Ἐπιστολὴ Γ΄
Σταλεῖσα πρὸς τινα ἀγαπητὸν αὐτοῦ· διδάσκει δὲ ἐν αὐτῇ τὰ περὶ τῶν μυστηρίων τῆς ἡσυχίας
Περίληψη
Η Τρίτη Επιστολή των «Ασκητικών» του αββά Ισαάκ του Σύρου είναι ένα από τα πιο πυκνά και φωτισμένα κείμενα της ορθόδοξης νηπτικής παράδοσης. Γραμμένη ως προσωπική επιστολή προς έναν αδελφό που βαδίζει ήδη στην οδό της μοναχικής ακρίβειας και επιθυμεί να εισέλθει στο κάθισμα της ησυχίας, συμπυκνώνει την ουσία της ησυχαστικής πνευματικότητας. Ο όσιος Ισαάκ, συνδυάζοντας τη διδασκαλία των διακριτικών Πατέρων με την προσωπική του πείρα, αποκαλύπτει τι είναι η ησυχία, ποια είναι η εργασία της και ποια μυστήρια κρύβονται εντός της. Με ποιμαντική σοφία και νηφάλιο λόγο, το κείμενο δεν είναι απλώς μια θεωρητική πραγματεία, αλλά ένας πρακτικός οδοδείκτης για όποιον αναζητά την αληθινή ένωση με τον Θεό μέσα από την έρημο της καρδιάς.
Η διάκριση και ο σκοπός ως θεμέλιο της ησυχίας Ο συγγραφέας προτρέπει τον αδελφό να εισέλθει στην ησυχία «εν διακρίσει», εξετάζοντας βαθιά την εργασία της και όχι αρκούμενος στο όνομα. Κάθε έργο των ανθρώπων, από την αρχή ως το τέλος, έχει έναν προσδοκώμενο σκοπό που κινεί τον νου και τον ενισχύει να υπομείνει τον κόπο. Έτσι και η ησυχία, αυτό το «τίμιο έργον», γίνεται «λιμήν των μυστηρίων» μόνο για εκείνον που θέτει εξαρχής έναν διακριτικό σκοπό, ένα όραμα που τον καθοδηγεί. Παρομοιάζει τον μοναχό με κυβερνήτη που προσηλώνεται στα άστρα για να διασχίσει τη σκληρή θάλασσα της ησυχίας μέχρι να βρει τον μαργαρίτη. Αντίθετα, εκείνος που ξεκινά χωρίς αυτόν τον σκοπό εργάζεται ακρίτως, σαν να παλεύει με τον άνεμο. Μάλιστα, ο Ισαάκ προειδοποιεί με δριμύτητα:
Και όστις εν τη αρχή της ησυχίας αυτού ου τίθησι τον σκοπόν τούτον εν εαυτώ, προς την οφειλομένην αυτώ εργασίαν ακρίτως εργάζεται, καθώς τις τω αέρι προσπαλαίων. Και ο τοιούτος ουδέποτε λυτρούται εκ του πνεύματος της ακηδίας εν πάση τη ζωή αυτού Αυτή η ρητή διατύπωση φωτίζει την τραγική κατάσταση της ακηδίας, δηλαδή της πνευματικής αθυμίας, που βασανίζει όσους στερούνται εσωτερικού προσανατολισμού. Χωρίς τον ποθητό μαργαρίτη – την αίσθηση της θείας χάριτος – ο ασκητής είτε εγκαταλείπει την ησυχία είτε παραμένει σε αυτήν μετατρέποντας το κελί του σε φυλακή, τηγανίζοντας την ψυχή του στην απελπισία. Έτσι, η διάκριση και η σαφήνεια του σκοπού αναδεικνύονται ως τα απαραίτητα θεμέλια της ησυχαστικής πορείας.
Οι καρποί της ησυχίας κατά τους Πατέρες Για να ενισχύσει τη διδασκαλία του, ο αββάς Ισαάκ παραθέτει μία συλλογή αποφθεγμάτων από έμπειρους Πατέρες, που περιγράφουν την προσωπική τους εμπειρία της ησυχίας. Ένας ομολογεί ότι το κέρδος του από αυτήν είναι ότι, όταν απομακρύνεται από το κτίσμα στο οποίο κάθεται, ο νους του σχολάζει από την παρασκευή του πολέμου και στρέφεται σε ανώτερη εργασία. Ένας άλλος, ακόμη πιο παραστατικός, φανερώνει τη γλυκύτητα που αναβλύζει από την ησυχαστική ζωή:
Εγώ, έφη, δια τούτο εις την ησυχίαν τρέχω, όπως γλυκανθώσι μοι οι στίχοι της αναγνώσεως και της προσευχής Η ησυχία εδώ δεν είναι μία στείρα απομόνωση, αλλά ο χώρος όπου οι στίχοι της Αγίας Γραφής και η προσευχή ανθίζουν σε πνευματική απόλαυση. Ο ίδιος Πατήρ συνεχίζει λέγοντας πως, όταν η καρδιά γαληνεύει από την ταραχή των μνημών, απρόσμενα κύματα χαράς κατακλύζουν την ψυχή, βυθίζοντάς την στα αληθινά θαύματα της εν Θεώ ησυχίας. Ένας άλλος επισημαίνει ότι η ησυχία αποκόπτει τις αφορμές των καινούργιων λογισμών και, εντός των τειχών της, παλαιώνει και μαραίνει τις μνήμες των προηγούμενων προλήψεων, επιτρέποντας στον νου να επιστρέψει στην κατά φύση τάξη του. Με άλλα λόγια, η ησυχία λειτουργεί ως κάθαρση της διάνοιας και αποκατάσταση της εσωτερικής ειρήνης.
Η σιωπή και η νηστεία ως μυστήρια του μέλλοντος αιώνος Σε μια από τις πλέον εμβληματικές ρήσεις της νηπτικής γραμματείας, ο Ισαάκ διακηρύσσει:
Η σιωπή μυστήριον εστί του αιώνος του μέλλοντος, οι δε λόγοι όργανον εισί τούτου του κόσμου Η φράση αυτή συνοψίζει την εσχατολογική διάσταση της ησυχίας. Η σιωπή δεν είναι απλώς η αποχή από τον λόγο, αλλά μία πρόγευση της αιώνιας κοινωνίας με τον Θεό, όπου τα λόγια θα πάψουν και η άμεση θέα θα επικρατήσει. Αντίθετα, οι λόγοι ανήκουν σε αυτόν τον κόσμο, είναι εργαλεία της πρόσκαιρης επικοινωνίας. Ο «άνθρωπος ο νηστευτής τη φύσει» – δηλαδή εκείνος που ενστερνίζεται εκούσια την άσκηση – επιδιώκει να ομοιώσει την ψυχή του με αυτή τη σιωπή και την αδιάλειπτη νηστεία. Εξάλλου, τα θεία μυστήρια δεν εμπιστεύονται σε γαστέρα γεμάτη και νου μολυσμένο από ακρασία. Οι άγιοι δεν τολμούσαν την ομιλία με τον Θεό ούτε την προσέγγιση των αποκρύφων μυστηρίων παρά μόνο «εν ασθενεία των μελών και ωχριάσει της χροιάς και εκ του πόθου της πείνης και νου του ησύχου». Η νηστεία και η σιωπή γίνονται έτσι τα οχήματα που μεταφέρουν την ψυχή από τον θόρυβο των παθών στην ιερή ησυχία της θείας παρουσίας.
Η πρόοδος στη θεωρία: από τη χαρά στη δόξα των κτισμάτων Το αποκορύφωμα της επιστολής περιγράφει τη σταδιακή καρποφορία της παρατεταμένης ησυχαστικής άσκησης. Ο Ισαάκ διαβεβαιώνει ότι, όταν κανείς παραμείνει για πολύ στο κελί του με έργα κόπου και φυλακή των κρυπτών, η δύναμη της ησυχίας τον επισκιάζει. Πρώτα έρχεται μία «χαρά άνευ αιτίας», η οποία κατέχει την ψυχή κατά καιρούς. Κατόπιν, ανοίγουν οι οφθαλμοί για να δουν τη δύναμη του Θεού και το κάλλος των κτισμάτων, ανάλογα με το μέτρο της προσωπικής καθαρότητας. Αυτή την εμπειρία εκφράζει με ενάργεια η φράση:
Όταν εν καιρώ μακρώ εν τω σώ κελλίω εν έργοις κόπου και φυλακής των κρυπτών και τη συστολή των αισθήσεων εκ πάσης απαντήσεως επισκίαση σοι η δύναμις της ησυχίας, πρώτον μεν απαντάς χαρά τη εκτός αιτίας κατακρατούση εν καιρώ και καιρώ εν τη ψυχή σου, και τότε ανοίγονται οι οφθαλμοί σου του ιδείν την ισχύν της κτίσεως του Θεού και το κάλλος των κτισμάτων κατά το μέτρον της καθαρότητας σου Από αυτή τη στιγμή, ο νους οδηγείται σε ένα θαύμα θεωρίας, όπου νύχτα και ημέρα γίνονται ένα μέσα στα ένδοξα θαύματα των δημιουργημάτων του Θεού. Η ηδονή αυτής της θεωρίας κλέβει από την ψυχή την αίσθηση των παθών και την εισάγει στους δύο βαθμούς των νοητών αποκαλύψεων, που βρίσκονται πέρα από τη δημιουργία. Πρόκειται για μια οντολογική μεταποίηση του ανθρώπου, όπου η κτίση δεν αντιμετωπίζεται πια ως αντικείμενο, αλλά ως διαφανές σημείο της θείας δόξας, και η ψυχή γεύεται την απάθεια ως πρόγευση της Βασιλείας.
Συμπερασματικά, η Γ’ Επιστολή του οσίου Ισαάκ του Σύρου δεν προσφέρει ένα θεωρητικό σύστημα, αλλά μία βιωματική χαρτογράφηση της ησυχαστικής οδού. Από την αναγκαιότητα του σκοπού και της διάκρισης έως την τελική θέα της άκτιστης δόξας μέσα από τα κτίσματα, το κείμενο αναδεικνύει την ησυχία ως τον κατ’ εξοχήν τόπο της προσωπικής συνάντησης με τον Θεό. Γι’ αυτό παραμένει διαχρονικό σημείο αναφοράς για κάθε χριστιανό που αναζητά την εσωτερική ειρήνη και την αφθαρτοποιό ζωή, υπενθυμίζοντας ότι «η βασιλεία του Θεού εντός ημών εστίν» – και ότι ο δρόμος προς αυτήν περνά μέσα από τη σιωπή, την άσκηση και την υπομονητική αναμονή της χάριτος.
Ἡ ἀνωτέρω περίληψη καὶ ἀνάλυση συνετάχθησαν ἐπικουρικῶς μὲ χρήση τεχνητῆς νοημοσύνης (μοντέλο DeepSeek V4 Pro (deepseek-v4-pro), μέσῳ DeepSeek API)· τὸ κατωτέρω πρωτότυπον κείμενον παραμένει ἀναλλοίωτο (PG 48, δημόσιος τομέας). Ἔγινε ἀνθρώπινος ἔλεγχος, ὡστόσο ἀπαιτεῖται προσοχὴ γιὰ τυχὸν λάθη ἢ παρερμηνεῖες.
Τὰ Ἀσκητικὰ τοῦ ἀββᾶ Ἰσαὰκ τοῦ Σύρου — τὸ πρωτότυπον κείμενον (ἀρχαΐζουσα ἔκδοσις Νικηφόρου Θεοτόκη, 1770), ἐκ τῆς ψηφιακῆς μεταγραφῆς τοῦ ἱστολογίου isaakosyros.blogspot.com. Μονοτονικόν. Public domain.
ΚΑΙ ΠΩΣ ΠΟΛΛΟΙ ΔΙΑ ΤΟ ΜΗ ΓΙΝΩΣΚΕΙΝ ΑΥΤΑ ΑΜΕΛΟΥΣΙΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΕΡΓΑΣΙΑΝ ΤΑΥΤΗΝ ΤΗΝ ΘΑΥΜΑΣΤΗΝ ΚΑΙ ΟΤΙ ΟΙ ΠΛΕΙΣΤΟΙ ΕΚΡΑΤΗΣΑΝ ΤΟ ΚΑΘΙΣΜΑ ΤΩΝ ΚΕΛΛΙΩΝ ΕΚ ΔΙΔΑΧΗΣ, ΤΗΣ ΠΟΡΕΥΟΜΕΝΗΣ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΜΟΝΑΧΩΝ, ΜΕΤΑ ΣΥΝΤΟΜΟΥ ΣΥΝΑΓΩΓΗΣ ΤΗΣ ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΗΣ ΤΗ ΔΙΗΓΗΣΕΙ ΤΗΣ ΗΣΥΧΙΑΣ
Αδελφέ, επειδή ηναγκάσθην εκ του οφείλοντας επιστείλαι σοι περί των οφειλομένων εξ ανάγκης, γνωρίζω τη αγάπη σου εν τοις γράμμασί μου κατά την επαγγελίαν ημών την προς σε, ότι εύρον σε εν τη ακριβεία της πολιτείας τεθεικότα εαυτόν, πορευθήναι εν τω της ησυχίας καθίσματι. Εγώ γούν όπερ ήκουσα εκ των διακριτικών περί της εργασίας ταύτης, ηνίκα κατά διάνοιαν λάβω την συναγωγήν των ρημάτων αυτών μετά πείρας της εγγύθεν, δι’ ης εν αυτοίς τοις πράγμασιν εγώ επείρασα, τη μνήμη σου εντυπώ εν συντόμω λόγω, ηνίκα και συ συνεργήσεις σεαυτώ εκ της ομιλίας της επιστολής εν σπουδή τη γινομένη εν σοι. Διότι εν συνέσει της σοφίας μέλλεις προσεγγίσαι τη αναγνώσει των συναχθέντων λόγων, των εν τη επιστολή ημών ταύτη, έξωθεν της συνήθους αναγνώσεως, και ως φως τι λαβείν αυτήν εν τη λοιπή αναγνώσει, δια την πολλήν δύναμιν την κεκρυμμένην εν αυτή, ίνα μάθης τι εστί το κάθισμα της ησυχίας και τι εστίν η εργασία αυτής και ποια μυστήρια κέκρυπται εν τη εργασία ταύτη και διατί τίνες την δικαιοσύνην την μεταξύ των ανθρώπων πολιτευομένην σμικρύνουσι και προκρίνουσιν αυτής τάς θλίψεις και τους αγώνας του καθίσματος του ησυχαστικού και μοναστικου βίου. Εαν θέλης ευρείν ζωήν άφθαρτον εν ταις ημέραις σου ταίς μικραίς, ώ αδελφέ, η είσοδος σου η εν τη ησυχία εν διακρίσει έστω. Εξέτασον περί της εργασίας αυτής και μη δράμης εξ ονόματος, αλλ’ είσελθε και βάθυνον και αγώνισαι και σπούδασαι φθάσαι μετά πάντων των αγίων τι εστί το βάθος και το ύψος της πολιτείας ταύτης. Εκάστω γαρ πράγματι των ανθρώπων, εν τη αρχή της εργασίας αυτού έως τέλους, τρόπος τις και ελπίς προσδοκάται εκ του έργου του πράγματος, κινούντα την διάνοιαν προς την θέσιν του θεμελίου αυτού. Και ο σκοπός ούτος κραταιοί την διάνοιαν βαστάξαι την εν αυτώ σκληρότητα και παράκλησίν τίνα λαμβάνει εξ αυτού εν τη θεωρία τη προς αυτόν. Και ως τις κρατών κρατεί τον νουν εαυτού έως του τέλους του πράγματος, ούτω και το τίμιον έργον της ησυχίας λιμήν των μυστηρίων γίνεται τω διακριτικώ σκοπώ, ω τινι προσέχει η διάνοια εκ του πρώτου των δόμων, έως της τελειώσεως της οικοδομής, και εν πάσι τοις έργοις αυτού τοις μακροίς και σκληροίς. Και κατά τους οφθαλμούς του κυβερνήτου του προσέχοντος τοις άστροις, ούτω προσέχει και ο μοναστής εν τη εσωτέρα θεωρία εις άπαντα τον δρόμον της εαυτού πορείας εν τω σκοπώ, ώ έλαβεν εν τη εαυτού διανοία εν τη ημέρα τη πρώτη, εν η εξέδωκεν εαυτόν πορεύεσθαι εν τη σκληρή θαλάσση της ησυχίας, έως αν εύρη τον μαργαρίτην, δι’ δν εαυτόν εξέπεμψεν εις τον πυθμένα τον αψηλάφητον της θαλάσσης της ησυχίας. Και η προσοχή της ελπίδος κουφίζει αυτόν επάνωθεν του βάρους της εργασίας και της σκληρότητος της πλήρους κινώ δυνών των απαντώντων αυτώ εν τη πορεία αυτού. Και όστις εν τη αρχή της ησυχίας αυτού ου τίθησι τον σκοπόν τούτον εν εαυτώ, προς την οφειλομένην αυτώ εργασίαν ακρίτως εργάζεται, καθώς τις τω αέρι προσπαλαίων. Και ο τοιούτος ουδέποτε λυτρούται εκ του πνεύματος της ακηδίας εν πάση τη ζωή αυτού. Και εν εκ των δυο γίνεται αυτώ, ή ότι ουχ υπομένει το βάρος το ανυπομόνητον και ηττάται και εξέρχεται εκ της ησυχίας τελείως, ή καρτερεί εν αυτή και οίκος ειρκτής γίνεται το κελλίον αυτώ και τηγανίζεται εν αυτώ, δια το μη γινώσκειν ελπίζειν εις την παράκλησιν την τικτομένην εκ της εργασίας της ησυχίας. Δια τούτο, ουδέ αιτείν εν πόνω της καρδίας και κλαίειν επί προσευχή εφιέμενος αυτής δύναται. Περί ων οι πατέρες ημών, οι πεπληρωμένοι ελέους, οι αγαπώντες τους υιούς εαυτών, αφήκαν σημεία εν ταίς γραφαίς εις την χρείαν της ζωής ημών. Και εις εξ αυτών, είπεν Εμοί μεν κέρδος εκ της ησυχίας εστί τούτο’ ηνίκα αποστήσω εμαυτόν από της οικίας εφ’ ης κάθημαι, σχολάζει η διάνοια μου από της παρασκευής του πολέμου και στρέφεται εις εργασίαν κρείττονα. Ομοίως και άλλος Εγώ, έφη, δια τούτο εις την ησυχίαν τρέχω, όπως γλυκανθώσι μοι οι στίχοι της αναγνώσεως και της προσευχής. Και ηνίκα εν τη ηδονή της κατανοήσεως αυτών η γλώσσα μου σιγήσει, ως εν ύπνω τινι εμπίπτω εις την συστολήν των αισθήσεων μου μετά των νοημάτων μου. Και πάλιν, όταν εν τω μακρυσμώ τω εν αυτή τη ησυχία γαληνιάση η καρδία μου εκ της ταραχής των μνημών, εξαποστέλλονταί μοι αεί τα κύματα της χαράς, τα εκ των ενθυμήσεων των έσω απροσδοκήτως ερχομένων εξαίφνης εις την τρυφήν της καρδίας μου. Και ηνίκα ταύτα τω της ψυχής μου προσεγγίσωσι πλοίω, βυθίζουσιν αυτήν εκ των ρημάτων του κόσμου και της ζωής της σαρκός εν τοις θαύμασι τοις αληθινοίς, εν τη ησυχία τη εν Θεώ. Και έτερος αύθις, η ησυχία, έλεξε, τάς προφάσεις και τάς αιτίας τάς καινουργούσας τους λογισμούς εκκόπτει και έσωθεν των τειχέων αυτής παλαιοί και μαραίνει τάς μνήμας των προλήψεων. Και όταν παλαιωθώσιν αι ύλαι αι παλαιαί εν τη διανοία, εις την εαυτού τάξιν στρέφεται ο νους, ευθύνων αυτάς. Και έτερος πάλιν είπε’ Τα μέτρα των κρυφίων σου εκ της των νοημάτων σου διαφοράς συνήσεις, των διηνεκών δε λέγω, ουχί των κινουμένων από του συμβεβηκότος και εν μια ώρα διαπορευομένων. Ουκ εστί τις σώμα φορών, όστις ουκ απαντά τω εαυτού οίκω απόδημος εκ των δυο αλλοιώσεων των αγαθών και των κακών ει μεν εστί σπουδαίος, εκ των ελαχίστων δια την φύσιν (οι πατέρες γαρ των τικτομένων εισί πατέρες). Ει δε εστί ράθυμος, εκ των υψηλών δια την ζύμην εκείνης της χάριτος, της γενομένης εν τη φύσει ημών. Και άλλος, έκλεξαι, έφη, σεαυτώ εργασίαν τρυφής, αγρυπνίαν διηνεκή την εν νυξίν, εν η απεδύσαντο οι πατέρες πάντες τον παλαιόν άνθρωπον και ηξιώθησαν του ανακαινισμού του νοός. Εν ταίς ώραις ταύταις αισθάνεται η ψυχή της ζωής εκείνης της αθανάτου και εν τη αισθήσει ταύτης αποδύεται το ένδυμα του σκότους και υποδέχεται το Πνεύμα το άγιον. Και έτερος πάλιν έλεξεν, ότι όταν τις ίδη όψεις διαφόρους και ακούση φωνάς πολυτρόπους παρηλλαγμένας της μελέτης εαυτού της πνευματικής, και ομιλή και συντυγχάνη μετά των τοιούτων, ου δύναται ευκαιρήσαι κατά διάνοιαν κατιδείν εαυτόν εν τω κρυπτώ και μνημονεύσαι των αμαρτιών εαυτού, καθαίρειν τε τους εαυτού λογισμούς και προσέχειν προς τα επερχόμενα αυτώ και ομιλήσαι κρυπτώς εν τη ευχή. Και πάλιν. Το υποτάξαι τάς αισθήσεις ταύτας υπό την εξουσίαν της ψυχής εκτός της ησυχίας και της αλλοτριώσεως των ανθρώπων, ου δυνατόν. Διότι εν αυταίς συνηνωμένη και συνημμένη υποστατικώς η νοερά ψυχή και μετά των εαυτής λογισμών ακούσα καθέλκεται, εάν μη ο άνθρωπος εγρήγορος γένηται εν τη προσευχή τη κρυπτή. Και πάλιν. Ω πώς η εγρήγορσις εν τω εαυτής εξυπνισμώ συν τη ευχή και τη αναγνώσει τρυφήν εμποιεί και ευφραίνει και χαροποιεί και καθαιρεί την ψυχήν. Ούτοι μάλιστα γινώσκουσι ταύτα οι εν αυτοίς εν παντί καιρώ της ζωής εαυτών συναναστρεφόμενοι και πολιτευόμενοι εν τη ακριβεστάτη ασκήσει. Συ ουν, ω άνθρωπε ο αγαπών την ησυχίαν, θου τα νεύματα τα εκ της γνώμης των λόγων των πατέρων έμπροσθεν σου, ως σκοπον τίνα, και προς τον πλησιασμόν αυτών εύθυνον τον δρόμον σου της εργασίας. Και προ πάντων σοφίσθητι, ποιόν εστίν όπερ μάλιστα καθήκει συμφωνείν τω σκοπώ της εργασίας σου. Εκτός γαρ τούτων γνώναι την γνώσιν της αληθείας ου δύνασαι συ. Και εν αυτοίς σπούδασαν υπερεκπερισσού δείξαι την καρτερίαν σου. Η σιωπή μυστήριον εστί του αιώνος του μέλλοντος, οι δε λόγοι όργανον εισί τούτου του κόσμου. Άνθρωπος νηστευτής τη φύσει, πνευματική πειράται την ψυχήν εαυτού αφομοιώσαι εκ τε της σιωπής και της αδιαλείπτου νηστείας. Όταν αφορίζηται ο άνθρωπος εν τη εργασία εαυτού τη θεϊκή, διαμένων εν τω κρυπτώ εαυτού, εν τούτοις τοις μυστηρίοις τελειούται. Και η λειτουργία αυτού πεπληρωμένη των θείων μυστηρίων και έξ εκείνων των αοράτων δυνάμεων και του αγιασμού εκείνης της εξουσίας της κυρίας των κτισμάτων. Και είπερ τίνες αφωρίσθησαν εν καιρώ εισελθείν των θείων μυστηρίων εντός, εν τη σφραγΐδι ταύτη εσημειώθησαν. Και τισιν εξ αυτών τα κρυπτά τα κρυβέντα εν τη σιωπή του Κυρίου τη αποκρύφω προς ανακαινισμόν των εν μέσω, φανερώσαι ενεπιστεύθησαν ουδέ γαρ έπρεπεν εν γαστρί πεπληρωμένη και νοΐ πεφυρμένω εκ της ακρασίας διανονηθήναι τα τοιαύτα μυστήρια. Και οι άγιοι δε ουκ ήσαν κατατολμώντες της ομιλίας της προς τον Θεόν, ουδέ προς τα κρυπτά των μυστηρίων εαυτούς ανύψουν, ει μη εν ασθενεία των μελών και ωχριάσει της χροιάς και της εκ του πόθου της πείνης και νου του ησύχου και εν τη αποταγή πάντων των λογισμών των γηίνων. Όταν εν καιρώ μακρώ εν τω σώ κελλίω εν έργοις κόπου και φυλακής των κρυπτών και τη συστολή των αισθήσεων εκ πάσης απαντήσεως επισκίαση σοι η δύναμις της ησυχίας, πρώτον μεν απαντάς χαρά τη εκτός αιτίας κατακρατούση εν καιρώ και καιρώ εν τη ψυχή σου, και τότε ανοίγονται οι οφθαλμοί σου του ιδείν την ισχύν της κτίσεως του Θεού και το κάλλος των κτισμάτων κατά το μέτρον της καθαρότητας σου. Και όταν ο νους οδηγηθή εν θαύματι της θεωρίας ταύτης, τότε και η νυξ και η ημέρα εν έσται αυτώ εν τοις θαύμασι τοις ενδόξοις των κτισμάτων του Θεού. Και εντεύθεν κλέπτεται εξ αυτής της ψυχής η αίσθησις των παθών εν τη ηδονή της θεωρίας ταύτης. Και εν αυτή εισέρχεται εις τους δύο βαθμούς των αποκαλύψεων των νοητών, τους όντας εν τη τάξει τη μετά ταύτην, εκ της καθαρότητος και επάνω. Ο Θεός αξιώσειεν ημάς αυτών. Αμήν.