Λόγος ΚΘ΄
Περὶ τῶν ὁδῶν τῶν πλησιάζειν τῷ Θεῷ ποιουσῶν
Περίληψη
Ο εικοστός ένατος λόγος των «Ἀσκητικῶν» του Αββά Ισαάκ του Σύρου αποτελεί μια εμπνευσμένη πραγματεία πάνω στην πνευματική αξία και τη μοναδική δυναμική της νυκτερινής αγρυπνίας. Με ποιμαντική ευαισθησία και βαθιά γνώση της ασκητικής εμπειρίας, ο όσιος συγγραφέας αναδεικνύει την αγρυπνία ως την κορυφαία άσκηση, η οποία, όταν συνοδεύεται από διάκριση και προσοχή στην ημερήσια βιοτή, οδηγεί τον αγωνιστή σε υψηλά μέτρα θεωρίας και κοινωνίας με τον Θεό. Ακολουθώντας μια βιωματική λογική, ο λόγος προχωρά από την κήρυξη της υπεροχής της αγρυπνίας, στην πρακτική καθοδήγηση για τη διαφύλαξη των καρπών της, και καταλήγει σε μια θερμή πρόσκληση για συνεπή πνευματική επαγρύπνηση και ταπείνωση.
Η ανυπέρβλητη αξία της νυκτερινής αγρυπνίας
Ο Αββάς Ισαάκ αρχίζει τον λόγο του με μια εμφατική διαβεβαίωση που ανατρέπει κάθε αμφιβολία: η νυκτερινή αγρυπνία είναι η μείζων εργασία των μοναχών, απαραίτητη για την εγκράτεια και την πνευματική προκοπή.
Μή νομίσης, ω άνθρωπε, ότι εν πάση τη εργασία των μοναχών έστι τις διαγωγή μείζων της αγρυπνίας της νυκτός. Αληθώς, αδελφέ, και μείζον εστί και αναγκαιότατον τω εγκρατεί Με αυτήν την τοποθέτηση, ο συγγραφέας υπογραμμίζει ότι η αγρυπνία δεν είναι μια απλή επιλογή ανάμεσα σε άλλες ασκήσεις, αλλά μια θεμελιώδης πρακτική που θέτει τον ασκητή σε τροχιά αγγελικής πολιτείας. Η αποφυγή του ύπνου για χάρη της προσευχής και της εγρήγορσης της καρδίας είναι απόδειξη έμπρακτης αφιέρωσης στον Θεό, η οποία μεταμορφώνει τον σαρκοφόρο άνθρωπο σε μιμητή των ουρανίων ταγμάτων, καθιστώντας τον κοινωνό μιας υπερκόσμιας πραγματικότητας.
Η πτητική ανάταση του νου και η αγγελική κατάσταση
Όταν ο ασκητής αποφεύγει τον σκορπισμό των βιοτικών μεριμνών και φυλάσσει τον εαυτό του με αγρυπνία, ο νους του αποκτά μια εκπληκτική ελαφρότητα. Σαν φτερωτός, υψώνεται τάχιστα προς την τερπνότητα του Θεού και επιτυγχάνει γνώση υπέρ την ανθρώπινη έννοια. Η εικόνα της πτήσης αποδίδει την αβίαστη κίνηση της διάνοιας που ελευθερώνεται από τα γήινα και εισέρχεται στη σφαίρα των θείων θεωρημάτων. Ο συγγραφέας τονίζει μάλιστα ότι ο μοναχός που επιμένει στην αγρυπνία με διάκριση δεν πρέπει να θεωρείται πλέον σαρκοφόρος.
Μοναχόν διαμένοντα εν τη αγρυπνία μετά διακρίσεως νοός, τούτον μη ίδης ως σαρκοφόρον τάξεως γαρ αγγελικής ως αληθώς τούτο το έργον Η διαπίστωση αυτή φανερώνει την οντολογική αλλαγή που επιφέρει η συνεπής άσκηση: ο άνθρωπος μετέχει, κατά χάριν, στον τρόπο υπάρξεως των αγγέλων, των οποίων το κύριο έργο είναι η αδιάλειπτη δοξολογία του Θεού. Η ψυχή που κοπιάζει στην αγρυπνία λαμβάνει «χερουβικούς οφθαλμούς», ικανή πλέον να ατενίζει την επουράνια θεωρία συνεχώς, απολαμβάνοντας πνευματικά δώρα που δίδονται πλούσια σε όσους αγρυπνούν.
Ο κίνδυνος της ημερήσιας διάχυσης και η ανάγκη φύλαξης
Η μέγιστη όμως πρόκληση για τον αγωνιστή είναι να διαφυλάξει τους καρπούς της νυκτερινής εργασίας κατά τη διάρκεια της ημέρας. Ο Αββάς Ισαάκ απορούμενος παρατηρεί ότι είναι αδύνατο να κοπιάζει κανείς ολόκληρη τη νύχτα και την επόμενη ημέρα να διασκορπίζει τον κόπο του σε ματαιότητες. Εάν κάποιος αγρυπνεί αλλά δεν προφυλάσσεται από την ταραχή των συντυχιών και την υπερβολική μέριμνα των πραγμάτων, κενώνει τον εαυτό του από την επικαρπία της πνευματικής τρυφής.
Εγώ μέν οίμαι αδύνατον είναι, τον μετά γνώσεως και διακρίσεως εκλεξάμενον εαυτώ τούτον τον κόπον τον μέγαν και θείον και το βάρος τούτο προαιρησάμενον βαστάσαι, μη αγωνίσασθαι εν τούτω τω δεδοξασμένω μέρει, ω έξελέξατο, και εν ημέρα διαφυλάξαι εαυτόν από της ταραχής των συντυχιών και της των έργων μερίμνης, ίνα μη κενός γένηται από της επικαρπίας της θαυμαστής και της μεγάλης τρυφής, της προσδοκώμενης τρυγηθήναι εξ αυτής Η προτροπή αυτή δεν είναι απλώς μια συμβουλή, αλλά μια διορατική επισήμανση της πνευματικής οικονομίας: ο αγώνας της νύχτας και η ησυχία της ημέρας αποτελούν έναν αδιάσπαστο κύκλο. Χωρίς την ενότητα αυτή, η προσπάθεια αποβαίνει άκαρπη, όπως ο σπόρος που πέφτει σε άγονη γη. Ο άγιος υπενθυμίζει ότι ακόμη και η ανάγνωση των Γραφών, αν και βοηθά την αγρυπνία και αρδεύει την προσευχή, θα οδηγήσει σε ώριμο καρπό μόνο αν συνοδεύεται από την ημερήσια εγρήγορση.
Η εμμονή στην αγρυπνία σε καιρούς ραθυμίας
Ιδιαίτερη μέριμνα επιδεικνύει ο όσιος πατέρας για τις περιόδους κατά τις οποίες ο αγωνιστής αισθάνεται ψυχρότητα και βάρος, συχνά προερχόμενα από παραχώρηση του Θεού για παιδεία και δοκιμασία. Σε τέτοιες στιγμές, ακόμη κι αν το σώμα ασθενεί και ο μοναχός δεν μπορεί να τελέσει τον συνηθισμένο του κανόνα, καλό είναι να παραμείνει ξάγρυπνος, έστω και καθισμένος, προσευχόμενος με την καρδία και καλλιεργώντας αγαθές έννοιες. Η αποφυγή του ύπνου, ακόμη και με αυτόν τον στοιχειώδη τρόπο, προσελκύει εκ νέου τη χάρη, η οποία επανέρχεται φέρνοντας θέρμη, ελαφρότητα και μια καινούρια δύναμη γεμάτη αγαθότητα. Ο ασκητής που αντιστέκεται στην ραθυμία και σπεύδει να αντιδράσει, όχι μόνο υπερβαίνει τη δοκιμασία αλλά και σοφίζεται, μαθαίνοντας από την πείρα την εναλλαγή των καταστάσεων και τον τρόπο να επανακάμπτει στην χάρη.
Ο καρπός της ησυχίας και η τελική προτροπή
Εκτός από τη νυκτερινή αγρυπνία, η διηνεκής ησυχία με μελέτη και η σύμμετρη λήψη τροφής αποτελούν το τρίπτυχο που εξυπνίζει τη διάνοια και οδηγεί στην κατάνυξη. Οι ησυχαστικές έννοιες κινούν αυθόρμητα τα δάκρυα, μεταβάλλοντας τα μάτια σε κολυμβήθρα βαπτίσματος. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο Αββάς Ισαάκ θέτει έναν πνευματικό κανόνα διάγνωσης: όταν κάποιος, παρά την εγκράτεια και την αγρυπνία, αισθανθεί την οξύτητα του πάθους της πορνείας έξω από τη φυσική κίνηση, να γνωρίζει ότι δοκιμάζεται από λογισμούς υπερηφανίας. Σε μια τέτοια περίπτωση, η ταπείνωση είναι η μόνη οδός θεραπείας — ακόμη και η ανάμειξη σποδού με την τροφή και η προσκόλληση της κοιλίας στη γη, ως σύμβολο εκμηδένισης του φρονήματος, ενδείκνυνται.
Διό παρακαλώ σε τον εφιέμενον κτήσασθαι νουν νηφάλιον προς τον Θεόν και επίγνωσιν της καινής ζωής, εν πάση τη ζωή σου μη αμελήσης της αγρυπνίας την πολιτείαν διότι εξ αυτής ανοίγονται σου οι οφθαλμοί εις το ιδείν πάσαν την δόξαν της πολιτείας καί την δύναμιν της οδού της δικαιοσύνης Η προτροπή αυτή συνοψίζει το πνεύμα ολόκληρου του λόγου: το ζητούμενο δεν είναι η στείρα εκτέλεση πρακτικών, αλλά η βαθιά μετάνοια και η εύρεση της ταπείνωσης, μέσα στην οποία η καρδιά επαναπαύεται τελειωτικά στον Θεό. Η νυκτερινή αγρυπνία γίνεται έτσι ο ασφαλής δρόμος που οδηγεί στην εσωτερική ειρήνη και στην όραση της δόξας της εν Χριστώ πολιτείας.
Με αυτόν τον λόγο, ο Αββάς Ισαάκ υπενθυμίζει σε κάθε αγωνιζόμενο πιστό ότι η πνευματική ζωή απαιτεί ισορροπία, ενότητα και επίγνωση του σκοπού. Η αγρυπνία δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά μέσο για την απαλλαγή από τον μετεωρισμό του νου και την εγκατάστασή του στην αδιάλειπτη μνήμη του Θεού. Ο λόγος παραμένει διαχρονικά επίκαιρος, καλώντας σε μια ενιαία αφιέρωση όλου του 24ώρου: νύχτα και ημέρα, σώμα και διάνοια, κόπος και ανάπαυση, όλα ενταγμένα στον πόθο της κοινωνίας με τον Χριστό.
Ἡ ἀνωτέρω περίληψη καὶ ἀνάλυση συνετάχθησαν ἐπικουρικῶς μὲ χρήση τεχνητῆς νοημοσύνης (μοντέλο DeepSeek V4 Pro (deepseek-v4-pro), μέσῳ DeepSeek API)· τὸ κατωτέρω πρωτότυπον κείμενον παραμένει ἀναλλοίωτο (PG 48, δημόσιος τομέας). Ἔγινε ἀνθρώπινος ἔλεγχος, ὡστόσο ἀπαιτεῖται προσοχὴ γιὰ τυχὸν λάθη ἢ παρερμηνεῖες.
Τὰ Ἀσκητικὰ τοῦ ἀββᾶ Ἰσαὰκ τοῦ Σύρου — τὸ πρωτότυπον κείμενον (ἀρχαΐζουσα ἔκδοσις Νικηφόρου Θεοτόκη, 1770), ἐκ τῆς ψηφιακῆς μεταγραφῆς τοῦ ἱστολογίου isaakosyros.blogspot.com. Μονοτονικόν. Public domain.
ΚΑΙ ΦΑΝΕΡΟΥΜΕΝΩΝ ΤΩι ΑΝΘΡΩΠΩι ΕΚ ΤΩΝ ΗΔΕΩΝ ΕΡΓΩΝ ΤΗΣ ΝΥΚΤΕΡΙΝΗΣ ΑΓΡΥΠΝΙΑΣ. ΚΑΙ ΟΤΙ ΟΙ ΕΝ ΤΗ ΔΙΑΓΩΓΗ ΤΑΥΤΗ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΙ ΜΕΛΙ ΤΡΕΦΟΝΤΑΙ ΠΑΣΑΣ ΤΑΣ ΗΜΕΡΑΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΑΥΤΩΝ
Μή νομίσης, ω άνθρωπε, ότι εν πάση τη εργασία των μοναχών έστι τις διαγωγή μείζων της αγρυπνίας της νυκτός. Αληθώς, αδελφέ, και μείζον εστί και αναγκαιότατον τω εγκρατεί. Εάν μη γένηται τω ασκητή σκορπισμός και ταραχή εν τοις σωματικοίς πράγμασι και εν τη μερίμνη των παρερχομένων, αλλά παρατηρήσηται εαυτόν από του κόσμου και φύλαξη εαυτόν μετά αγρυπνίας, τούτου ως δια πτερύγων πέταται η διάνοια εν βραχεί καιρώ και υψωθήσεται προς την τερπνότητα του Θεού και την δόξαν αυτού ταχέως καταντήσει, και εν τη γνώσει τη υπέρ ανθρωπίνην έννοιαν νήχετα δια της ελαφρότητος και κουφότητος αυτής. Μοναχόν διαμένοντα εν τη αγρυπνία μετά διακρίσεως νοός, τούτον μη ίδης ως σαρκοφόρον τάξεως γαρ αγγελικής ως αληθώς τούτο το έργον. Αδύνατον γαρ τους εν τη διαγωγή ταύτη διαπαντός πολιτευόμενους άνευ χαρισμάτων μεγάλων παρά Θεού αφεθήναι δια την νήψιν αυτών και εγρήγορσιν της καρδίας, και δια την εμμέριμνον διαγωγήν των λογισμών αυτών προς αυτόν. Ψυχή η εν τη διαγωγή ταύτης της αγρυπνίας κοπιώσα και διαπρέπουσα οφθαλμούς χερουβικούς έξει, του διαπαντός ατενίζειν και κατοπτεύειν την επουράνιον θεωρίαν. Εγώ μέν οίμαι αδύνατον είναι, τον μετά γνώσεως και διακρίσεως εκλεξάμενον εαυτώ τούτον τον κόπον τον μέγαν και θείον και το βάρος τούτο προαιρησάμενον βαστάσαι, μη αγωνίσασθαι εν τούτω τω δεδοξασμένω μέρει, ω έξελέξατο, και εν ημέρα διαφυλάξαι εαυτόν από της ταραχής των συντυχιών και της των έργων μερίμνης, ίνα μη κενός γένηται από της επικαρπίας της θαυμαστής και της μεγάλης τρυφής, της προσδοκώμενης τρυγηθήναι εξ αυτής. Ο μέντοι αμελών τούτου, θαρρώ λέγειν, ότι αγονεί τίνος χάριν κοπιά και του ύπνου απέχεται, και εν τη στιχολογία τη πολλή και τω μόχθω της γλώττης και τη ολονύκτω στάσει κακοπαθεί, μη έχων τον νουν αυτού εν τη ψαλμωδία αυτού και τη προσευχή, αλλ9 ως από συνήθειας αγόμενος κοπιά αδιακρίτως. Και ει μη ταύτα ούτως εστίν, ως έφην, πώς αν εστέρηται του θερίζειν από του διηνεκούς σπέρματος αυτού, του εν τω κοπώ, τάς μεγίστας ευεργεσίας και επικαρπίας; Εί γαρ αντί τούτων των φροντίδων εξησχόλει εαυτόν εις την ανάγνωσιν των θείων Γραφών, την ενδυναμούσαν τον νουν, και μάλιστα ούσαν αρδείαν της προσευχής και βοηθούσαν εις την αγρυπνίαν, και ταύτης μεν ομόζυγον, φως δε της διανοίας υπάρχουσαν, εύρεν αν αυτήν οδηγόν είς την ευθείαν τρίβον και σπερματικήν της ύλης της θεωρίας εν τη προσευχή, την δεσμεύουσαν τάς ενθυμήσεις από του μετεωρισμού, του μη ρέμβεσθαι και νέμεσθαι εν τοίς ματαίοις και σπείρουσαν την μνήμην του Θεού εν τη ψυχή αδιαλείπτως και τάς οδούς των άγιων των ευαρεστησάντων αυτώ, την εμποιούσαν τον νουν κτήσασθαι λεπτότητα και σοφίαν, εύρεν αν πέπειρον τον καρπόν των τοιούτων εργασιών. Τίνος ούν ένεκεν, ώ άνθρωπε, ούτως αδιακρίτως διοικείς τα κατά σεαυτόν; “Οτι νυκτός μεν παννύχιον στάσιν επιτελείς και καταπονείς σευατόν εν τε ψαλμωδίαις και υμνωδίαις και δεήσεσι, βαρύ δε σοι και ου μικρόν φαίνεται, δια βραχυτάτης επιμελείας της ημέρας καταξιωθήναι της χάριτος του Θεού, χάριν της σης κακοπαθείας εν τοις ετέροις. Τίνος χάριν καταπονείς σεαυτόν και νυκτός μεν σπείρεις, ημέρας δε πετάζεις τον κόπον σου, και ευρίσκη άκαρπος και σκορπίζεις την εγρήγορσιν και νήψιν και θέρμην, ην εκτήσω, και απολύεις τον κόπον σου μάτην εν ταίς ταραχώδεσιν ομιλίαις των ανθρώπων και των πραγμάτων, άνευ τινός ευλόγου προφάσεως; Ει γαρ τη νυκτερινή μελέτη ακόλουθον εποίεις την ημερινήν γεωργίαν και την θέρμην της καρδιακής ομιλίας, και μη διάστασιν εν τω μέσω ετίθεις, εν ολίγω καιρώ συμπλακήναι τω στηθεί του Ιησού είχες. Άλλ’ εντεύθεν φανερόν εστίν, ότι αδιακρίτως πολιτεύη και ουκ οίδας τίνος χάριν χρή τους μοναχούς εγρηγορέναι.
Σύ μεν νομίζεις, ότι χάριν του κοπιάν σε και μόνον τέθεινται ταύτα και ου δι έτερον τι τικτόμενον εκ τούτων, ο δε καταξιωθείς υπό της χάριτος μαθείν, χάριν ποίας ελπίδος ανθίστανται οι αγωνισταί τω ύπνω και εκβιάζονται την φύσιν και δια της εγρηγόρσεως των σωμάτων αυτών και των ενθυμήσεων προσφέρουσι τάς εντεύξεις αυτών καθ’ εκάστην νύκτα, εκείνος επίσταται την δύναμιν, την γινομένην από της ημερινής φυλακής καί οποίαν βοήθειαν δίδωσι τω νω εν τη ησυχία της νυκτός καί ποίαν εξουσίαν κατά των λογισμών λαμβάνει και ποίαν καθαρότητα και σύννοιαν, και πώς ο εσμός των αρετών αβιάστως και αμάχως αυτώ χαρίζεται και μετά ελευθερίας ποιεί εννοήσαι την ευγένειαν των λογισμών.
Εγώ δε λέγω, ότι, εάν το σώμα ατόνηση δια την ασθένειαν αυτού και μη δυνηθή νηστεύσαι, δύναται και μόνη τη αγρυπνία κτήσασθαι ο νους την κατάστασιν της ψυχής και δούναι τη καρδία νόησιν, του καταμαθείν την δύναμιν την πνευματικήν, μόνον εάν μη γένηται αυτώ αφανισμός εκ του πλατυσμού των ημερινών αιτιών. Διό παρακαλώ σε τον εφιέμενον κτήσασθαι νουν νηφάλιον προς τον Θεόν και επίγνωσιν της καινής ζωής, εν πάση τη ζωή σου μη αμελήσης της αγρυπνίας την πολιτείαν διότι εξ αυτής ανοίγονται σου οι οφθαλμοί εις το ιδείν πάσαν την δόξαν της πολιτείας καί την δύναμιν της οδού της δικαιοσύνης. Εάν δε γένηται σοι πάλιν, όπερ μη γένοιτο, λογισμός χαυνότητος καί εμφωλεύση σοι τυχόν εκ πείρας του αντιλήπτορος σου, του συνήθως σε παραχωρούντος αλλοιωθήναι εν τοις τοιούτοις, είτε εν θερμότητι είτε εν ψυχρότητι, ή εξ αιτίας τινός ή ασθενείας σώματος, ή δια το μη δύνασθαι σε υπομείναι τον κόπον της συνήθως παρά σου γινομένης πολλής ψαλμωδίας και της ευτόνου ευχής καί της πολλής γονυκλισίας, α είωθες αεί εκτελείν, παρακαλώ σε εν αγάπη, εάν καταληφθής εκ τούτων καί μη δυνηθής αυτά διαπράξασθαι, καν καθήμενος γρηγόρησον και εν τη καρδία πρόσευξαι καί μη ύπνωσης, και πάση μηχανή διεξάγαγε την νύκτα καθήμενος και διαλογιζόμενος εννοίας αγαθάς. Και μη σκλήρυνεις την καρδίαν σου και σκοτώσης αυτήν εν τω ύπνω, και πάλιν ήξει σοι δια της χάριτος η πρώτη εκείνη θέρμη και η ελαφρότης και η δύναμις, και σκιρτήσας χαρήση ευχάριστων τω Θεώ. Η γαρ ψυχρότης και το τοιούτον βάρος, προς πείραν και δοκιμήν παραχωρείται τω ανθρώπω. Και εάν διεγείρη εαυτόν μετά θερμότητος και εκτίναξη αυτά αφ’ εαυτού μικρόν αναγκασθείς, τηνικαύτα πλησιάζει αυτώ η χάρις, ώσπερ ην, και έρχεται αυτώ άλλη δύναμις, έχουσα παν αγαθόν εν εαυτή κεκρυμμένον και τα είδη της αντιλήψεως. Και θαυμάσει εκπληττόμενος ο άνθρωπος, μνημονεύων του προτέρου βάρους και της επελθούσης ελαφρότητος και δυνάμεως, και την διαφοράν και ελαφρότητα εννοών, και πώς αιφνιδίως τοιαύτην εδέξατο αλλοίωσιν. Και έκτοτε σοφίζεται, ίνα, εάν επέλθη αυτώ τοιούτον βάρος, γνωρίσει αυτό εκ της πρώτης αυτού πείρας. Εάν γαρ εν τω πρώτω καιρώ μη αγωνίσηται ο άνθρωπος, ταύτην την πείραν ου δύναται κτήσασθαι. Οράς πόσον σοφίζεται ο άνθρωπος, όταν εξυπνίση εαυτόν μικρόν και υπομείνη εν τώ καιρώ του πολέμου; Μόνον ειμή η φύσις του σώματος εξησθένησε, και ουκ εστί συμφέρον πολεμήσαι την φύσιν εν μέντοι τοις λοιποίς καλόν εστί το αναγκάσαι τινά εαυτόν εν πάσι τοις ωφελούσιν αυτόν. Η διηνεκής γούν ησυχία η μετά αναγνώσεως και η σύμμετρος των βρωμάτων μετάληψις και η αγρυπνία ταχέως την διάνοιαν εξυπνίζουσιν εις έκπληξιν των πραγμάτων, εάν μη γένηταί τις αιτία λύουσα την ησυχίαν. Αι έννοιαι αι κινούμεναι τοίς ησυχάζουσιν αυτομάτως χωρίς σκέψεως ποιούσιν αμφοτέρους τους οφθαλμούς δίκην κολομβήθρας βαπτισμού εν τοις χεομένοις δάκρυσι και τάς παρειάς βάπτουσι τω πλήθει εαυτών. Όταν δι’ εγκράτειας δαμασθή σου το σώμα και αγρυπνίας και τη προσοχή της ησυχίας και αισθάνη του σώματος σου τη οξύτητι του πάθους της πορνείας έξωθεν της φυσικής κινήσεως γινομένου, γίνωσκε ότι από λογισμών υπερηφανίας επειράθης. Και μίξον τη τροφή σου σποδόν και προσκόλλησον τη γη την σήν γαστέρα και εξερεύνησον τι ενενόησας και μάθε την αλλοίωσιν της φύσεως σου και τα παρά φύσιν σου έργα, και ίσως ελεήσει σε ο Θεός και εξαποστείλει σοι φως του μαθείν ταπεινωθήναι, ίνα μη αυξηθή η κακία σου. Μη ούν παυσώμεθα αγωνιζόμενοι και σπουδάζοντες, έως αν εν ημίν μετάνοιαν ίδωμεν και εύρωμεν την ταπείνωσιν και επαναπαύσεται η καρδία ημών εν τω Θεώ. Ω η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.