Στοὺς κόλπους τῆς ἀρχαίας εἰδωλολατρίας ἔζησαν ἄνθρωποι ποὺ ἀναζητοῦσαν κάτι ἀνώτερο ἀπὸ τοὺς Ὀλύμπιους θεούς. Ἀνάμεσά τους ξεχωρίζουν αἱ λεγόμεναι Σίβυλλες, θηλυκὲς μορφὲς ποὺ ἡ ἑλληνορωμαϊκὴ παράδοση ἀνεγνώριζε ὡς κατεχόμενες ἀπὸ θεϊκὴ ἔκσταση καὶ ἱκανὲς νὰ προλέγουν μελλοντικὰ γεγονότα. Ἡ ἱστορία τῶν κειμένων ποὺ φέρουν τὸ ὄνομά τους εἶναι διδακτικὴ καὶ ἀπαιτεῖ νηφαλιότητα — ἀρετὴ ποὺ οὐδέποτε περίσσεψε στοὺς ἐπικαλουμένους τοὺς Χρησμοὺς ἀνεξέλεγκτα.
Αἱ ἀρχαῖαι Σίβυλλαι
Τὸ ὄνομα «Σίβυλλα» — ἡ ἐτυμολογία παραμένει ἀβέβαιη — ἐδήλωνε τὴν ἔκστατη μάντισσα, τὴν γυναίκα ποὺ μιλοῦσε «ἐν πνεύματι» γιὰ τὰ τοῦ μέλλοντος. Ἡ παράδοση ἀριθμεῖ δέκα κυριοτέρας Σιβύλλας — ἀπὸ τὴν Ἐρυθραία καὶ τὴν Περσικὴ ὡς τὴν Λιβυκή — ἀλλὰ ἡ πλέον γνωστὴ εἶναι ἡ Κυμαία, ἡ Σίβυλλα τῆς Κύμης τῆς Καμπανίας, τῆς ὁποίας τὸ σπήλαιο πλησίον τῆς Νεαπόλεως ἀνασκάφη τὸν εἰκοστὸ αἰώνα. Κατὰ τὴν λατινικὴ παράδοση, αὐτὴ ἡ Κυμαία εἶχε κάποτε προσφέρει στὸν ἡγεμόνα Ταρκύνιο ἐννέα τόμους χρησμῶν· ἐπειδὴ ἐκεῖνος ἠρνήθη νὰ πληρώσει τὸ αἰτούμενο, αὐτὴ κατέκαψε τοὺς τρεῖς πρώτους, εἶτα ἄλλους τρεῖς, ἕως ὅτου ἀγόρασε τοὺς ὑπολοίπους ἀντὶ τῆς ἀρχικῆς τιμῆς.
Τὰ Σιβυλλικὰ Βιβλία (Libri Sibyllini) τῆς Ρώμης διαφυλάσσονταν στὸ Καπιτώλιο καὶ ἀνεγιγνώσκοντο ἀπὸ εἰδικοὺς ἱερεῖς μόνον ἐπὶ ἐθνικῶν ἐκτάκτων ἀναγκῶν — σεισμῶν, ἐπιδημιῶν, πολέμων. Κάηκαν στὴν πυρκαγιὰ τοῦ 83 π.Χ. καὶ ἀντικαταστάθηκαν ἀπὸ νέα συλλογή, ἕως ὅτου, κατὰ τὴν παράδοση, καταστράφηκαν ὁριστικὰ στὶς ἀρχὲς τοῦ πέμπτου μ.Χ. αἰώνα. Κανένα ἀπὸ αὐτὰ τὰ ρωμαϊκὰ κείμενα δὲν σώζεται.
Οἱ «Σιβυλλικοὶ Χρησμοὶ» ὡς ψευδεπίγραφον κείμενον
Αὐτὸ ποὺ σήμερα γνωρίζουμε ὡς Σιβυλλικοὺς Χρησμοὺς — βιβλία ἑλληνικῶν ἑξαμέτρων — δὲν εἶναι τὰ ρωμαϊκὰ Σιβυλλικὰ Βιβλία. Πρόκειται γιὰ ἕνα ψευδεπίγραφο κείμενο ποὺ συνετέθη καὶ ἐπανειλημμένως παρεμβλήθη ἀπὸ Ἑλληνιστὲς Ἰουδαίους (κυρίως κατὰ τοὺς αἰῶνες 2ο π.Χ. – 1ο μ.Χ.) καὶ ἀργότερα ἀπὸ Χριστιανούς. Οἱ συντάκτες ἔβαλαν στὸ στόμα τῆς Σιβύλλης μονοθεϊστικὰ κηρύγματα, αἰνιγματικὲς ἀναφορὲς στὸν Μωυσὴ καὶ ἐν τέλει ρητὲς μεσσιανικὲς προρρήσεις. Ἡ κριτικὴ ἔκδοση τοῦ Johannes Geffcken, «Die Oracula Sibyllina» (1902), ποὺ ἀνήκει πλέον στὸ δημόσιο πεδίο, ἔχει ἀναδείξει μὲ φιλολογικὴ λεπτομέρεια τὰ στρώματα συνθέσεως καὶ τὶς μεταγενέστερες παρεμβολές. Δὲν ὑπάρχει πλέον σοβαρὴ ἀμφισβήτηση τῆς ψευδεπίγραφης φύσεώς τους.
Εἶναι λοιπὸν τὰ κείμενα αὐτὰ ἀπατηλά; Ἀκριβέστερα: εἶναι προϊόντα μιᾶς συγκεκριμένης ἀπολογητικῆς στρατηγικῆς — τοῦ νὰ ἐνδύσουν τὴν μονοθεϊστικὴ ἀλήθεια μὲ τὴν γνωστὴ σὲ εἰδωλολάτρες «σιβυλλικὴ» αὐθεντία, ὥστε νὰ τὴν παρουσιάσουν ὡς αὐθεντικὴ «ἐθνικὴ» μαρτυρία.
Οἱ ἀπολογητὲς καὶ ἡ Σίβυλλα
Οἱ πρῶτοι Χριστιανοὶ ἀπολογητὲς υἱοθέτησαν μὲ ἐνθουσιασμὸ αὐτὴ τὴν μαρτυρία. Ὁ Θεόφιλος Ἀντιοχείας (2ος αἰ.) ἐπικαλεῖται τὴν Σίβυλλα δίπλα στοὺς προφῆτες ὡς παράλληλη φωνὴ ἀληθείας ἀπὸ τὸν εἰδωλολατρικὸ κόσμο. Ὁ Κλήμης ὁ Ἀλεξανδρεύς, ἐπιχειρηματολογῶντας ὅτι ἡ ἑλληνικὴ σκέψη εἶχε δεχθεῖ «σπέρματα τοῦ Λόγου», παρατηρεῖ ὅτι καὶ ἡ Σίβυλλα ἀνήκει σὲ μία παράδοση ποὺ ψηλαφεῖ τὸ θεῖον. Ὁ Λακτάντιος (3ος–4ος αἰ.), ὁ πλέον ἐκτενής, ἀφιερώνει στοὺς Σιβυλλικοὺς Χρησμοὺς σημαντικὸ χῶρο στὶς «Θεῖες Διδαχές» του (Divinae Institutiones), παραθέτοντας ἀποσπάσματα ποὺ τὰ θεωρεῖ αὐθεντικὰ εἰδωλολατρικὰ μαντεῖα.
Ἡ δυτικὴ ἠχὼ αὐτῆς τῆς παραδόσεως ἔφτασε μέχρι τὸν μεσαιωνικὸ ὕμνο «Dies Irae», ὅπου ὁ ποιητὴς ἀναφωνεῖ «teste David cum Sibylla» — «μὲ μάρτυρες τὸν Δαυῒδ καὶ τὴν Σίβυλλα» — ἐντάσσοντας τὴν Σίβυλλα στὸ ἴδιο ἐπίπεδο μὲ τὸν βιβλικὸ προφήτη ὡς κοσμικὲς μαρτυρίες τῆς ἐσχατολογικῆς κρίσεως. Αὐτὴ ἡ δυτικὴ λεπτομέρεια, ἐνδεικτικὴ τοῦ πόσο βαθιὰ εἶχε διεισδύσει ἡ σιβυλλικὴ ἀπολογητικὴ στὴ χριστιανικὴ φαντασία, παραμένει ἄγνωστη στὴν Ὀρθόδοξη λατρευτικὴ παράδοση.
Ἡ νηφαλία κρίση τῆς Ἐκκλησίας
Ἡ Ἐκκλησία δὲν ἔλαβε ποτὲ τοὺς Σιβυλλικοὺς Χρησμοὺς ὡς Γραφὴ ἢ ὡς κανόνα πίστεως. Δὲν ἀναφέρονται σὲ κανέναν ἐπίσημο κατάλογο Βιβλίων, δὲν ἐχρησιμοποιήθησαν στὴ λατρεία, δὲν ἀπεφάνθη καμία Σύνοδος ὑπὲρ αὐτῶν. Ἡ σύγχρονη πατρολογία καὶ βιβλικὴ φιλολογία ἀντιμετωπίζει τὰ κείμενα αὐτὰ ἀκριβῶς ὡς αὐτὸ ποὺ εἶναι: μία σύνθετη, πολυεπίπεδη συλλογὴ ψευδεπίγραφων κειμένων ποὺ ἀποκαλύπτει τὴν ἀπολογητικὴ στρατηγικὴ τοῦ ἑλληνιστικοῦ Ἰουδαϊσμοῦ καὶ τῆς πρωτοχριστιανικῆς κοινότητος, ὄχι αὐθεντικὰ εἰδωλολατρικὰ μαντεῖα.
Αὐτὴ ἡ νηφαλιότης εἶναι ἀπαραίτητη. Ὅποιος σήμερα ἐπικαλεῖται τοὺς «Σιβυλλικοὺς Χρησμοὺς» ὡς ἀδιαμφισβήτητη προφητεία ὑπὲρ τοῦ Χριστιανισμοῦ πέφτει σὲ δύο παγίδες: εἴτε ἀγνοεῖ τὴν κριτικὴ φιλολογία, εἴτε ἑκουσίως τὴν ὑπερβαίνει. Ἡ ψευδοπροφητεία — ἀκόμα καὶ σὲ εὐσεβεῖς σκοπούς — παραμένει ψευδοπροφητεία, καὶ ἡ Ἐκκλησία πάντοτε τὴν ἀπέρριπτε. Στὴν εὐρύτερη Ἀπολογητικὴ αὐτὸ εἶναι θεμελιῶδες: δὲν χρειαζόμαστε ψευδοαποδείξεις· ἡ ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου στέκεται μόνη της.
Σπέρματα τοῦ Λόγου καὶ ὅρια τῆς ἐθνικῆς μαρτυρίας
Αὐτὸ ὅμως δὲν σημαίνει πὼς ἡ ἐπίκληση εἰδωλολατρικῶν μαρτύρων ἦταν ἐντελῶς ἄτοπη. Ἡ πατερικὴ θεολογία τοῦ «σπερματικοῦ Λόγου» — ποὺ ἀναπτύσσει ὁ Ἰουστῖνος ὁ Φιλόσοφος καὶ ἐπεκτείνει ὁ Κλήμης — διδάσκει ὅτι ὁ Θεὸς δὲν ἄφησε τὰ ἔθνη ἐντελῶς ἀμάρτυρα. Τὸ φυσικὸ φῶς τῆς λογικῆς, ἡ ἠθικὴ συνείδηση, ἀκόμα καὶ ἡ λαχτάρα γιὰ τὸ θεῖον ποὺ ἐκφράζεται μέσα ἀπὸ τοὺς μύθους — ὅλα αὐτὰ εἶναι «σπέρματα» ἀληθείας ποὺ ὁ Λόγος σκόρπισε στὴν ἀνθρωπότητα πρὶν ἀπὸ τὴν πλήρη αὐτοαποκάλυψή Του. Ὑπ’ αὐτὴ τὴν ἔννοια, ἡ ἀναζήτηση τῶν ἀρχαίων ἀπολογητῶν γιὰ «εἰδωλολατρικοὺς μάρτυρες» εἶχε θεολογικὴ λογική — ἔσφαλλαν κυρίως στὸ νὰ δέχονται ἀνεξέλεγκτα ψευδεπίγραφα ὡς αὐθεντικά.
Τὸ ζήτημα τῶν Σιβυλλῶν μᾶς ὑπενθυμίζει ὅτι ἡ ἀπολογητικὴ δὲν εἶναι ἀναζήτηση «χρήσιμων ψεμάτων». Ἡ Ἐκκλησία δὲν ἐδίστασε νὰ χρησιμοποιεῖ τὴ λογική, τὴν ἱστορία, καὶ ἀκόμα τὴν ἐκτὸς Βίβλου φιλοσοφικὴ παράδοση — ἀλλὰ πάντοτε μὲ πιστοποιημένα δεδομένα, ὄχι μὲ ψευδεπίγραφους χρησμούς. Ὁ εἰλικρινὴς ἐρευνητὴς ποὺ μελετᾷ σήμερα τοὺς Σιβυλλικοὺς Χρησμοὺς ἀνακαλύπτει κάτι πολύτιμο — ὄχι τὴν «ἐθνικὴ ἐπιβεβαίωση» ποὺ ἤλπιζαν οἱ ἀρχαῖοι ἀπολογητές, ἀλλὰ τὴν εἰκόνα μιᾶς κοινότητος ποὺ ἀγωνιζόταν παθιασμένα νὰ μιλήσει γιὰ τὸν ἕνα Θεὸν στὸν κόσμο τῶν πολλῶν θεῶν. Αὐτὸ τὸ πάθος εἶναι ἀξιοθαύμαστο· ἡ μέθοδος ποὺ ἐπιλέχθηκε, ὄχι ἐπαινετέα.