Στὴν πνευματικὴ καθημερινότητα τῆς Ἐκκλησίας συναντᾶμε τακτικὰ τὴν πρακτικὴ τοῦ τάματος· πρόκειται γιὰ μιὰ ἐκούσια ὑπόσχεση ἢ ἀφιέρωση πρὸς τὸν Θεό, ποὺ συχνὰ ἐκφράζεται μὲ τὴ μορφὴ κεριοῦ, μικροῦ ἀφιερώματος, ἐλεημοσύνης ἢ ταξίματος σὲ κάποιο προσκύνημα. Πολλοὶ πιστοὶ νιώθουν τὴν ἀνάγκη νὰ τάξουν κάτι στὸν Θεὸ ὡς εὐχαριστία γιὰ μιὰ εὐεργεσία, ἢ συνοδεύοντας μιὰ θερμὴ προσευχή. Ὡστόσο, γύρω ἀπὸ τὸ τάμα συχνὰ πλανιέται μιὰ σύγχυση: ἆραγε ἀποτελεῖ γνήσια ἔκφραση εὐλάβειας ἢ μήπως κρύβεται μιὰ λανθάνουσα «συναλλαγὴ» μὲ τὸν Θεό; Τὸ παρὸν ἄρθρο ἐπιχειρεῖ νὰ φωτίσει τὸ ὀρθόδοξο νόημα τοῦ τάματος, νὰ διακρίνει τὴ γνήσια εὐλάβεια ἀπὸ τὴ δεισιδαιμονία, καὶ νὰ προτείνει μιὰ ποιμαντικὴ στάση ποὺ δὲν ἀπορρίπτει ἀλλὰ κατευθύνει τὴ βαθιὰ ριζωμένη αὐτὴ συνήθεια τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ.

Βιβλικὲς καταβολές: εὐχὴ καὶ ἀφιέρωμα στὴν Παλαιὰ καὶ Καινὴ Διαθήκη

Ἡ πράξη τῆς ἀφιέρωσης στὸν Θεὸ δὲν εἶναι ἄγνωστη στὴ βιβλικὴ ἱστορία. Στὸ βιβλίο τῆς Γενέσεως, μετὰ τὸ ὄνειρο τῆς κλίμακος, ὁ Ἰακὼβ ἔταξε νὰ τιμᾷ τὸν τόπο ἐκεῖνο ὡς οἶκο Θεοῦ, νὰ προσφέρει δεκάτη καὶ νὰ ἀφιερώσει τὴ ζωή του στὸν Κύριο (Γεν. 28,20-22). Δὲν ἐπρόκειτο γιὰ ἀνταλλαγὴ μὲ τὴ θεία εὔνοια, ἀλλὰ γιὰ μιὰ προσωπικὴ δέσμευση ἀπέναντι στὸν Θεὸ ποὺ ἀποκαλύφθηκε, ἕνα ἄνοιγμα σχέσης ποὺ σφραγίστηκε ἀπὸ εὐγνωμοσύνη καὶ προσδοκία.

Στὴν Καινὴ Διαθήκη, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἐμφανίζεται νὰ ἔχει τάμα: στὶς Κεγχρεὲς κούρεψε τὰ μαλλιά του ἐκπληρώνοντας μιὰ ὑπόσχεση (Πράξ. 18,18), καὶ ἀργότερα στὰ Ἱεροσόλυμα συμμετεῖχε σὲ τελετὴ εὐχῶν στὸ ἱερὸ (Πράξ. 21,23-24). Τὰ γεγονότα αὐτὰ δείχνουν ὅτι τὸ τάμα ἦταν ἐνταγμένο στὴν πρώιμη χριστιανικὴ πρακτική, χωρὶς νὰ θεωρεῖται μαγικὸ μέσο· ὄχι γιὰ νὰ δεσμεύσει κανεὶς τὸν Θεό, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἐκφράσει μιὰ προσωπικὴ ἀφιέρωση. Ἀκόμη, ἡ γνωστὴ προτροπὴ τοῦ Κυρίου γιὰ τὶς εὐχὲς καὶ τοὺς ὅρκους (Ματθ. 5,33-37) μᾶς καλεῖ νὰ μὴν προσπαθοῦμε νὰ «ἐξασφαλίσουμε» τὴ θεία ἐπέμβαση μὲ λόγια ποὺ ἐκβιαστικὰ προσκομίζουν τὸ θεῖο ὄνομα, ἀλλὰ νὰ ζοῦμε στὴν ἀλήθεια τῆς σχέσης. Δὲν ἀντιμετωπίζει, λοιπόν, τὸ τάμα καθαυτό, ἀλλὰ τὴ λανθασμένη διάθεση ποὺ μπορεῖ νὰ κρύβεται πίσω ἀπό μιὰ νομικιστικὴ ἀντίληψη τῆς εὐχῆς.

Τί σημαίνει «τάμα» στὴν ὀρθόδοξη πνευματικότητα

Στὴν ὀρθόδοξη παράδοση, τάμα εἶναι ἡ ἐλεύθερη ἀφιέρωση ἑνὸς ὑλικοῦ στοιχείου (κερί, χρυσαφικό, κόλλυβα, προσφορά) ἢ μιᾶς πράξης (προσκύνημα, νηστεία, ἐλεημοσύνη) πρὸς τιμὴν τοῦ Θεοῦ, συνήθως ὡς εὐχαριστία γιὰ μιὰ δωρεὰ ἢ σὲ συνδυασμὸ μὲ θερμὴ προσευχή. Τὸ βασικὸ γνώρισμά του εἶναι ἡ ἐθελούσια κίνηση: κανεὶς δὲν ἐξαναγκάζεται νὰ τάξει, οὔτε κἄν ἀπὸ τυποποιημένες εὐταξίες. Ἡ χριστιανικὴ ζωὴ ἀγκαλιάζει τὴν προσφορὰ ὑλικῶν δώρων στὸν ναὸ καὶ τοὺς φτωχούς, μὲ τὴ συνείδηση ὅτι «τοῦ Κυρίου γῆ καί τό πλήρωμα αὐτῆς» (Ψαλμ. 23,1), καὶ κάθε ἀγαθὸ ἐπιστρέφεται στὸν Δοτῆρα του μέσα ἀπὸ μιὰ χειρονομία εὐγνωμοσύνης.

Παρόλα αὐτά, τὸ τάμα δὲν εἶναι ποτὲ «πληρωμὴ» μιᾶς αἰτηθεῖσας χάριτος. Δὲν προσφέρεται γιὰ νὰ ἐξαναγκάσει τὸν Θεό, διότι ὁ Θεὸς δὲν δεσμεύεται ἀπὸ ἀνθρώπινες πράξεις· ἐνεργεῖ πάντοτε μὲ τὴ θεία Του ἐλευθερία. Τὸ ὑλικὸ ἀφιέρωμα ἀποκτᾶ νόημα μόνο ὡς σημεῖο μιᾶς βαθύτερης κίνησης τῆς καρδιᾶς: μετανοίας, εὐγνωμοσύνης, ἀφιέρωσης τοῦ ἑαυτοῦ μας. Ἔτσι, ἕνα κερὶ στὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας ἢ ἕνα χρυσαφικὸ ποὺ κοσμεῖ μιὰ ἱερὴ εἰκόνα γίνεται κραυγὴ εὐχαριστίας μικροῦ παιδιοῦ πρὸς τὸν Πατέρα του. Τὸ ζητούμενο δὲν εἶναι νὰ «δοθεῖ κάτι» στὸν Θεό, ἀλλὰ νὰ ἐκφραστεῖ μιὰ σχέση ποὺ ἤδη ζωογονεῖται ἀπὸ τὴν ἀγάπη Του.

Εὐλάβεια ἢ δεισιδαιμονία; Διακρίνοντας τὴ διαφορὰ

Στὸν διάλογο γιὰ τὸ τάμα, λέξεις-κλειδιὰ εἶναι ἡ εὐλάβεια καὶ ἡ δεισιδαιμονία. Εὐλάβεια στὴν ὀρθόδοξη γλώσσα σημαίνει τὸν ἁγνὸ σεβασμό, τὴ συνετὴ προσοχὴ στὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ, τὴ στάση ἐκείνη ποὺ ἀναγνωρίζει τὴ θεία μεγαλωσύνη χωρὶς νὰ προσπαθεῖ νὰ τὴ χειριστεί. Ἡ εὐλάβεια βαδίζει μὲ πίστη στὴν ἐλευθερία καὶ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ· δέχεται εὐγνώμων τὴν κάθε δωρεά, καὶ ταπεινὰ ἀφιερώνει, ὑποτάσσοντας τὸ θέλημά της στὸ θέλημα Ἐκείνου. Ἕνα τάμα προσφερμένο μὲ αὐτὸ τὸ φρόνημα γίνεται σύμβολο μετανοίας καὶ εὐγνωμοσύνης· κάνει χειροπιαστὴ τὴν προσευχὴ καὶ δίνει σάρκα στὸν πόθο τῆς καρδιᾶς.

Ἀντίθετα, ἡ δεισιδαιμονία κινεῖται σὲ ἄλλη σφαίρα. Πρόκειται γιὰ τὴ μαγικὴ ἀντίληψη ποὺ πιστεύει ὅτι μιὰ συγκεκριμένη πράξη μπορεῖ νὰ ἐξαναγκάσει τὴ θεότητα νὰ πράξει κατὰ τὶς ἐπιθυμίες τοῦ ἀνθρώπου. Στὸ πλαίσιο τῶν ταμάτων, ἡ δεισιδαιμονία φανερώνεται ὅταν κάποιος σκέφτεται: «Τάζω τόσα χρήματα ἢ κεριά, ἄρα ὁ Θεὸς ὑποχρεοῦται νὰ κάνει ἐκεῖνο ποὺ ζητῶ», κίνηση ποὺ συχνὰ συνοδεύεται ἀπὸ ἀδιαφορία γιὰ τὴ μετάνοια, τὴ συγχώρηση ἢ τὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας. Ἐδῶ γίνεται σύγχυση τοῦ ὑλικοῦ μὲ τὴ χάρη: μπερδεύεται ἡ ἐξωτερικὴ προσφορὰ μὲ τὴ μυστικὴ δύναμη, λησμονώντας ὅτι «Πνεῦμα ὁ Θεός, καὶ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτὸν ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν» (Ἰωάν. 4,24). Ἡ δεισιδαιμονία, συνεπῶς, ἀδειάζει τὸ τάμα ἀπὸ τὴ σχέση ἐμπιστοσύνης καὶ τὸ μετατρέπει σὲ ψυχρὴ συναλλαγή.

Ἡ φωνὴ τῆς Ἐκκλησίας: Ζ´ Οἰκουμενικὴ καὶ ἡ ποιμαντικὴ διάκριση

Ἡ Ἐκκλησία, μὲ τὴ σοφία της, ποτὲ δὲν ἀπέρριψε συλλήβδην τὰ τάματα, ποτὲ δὲν εἶπε «μὴ τάζετε». Ὅμως, φρόντισε ἐγκαίρως νὰ διαφυλάξει τοὺς πιστοὺς ἀπὸ τὶς κακοδοξίες. Οἱ κανόνες τῆς Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καταδικάζουν τὴ δεισιδαιμονία καὶ τὴν «αἰσχροκέρδεια» στὴν τιμὴ τῶν ἱερῶν, ὄχι γιὰ νὰ περιστείλουν τὴν εὐλάβεια, ἀλλὰ γιὰ νὰ προστατεύσουν τὴν ἀληθινή της φύση. Στὸ πλαίσιο τῆς διαμάχης γιὰ τὶς ἅγιες εἰκόνες, κατέστη σαφὲς ὅτι ἡ τιμὴ ποὺ ἀποδίδεται στὸ εἰκόνισμα περνᾶ στὸ πρωτότυπο, δηλαδὴ στὸ ἱερὸ πρόσωπο ποὺ ἀπεικονίζεται, καὶ ὄχι σὲ κάποια μαγικὴ δύναμη ποὺ κατοικεῖ στὸ ξύλο ἢ στὸ χρῶμα. Ἀνάλογα, ἕνα τάμα ποὺ προσφέρεται σὲ μιὰ εἰκόνα ἢ σὲ ἕνα ἱερὸ λειψανοφόρο, τιμᾶ τὸν ἅγιο ἤ τὸν Θεό, χωρὶς νὰ σημαίνει ὅτι μετατρέπεται σὲ μηχανισμὸ «αὐτόματης» εὐλογίας.

Ἡ ἴδια συνείδηση ἐπιμένει στὴ διάκριση μεταξὺ προσφορᾶς ποὺ καθαρίζει τὴν καρδιὰ καὶ προσφορᾶς ποὺ ἐξυπηρετεῖ ἁπλῶς συμφέροντα. Ὅταν ἕνας πιστὸς φέρνει στὸν ναὸ ἕνα ἀφιέρωμα μὲ συντριβὴ γιὰ τὶς ἁμαρτίες του, ἢ μὲ δάκρυα εὐγνωμοσύνης γιὰ μιὰ θεραπεία, τότε ἐκείνη ἡ πράξη «εὐωδιάζει» στὸν Θεό. Ἀντίθετα, ἡ προσπάθεια νὰ «ἀγοράσουμε» τὴ χάρη, ἢ νὰ κερδοσκοπήσουμε ἐπικαλούμενοι ἱερὰ αἴτια, βρίσκεται ὑπὸ κατάκριση, ὄχι ἐπειδὴ ἡ προσφορὰ καθαυτὴ εἶναι κακή, ἀλλὰ ἐπειδὴ βλασφημεῖ τὴ δωρεὰ τοῦ Θεοῦ. Μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο, ἡ Ἐκκλησία ἀναζητεῖ διαρκῶς νὰ «καθαρίζει» τὶς πρακτικές μας, χωρὶς νὰ τὶς ἀποστερεῖ ἀπὸ τὸν λαό της.

Ποιμαντικὴ προσέγγιση: νὰ κατευθύνουμε, ὄχι νὰ ἀπορρίψουμε

Σὲ πολλὲς ἐνορίες, ὁ ποιμένας συναντᾶ πιστοὺς ποὺ ἔρχονται μὲ τάματα, κάποτε ἀπλοϊκά, κάποτε συγκεχυμένα. Θὰ ἦταν λάθος νὰ περιφρονηθεῖ ἡ πράξη τους ἢ νὰ παρουσιάζεται μονομερῶς ὡς προληπτικὴ κακοήθεια. Τις περισσότερες φορές, πίσω ἀπὸ ἕνα κερὶ ἢ μιὰ ὑπόσχεση προσκυνήματος κρύβεται γνήσια εὐλάβεια, ἀνάγκη γιὰ ἐπικοινωνία μὲ τὸν Θεό, ἐμπιστοσύνη στὴ βοήθειά Του. Ὁ σύγχρονος ποιμένας καλεῖται νὰ ἀγκαλιάσει μὲ σεβασμὸ αὐτὴ τὴ λαϊκὴ εὐσέβεια, παρέχοντας ἁπαλὰ τὴν ἀπαραίτητη κατήχηση, ὥστε τὸ τάμα νὰ ἀποκτήσει βαθύτερο πνευματικὸ πρόσημο.

Ἡ κατήχηση μπορεῖ νὰ τονίζει ὅτι κάθε τάμα ἀποτελεῖ εὐκαιρία γιὰ μετάνοια: «Μαζὶ μὲ τὸ κεράκι ποὺ ἀνάβεις, ἄναψε καὶ τὴ φλόγα τῆς καρδιᾶς σου», μπορεῖ νὰ προτρέπει ὁ πνευματικός. Ἡ Ἐκκλησία ποτὲ δὲν δίδαξε τὴ «συναλλαγή», ἀλλὰ πάντοτε ὑπέδειξε πὼς ὁ Θεὸς δέχεται τὰ δῶρα μας μόνο στὸ πλαίσιο μιᾶς ζωντανῆς σχέσης, ποὺ θεμελιώνεται στὴν ταπείνωση καὶ τὴν ἐμπιστοσύνη. Μποροῦμε, λοιπόν, νὰ βοηθήσουμε τοὺς ἀνθρώπους νὰ μετακινοῦνται ἀπὸ μιὰ νομικίστικη ἀντίληψη («ἔταξα, ἄρα θὰ μοῦ τὸ δώσεις») σὲ μιὰ φιλόθεη στάση («νὰ σ’ εὐχαριστῶ, Κύριε, γιὰ ὅ,τι μοῦ δίνεις, καὶ νὰ σοῦ προσφέρω ἕνα δεῖγμα τῆς εὐγνωμοσύνης μου»).

Στὴν πράξη, κανένα τάμα δὲν ἀπαγορεύεται κατηγορηματικά· μάλιστα, ὁ ἴδιος ὁ Κύριος τίμησε τὴ χήρα ποὺ πρόσφερε τοὺς δύο ὀβολούς (Μάρκ. 12,41-44). Ἡ δωρεὰ ἐκείνη ἦταν μικρὴ μπροστὰ στὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ στὸν Θεὸ ἄξιζε μύριες δωρεές, διότι ἔβγαινε ἀπὸ καρδιὰ γεμάτη πίστη. Ἀκριβῶς σ’ αὐτὴ τὴ λογική, τὸ τάμα μπορεῖ νὰ γίνει μιὰ πνευματικὴ ἄσκηση: ζωογονήστε το μὲ προσευχή, νηστεία, ἐξομολόγηση, καὶ θὰ δεῖτε νὰ μεταμορφώνεται σὲ ζωντανὴ μαρτυρία πίστεως.

Ἀντὶ ἐπιλόγου

Τὸ τάμα, σωστὰ βιωμένο, δὲν ὑποβιβάζει τὴ σχέση μὲ τὸν Θεὸ σὲ δοσοληψία· ἀντίθετα, γίνεται γλώσσα ταπείνωσης, ποὺ κάνει χειροπιαστὴ τὴν εὐγνωμοσύνη. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, σοφὴ καὶ ταπεινή, ποτὲ δὲν κατηγόρησε τὸν λαὸ ποὺ τρέχει ν’ ἀνάψει ἕνα κερί· ἁπλὰ φώτισε νὰ μὴν ξεχνᾶμε πὼς ἡ φλόγα ποὺ εὐφραίνει τὸν Θεὸ εἶναι κυρίως ἐκείνη ποὺ καίει μέσα μας. Ἡ πνευματικὴ ζωὴ κορυφώνεται στὴν υἱοθεσία, στὴν ἐλεύθερη σχέση ποὺ μᾶς κάνει νὰ φωνάζουμε «Ἀββᾶ, ὁ Πατήρ» (Ρωμ. 8,15), ὄχι σὲ μιὰ συναλλαγὴ χρέους. Ἔτσι, κάθε τάμα προσφέρεται ὡς καρπὸς τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς ἀγάπης, μεταμορφώνοντας τὴν προσδοκία μας σὲ δοξολογικὴ κραυγή: «δόξα σοι τῷ δείξαντι τὸ φῶς», διότι Αὐτὸς μᾶς χάρισε ἤδη τὸ πᾶν, καὶ ἐμεῖς ἁπλῶς τοῦ ἐπιστρέφουμε λίγα ἀπὸ τὴ μεγάλη Του καλοσύνη.