειρασμός δεν αποσκοπεί μόνο στο να γνωρίσει ο Θεός την καρδιά, αλλά και στο να αναγνωρίσει ο ίδιος ο εχθρός την ισχύ της αγάπης που φωλιάζει στον πιστό.
Αυθεντικοί αγωνιστές και κίβδηλοι πιστοί Στο τελευταίο μέρος, ο Ισαάκ αντιπαραβάλλει δύο τρόπους αντίδρασης στους πειρασμούς. Από τη μία πλευρά, υπάρχουν οι ράθυμοι και χαύνοι, οι οποίοι καταβάλλονται από ασήμαντες δυσκολίες: τρομάζουν ακόμη και από τον θόρυβο ενός φύλλου δέντρου, νικιούνται από την παραμικρή πείνα ή ασθένεια και εγκαταλείπουν τον αγώνα, επιστρέφοντας στα οπίσω. Από την άλλη, ξεχωρίζουν οι αληθινοί και δόκιμοι αγωνιστές, που υπομένουν στερήσεις και κακουχίες με καρτερία. Αρκούνται σε λιτή τροφή—χόρτα, ξηρές ρίζες βοτάνων—και δεν αγγίζουν τροφή πριν από την καθορισμένη ώρα, ακόμη κι αν υποφέρουν. Παραμένουν χαμηλά στο έδαφος, εξαντλημένοι και με θολωμένη όραση από τη νηστεία, αλλά παραμένουν ακλόνητοι στην προαίρεσή τους. Τίποτε δεν μπορεί να κάμψει την απόφασή τους· ούτε η απειλή του θανάτου. Προτιμούν τον κόπο για την αρετή παρά κάθε πρόσκαιρη άνεση, και αντί να πτοούνται από τους πειρασμούς, ευφραίνονται και τελειοποιούνται μέσα σε αυτούς. Όλη τους η ελπίδα συνοψίζεται στην προσευχή:
Σύ ει ο δυνατός, Κύριε, και σος εστίν ο αγών, πολέμησον και νίκησον εν αυτώ, Κύριε, υπέρ ημών
Αυτή η ταπείνωση και η ολοκληρωτική εμπιστοσύνη στη δύναμη του Θεού είναι που διακρίνει τον αληθινό ασκητή από τον κίβδηλο. Οι δόκιμοι δοκιμάζονται σαν χρυσάφι που καθαρίζεται στο χωνευτήρι, ενώ οι κίβδηλοι αποδεικνύονται σκύβαλα που απομακρύνονται από τον Θεό. Μάλιστα, η απώλεια της θείας αντίληψης γίνεται αισθητή από τον ίδιο τον αγωνιστή, ο οποίος βλέπει την έκπτωσή του να του φαίνεται γλυκιά και ελκυστική, ένδειξη της υποχώρησης της χάρης. Ο λόγος της αποτυχίας τους δεν βρίσκεται στην έλλειψη βοήθειας εκ μέρους του Κυρίου—διότι η δύναμή Του είναι παντοδύναμη και πάντοτε νικά—αλλά στην υπερηφάνεια και τη ραθυμία της διάνοιάς τους, που τους στερεί την απαραίτητη θεία αντίληψη.
Καταληκτικά, ο Λόγος ΝΔ’ του αββά Ισαάκ αποτελεί ένα βαθύ πνευματικό ανάγνωσμα που αναλύει τον μηχανισμό του πειρασμού και τον τρόπο αντιμετώπισής του. Με έμφαση στην καθαρότητα του λογισμού και την ειλικρινή αγάπη προς τον Θεό, ο Σύρος Πατέρας υπενθυμίζει ότι η νίκη δεν είναι αποτέλεσμα ατομικής ικανότητας, αλλά δώρο της χάρης που παρέχεται στους ταπεινούς. Σε έναν κόσμο που βομβαρδίζει συνεχώς τις αισθήσεις, οι συμβουλές του Ισαάκ για εγρήγορση και εμπιστοσύνη στον Θεό παραμένουν πολύτιμες. Η ανάγνωση αυτού του λόγου, λοιπόν, αποτελεί πηγή παρηγοριάς και αφύπνισης για τον σύγχρονο αναγνώστη. Το κείμενο κλείνει με δοξολογία, σφραγίζοντας την αλήθεια ότι κάθε αγώνας αγιάζεται και ολοκληρώνεται μόνο εν Κυρίω.
Ἡ ἀνωτέρω περίληψη καὶ ἀνάλυση συνετάχθησαν ἐπικουρικῶς μὲ χρήση τεχνητῆς νοημοσύνης (μοντέλο DeepSeek V4 Pro (deepseek-v4-pro), μέσῳ DeepSeek API)· τὸ κατωτέρω πρωτότυπον κείμενον παραμένει ἀναλλοίωτο (PG 48, δημόσιος τομέας). Ἔγινε ἀνθρώπινος ἔλεγχος, ὡστόσο ἀπαιτεῖται προσοχὴ γιὰ τυχὸν λάθη ἢ παρερμηνεῖες.
Τὰ Ἀσκητικὰ τοῦ ἀββᾶ Ἰσαὰκ τοῦ Σύρου — τὸ πρωτότυπον κείμενον (ἀρχαΐζουσα ἔκδοσις Νικηφόρου Θεοτόκη, 1770), ἐκ τῆς ψηφιακῆς μεταγραφῆς τοῦ ἱστολογίου isaakosyros.blogspot.com. Μονοτονικόν. Public domain.
Λοιπόν τούτο μόνον υπελείφθη αυτώ διότι συγγένειαν έχει η φύσις προς αυτό και δια τούτο εξαιρέτως εκδέχεται ποιήσασθαι τον αφανιμόν του ανθρώπου εν αυτώ. Ποίον δε εστί το μηχάνημα; Τούτο εστίν το προβάλλειν τω ανθρώπω εν ταίς φυσικαίς χρείαις αυτού. Πολλάκις γαρ τυφλούται ο νους του αθλητού εκ της οράσεως και του πλησιασμού των αισθητών πραγμάτων, και ευχερώς εν τω αγώνι ηττάται, όταν πλησίον αυτών γένηται, πολύ δε μάλλον, όταν ευρεθώσι κατέναντι των οφθαλμών αυτού. Εν γνώσει γαρ και πείρα χρήται τη μεθόδω ταύτη ο διάβολος ο δεινός ήγουν εκ της πείρας της μετά των πολλών αγωνιστών και ισχυρών και δυνατών, των εν τούτοις εκπεσόντων, και τούτο σοφιστικώς ποιών. Καν γαρ μη δυνηθή πρακτικώς ποιήσαι τον άνθρωπον ενεργήσαι, δια την ασφάλειαν της ησυχίας αυτού και δια την άποχην της κατοικήσεως αυτού εκ των αφορμών και αιτιών, όμως αγωνίζεται φαντάσαι τον νουν αυτών, γαργαλίζων αυτούς, κινήσεις κινών εν αυτοίς του διαλογίζεσθαι αυτούς εν τοις αισχροίς λογισμοίς και συγκατατίθεσθαι και γενέσθαι υπευθύνους, ώστε αποστήναι απ’ αυτών τον βοηθόν αυτών. Επίσταται γαρ, ότι η νίκη του ανθρώπου και η ήττα αυτού και ο θησαυρός αυτού και η αντίληψις αυτού και πάντα τα του ασκητού εν τω λογισμώ αυτού συνίστανται και εν μικρώ νεύματι γίνεται, ίνα μόνον ο λογισμός εκ του τόπου κινηθή και προαιρέσει δείξει ροπή νεύματος την συγκατάθεση και εξ εκείνου του ύψους εις την γην κατέλθη, ως συνέβη πολλοίς των αγίων εν φαντασίαις κάλλους γυναικών. Πολλάκις δε και τους πλησιάζοντας κόσμω, ως από μιλίου ή δύο ή και διαστήματος ημέρας, αυτάς τάς γυναίκας εν αληθεία ετροπεύσατο αγαγείν προς αυτούς. Τους δε απέχοντας εκ του κόσμου επεί ου δύναται παγιδεύσαι, εν φαντασίαις δεικνύει αυτοίς το κάλλος των γυναικών, ποτέ μεν εν καλλώπισμώ ιματίων και θεωρία ασελγείας, ποτέ δε εν σχήματι γυμνής γυναικός δεικνύων αυτοίς απρεπώς. Δια γαρ τούτων και των τοιούτων, τους μεν ενίκησεν εις αυτό το πράγμα, οι δε εν φαντασίαις ενεπαίχθησαν δια την ραθυμίαν των λογισμών αυτών, ώστε εις απογνώσεως βυθόν ελθείν αυτούς, και προς τον κόσμον εξέκλιναν και της επουρανίου ελπίδος εξέπεσον αι ψυχαί αυτών. Άλλοι δε ισχυρότεροι αυτών και υπό της χάριτος πεφωτισμένοι, ενίκησαν αυτόν και τάς φαντασίας αυτού και επάτησαν τάς του σώματος ηδονάς και ευρέθησαν δόκιμοι εν τη αγάπη του Θεού. Και πολλάκις φαντασίας χρυσίου και τιμίων πραγμάτων και θησαυρούς χρυσούς εφάντασεν αυτούς, και εστίν ότε εν αληθεία υπέδειξεν αυτοίς ταύτα, ίνα δια των τοιούτων διαφόρων φαντασιών, ίσως δυνηθή εμποδίσαι τινά εξ αυτών εκ του δρόμου αυτού και υποσκελίσαι αυτόν δια μιας των παγίδων και των δικτύων αυτού. Αλλά Κύριε, Κύριε, μη εισενέγκης ημάς εις πειρασμούς τοιούτους, ο γινώσκων την ασθένειαν ημών, εξ ων μόλις δυνατοί και δόκιμοι εξέρχονται εκ της τοιαύτης πλάνης νικήσαντες Και ταύτα όλα παραχωρείται ο πειράζων διάβολος πολεμήσαι προς τους αγίους εν πειρασμοίς, ίνα δοκιμασθή η αγάπη του Θεού η εν αυτοίς εν τοις τοιούτοις πειρασμοίς, εάν δια την αποχήν των τοιούτων πραγμάτων και αναχώρησιν και στέρησιν και απορίαν αυτών φιλόθεοι υπάρχωσι και εμμένωσιν εν τη αγάπη του Θεού και εξ αληθείας τον Θεόν αγαπώσι, και καν πλησιάσωσι τοις πράγμασι τούτοις, αγωνίζονται καταφρονήσαι και εξουθενήσαι αυτά δια την αγάπην του Θεού. Κολακευόμενοι ύπ’ αυτών, ούχ ηττώνται υπ’ αυτών, και ούτω πειράζονται, ουχί δια τούτο μόνον ίνα γνωσθώσι τω Θεώ, αλλά και αυτώ τω διαβόλω. Ότι επιποθεί πολλά πειράσαι και δοκιμάσαι πάντας, ει ενεδέχετο και εξαιτήσασθαι αυτούς παρά του Θεού του πειράσαι αυτούς, ώσπερ τον δίκαιον Ιώβ εξητήσατο. Και ηνίκα μικρά παραχώρησις του Θεού γένηται, προσεγγίζει πειράζων ο διάβολος σφοδρώς, κατά την αναλογίαν της ποσότητος της δυνάμεως των πειραζομένων υπ’ αυτού, και ου προσβάλλει ο άνομος διάβολος κατά την επιθυμίαν αυτού. Και εκ τούτου δοκιμάζονται οι αληθινοί και βέβαιοι εν τη του Θεού αγάπη, ει όλων τούτων καταφρονούσι και ως ουδέν λογίζονται ταύτα κατέναντι των οφθαλμών αυτών προς σύγκρισιν της αγάπης του Θεού. Και ταπεινούντες εαυτούς αεί και τω εις πάντα συνεργούντι αυτοίς και αιτίω της νίκης αυτών αποδίδοντες την δόξαν και εις τάς χείρας αυτού παραδίδοντες εαυτούς εν τω αγώνι, λέγοντες τω Θεώ, ότι, Σύ ει ο δυνατός, Κύριε, και σος εστίν ο αγών, πολέμησον και νίκησον εν αυτώ, Κύριε, υπέρ ημών, τότε δοκιμάζονται ως χρυσός εν χωνευτηρίω ούτοι. Οίτίνες δε είσι κίβδηλοι, εν τοις τοιούτοις πειρασμοίς δοκιμάζονται και γνωρίζονται και πίπτουσιν εκ του Θεού ως σκύβαλα, δεδωκότες χωράν τω εχθρώ αυτών και εξέρχονται υπεύθυνοι δια την ραθυμίαν της διανοίας αυτών η δια την υπερηφανίαν αυτών ότι ουκ ηξιώθησαν δέξασθαι την δύναμιν, ήνπερ είχον οι άγιοι ενεργούσαν εν αυτοίς, διότι ούχ ηττάται η δύναμις η συνεργούσα ημίν. Εστί γαρ και παντοδύναμος ο Κύριος και ισχυρότερος πάντων και εν παντί καιρώ νικητής εν τω σώματι τω θνητώ, όταν συγκατέλθη αυτοίς εν τω πολεμώ. Εάν δε και νικηθώσι, δήλον ότι εκτός αυτού νικώνται. Ούτοι είσιν οι γυμνούντες εαυτούς τη προαιρέσει αυτών εξ αυτού δια την αγνωμοσύνην αυτών, ότι ουκ ηξιώθησαν της δυνάμεως της αντιλαμβανόμενης των νικητών, αλλά και αυτής της δυνάμεως αυτών της συνήθως και ιδίας, ης είχον εν τοις καιροίς των πολέμων αυτών των σφοδρών, αισθάνονται εαυτούς κενούς είναι εξ αυτής. Πώς δε αισθάνονται; θεωρούσι την πτώσιν αυτών ηδείαν και γλυκείαν εν οφθαλμοίς αυτών και ότι δύσκολον εστίν υπομείναι αυτούς την δυσχέρειαν του αγώνος του εχθρού αυτών, ην ενίκων έκπαλαι καθαρώς μετά ζηλου εκ της ορμής της κινήσεως της φύσεως, ης είχον εν τω καιρώ εκείνω μετά θερμότητος και οξύτητος. Και ταύτα εν τη ψυχή αυτών νυν ούχ ευρίσκουσι. Και οι μεν εν ταίς αρχαίς αυτών ράθυμοι και χαύνοι υπάρχοντες, ου μόνον εκ των αγώνων τούτων και των τοιούτων, αλλά και από ήχου φύλλου δένδρου δειλιώσι και ταράσσονται και από μικράς ανάγκης της από της χρείας του λιμού και από μικράς ασθενείας νικώνται και απαρνούνται και εις τα οπίσω στρέφονται. Οι δε αληθινοί και δόκιμοι ουδέ εκ του χόρτου και του λάχανου χορτάζονται, ουδέ διαιτώμενοι ρίζαις βοτάνων ξηρών προ της νενομισμένης ώρας της τροφής καταδέχονται τίνος γεύσασθαι, αλλά και χαμευνούσιν εν ατονία όντες του σώματος και αμβλυωπούσιν οι οφθαλμοί αυτών εκ της άγαν κενώσεως του σώματος καν δε εκ της ανάγκης εγγίση εξελθείν εκ του σώματος, ουδέ ούτω χείρα δίδουσιν ηττηθήναι και πεσείν εκ της ερρωμένης προαιρέσεως. Ποθούσι γαρ και εφίενται του βιάσασθαι εαυτούς δια την αγάπην του Θεού και κοπιών υπέρ της αρετής αιρούνται ή την πρόσκαιρον ζωήν έχειν και πάσαν ανάπαυσιν την εν αυτή. Και όταν επέλθωσιν αυτοίς οι πειρασμοί, μάλλον ευφραίνονται και έτι εν αυτοίς τέλειοι γίνονται. Αλλ’ ουδέ εκ των μοχθηρών κόπων των γινομένων αυτοίς διστάζουσιν εν τη αγάπη του Χριστού, άλλ’ έως αν εκλείψωσιν εκ της ζωής, προθυμούνται δέξασθαι γενναίως τάς επηρείας και ουκ αναχωρούσιν, ότι εν αυτοίς τέλειοι γίνονται. Τω δε Θεώ ημών είη δόξα εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.