Κυκλοφορούν ευρέως — σε βίντεο, φυλλάδια και ιστοσελίδες προτεσταντικής απολογητικής — αφηγήσεις του τύπου «επισκέφθηκα μια ορθόδοξη εκκλησία και να τι είδα»: προσκυνήματα και ασπασμοί εικόνων, τρίωρη λατρεία με ψαλμωδία και θυμίαμα, κοινωνία νηπίων, ιερέας που μιλά για τη «μία αληθινή Εκκλησία». Από την περιγραφή αναδύεται πάντοτε ο ίδιος κατάλογος «κατηγοριών»: ότι η προσκύνηση των εικόνων είναι αντιβιβλική, ότι η Παράδοση νοθεύει τον λόγο του Θεού, ότι η Ευχαριστία είναι απλή ανάμνηση, ότι η σωτηρία «διά των μυστηρίων» αναιρεί τη δικαίωση διά της πίστεως, και ότι το αρχαίο δεν σημαίνει αποστολικό.
Οι ενστάσεις αυτές δεν είναι καινούργιες. Είναι οι ίδιες που έθεσαν οι Λουθηρανοί θεολόγοι της Τυβίγγης στον Οικουμενικό Πατριάρχη Ιερεμία Β΄ τον Τρανό ήδη από το 1573-1581, και στις οποίες εκείνος απάντησε με τρεις εκτενείς δογματικές αποκρίσεις. Τετρακόσια πενήντα χρόνια μετά, αξίζει να απαντηθούν ξανά — όχι με θυμό, αλλά με τη Γραφή, τους Πατέρες και την ιστορία· διότι κάθε μία από αυτές τις αιτιάσεις, εξεταζόμενη προσεκτικά, στρέφεται τελικά εναντίον εκείνου που την προβάλλει.
«Η προσκύνηση των εικόνων είναι ειδωλολατρία»
Η Εκκλησία διέκρινε με ακρίβεια ήδη από την Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο (Νίκαια, 787) τη λατρεία, που αποδίδεται μόνο στον Τριαδικό Θεό, από την τιμητική προσκύνηση, που αποδίδεται στα πρόσωπα και στα σύμβολα που ο Θεός δόξασε. Το θεμέλιο είναι του Μεγάλου Βασιλείου: «ἡ τῆς εἰκόνος τιμὴ ἐπὶ τὸ πρωτότυπον διαβαίνει» — η τιμή δεν σταματά στο ξύλο και στο χρώμα, αλλά διαβαίνει στο εικονιζόμενο πρόσωπο.
Η ίδια η Παλαιά Διαθήκη, που απαγορεύει τα είδωλα, διατάσσει την κατασκευή εικόνων: τα χρυσά Χερουβίμ πάνω στην Κιβωτό (Έξ. 25:18-22), τα Χερουβίμ στο καταπέτασμα και στους τοίχους του Ναού, τον χάλκινο όφι (Αριθ. 21:8-9). Ο Ψαλμωδός καλεί: «προσκυνεῖτε τῷ ὑποποδίῳ τῶν ποδῶν αὐτοῦ» (Ψαλμ. 98:5)· ο Ιησούς του Ναυή πέφτει πρηνής μπροστά στην Κιβωτό (Ιησ. 7:6). Προσκύνηση τιμής λοιπόν υπάρχει μέσα στη Γραφή και δεν ταυτίζεται με τη λατρεία των ειδώλων — και όταν ο χάλκινος όφις έγινε αργότερα αντικείμενο λατρείας, ο Εζεκίας τον συνέτριψε (Δ΄ Βασ. 18:4): η ίδια η βιβλική ιστορία διδάσκει τη διάκριση χρήσεως και καταχρήσεως.
Το βαθύτερο όμως επιχείρημα είναι χριστολογικό. «Ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο» (Ιω. 1:14)· ο αόρατος Θεός έλαβε ορατή, περιγραπτή ανθρώπινη φύση. Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός το συνοψίζει: «Οὐ προσκυνῶ τῇ ὕλῃ, προσκυνῶ δὲ τὸν τῆς ὕλης δημιουργόν, τὸν ὕλην δι’ ἐμὲ γενόμενον». Γι’ αυτό και τα αναθέματα της Συνόδου δεν αφορούν μια «προαιρετική διακόσμηση»: όποιος αρνείται ότι ο Χριστός μπορεί να εικονιστεί, αρνείται σιωπηρά ότι έγινε πραγματικός άνθρωπος. Η εικόνα είναι ομολογία της Σαρκώσεως· η άρνησή της ήταν —και παραμένει— χριστολογική αίρεση, όχι ζήτημα αισθητικής.
«Μόνο η Γραφή» — η αρχή που αυτοαναιρείται
Το sola scriptura προσκρούει σε ένα απλό γεγονός: πουθενά η Γραφή δεν διδάσκει ότι αποτελεί τη μοναδική πηγή της πίστεως. Αντιθέτως, ο Απόστολος Παύλος παραγγέλλει: «στήκετε, καὶ κρατεῖτε τὰς παραδόσεις ἃς ἐδιδάχθητε εἴτε διὰ λόγου εἴτε δι’ ἐπιστολῆς ἡμῶν» (Β΄ Θεσ. 2:15) — ο προφορικός αποστολικός λόγος και ο γραπτός έχουν το ίδιο κύρος. Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης σημειώνει ότι ο κόσμος δεν θα χωρούσε τα βιβλία αν γραφόταν το καθετί (Ιω. 21:25), και ο Παύλος ονομάζει στύλο και εδραίωμα της αλήθειας όχι τη Γραφή, αλλά την Εκκλησία (Α΄ Τιμ. 3:15).
Υπάρχει και το ιστορικό άτοπο: ο κανόνας της Καινής Διαθήκης — ποια ακριβώς βιβλία είναι θεόπνευστα — δεν περιέχεται σε κανένα βιβλίο της. Τον παρέδωσε η Εκκλησία, μέσα από τη λειτουργική της πείρα και τις συνόδους της, με πρώτη πλήρη καταγραφή των 27 βιβλίων την 39η εορταστική επιστολή του Μεγάλου Αθανασίου (367 μ.Χ.). Όποιος δέχεται την Καινή Διαθήκη, δέχεται ήδη — θέλοντας και μη — την κρίση της Παραδόσεως. Η Γραφή δεν αντιπαρατίθεται στην Παράδοση: είναι η κορυφαία γραπτή έκφραση μέσα στη ζωή της Εκκλησίας, που προηγήθηκε χρονικά και την περιβάλλει.
Όσο για τον καρπό της «ιδιωτικής ερμηνείας», τον είχε προβλέψει ο Απόστολος Πέτρος: στις επιστολές του Παύλου υπάρχουν «δυσνόητά τινα, ἃ οἱ ἀμαθεῖς καὶ ἀστήρικτοι στρεβλοῦσιν» (Β΄ Πέτρ. 3:16), και «πᾶσα προφητεία γραφῆς ἰδίας ἐπιλύσεως οὐ γίνεται» (Β΄ Πέτρ. 1:20). Ο κατακερματισμός του προτεσταντικού κόσμου σε χιλιάδες αλληλοαναιρούμενες ομολογίες — όλες με τη «μόνη τη Γραφή» στο χέρι — είναι η εμπειρική επιβεβαίωση ότι η Γραφή χωρίς την Εκκλησία που τη γέννησε γίνεται καθρέφτης του κάθε αναγνώστη.
«Η λατρεία σας δεν μοιάζει με τις συνάξεις των Πράξεων»
Μοιάζει περισσότερο απ’ όσο φαίνεται με την πρώτη ματιά. Η προγραμματική περιγραφή της πρώτης κοινότητας είναι: «ἦσαν δὲ προσκαρτεροῦντες τῇ διδαχῇ τῶν ἀποστόλων καὶ τῇ κοινωνίᾳ καὶ τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου καὶ ταῖς προσευχαῖς» (Πράξ. 2:42). Διδαχή — κοινωνία — κλάση του άρτου — προσευχές: αυτός είναι ακριβώς ο σκελετός της Θείας Λειτουργίας μέχρι σήμερα (αναγνώσματα και κήρυγμα, ευχαριστιακή αναφορά, μετάληψη, δεήσεις). Οι ίδιοι οι Απόστολοι «προσκαρτεροῦντες ὁμοθυμαδὸν ἐν τῷ ἱερῷ» (Πράξ. 2:46) ανέβαιναν στον Ναό «ἐπὶ τὴν ὥραν τῆς προσευχῆς τὴν ἐνάτην» (Πράξ. 3:1) — τηρούσαν δηλαδή ωράριο λατρείας με ψαλμούς και θυμίαμα. Οι συνάξεις «κατ’ οἶκον» ήταν συνθήκη διωγμού, όχι εκκλησιολογικό ιδεώδες· και ο Παύλος, διορθώνοντας τις αταξίες της Κορίνθου, δίνει τον λειτουργικό κανόνα: «πάντα εὐσχημόνως καὶ κατὰ τάξιν γινέσθω» (Α΄ Κορ. 14:40).
Το θυμίαμα δεν είναι μεταγενέστερη πολυτέλεια: ο προφήτης Μαλαχίας προφητεύει για την εποχή του Μεσσία ότι «ἐν παντὶ τόπῳ θυμίαμα προσάγεται τῷ ὀνόματί μου καὶ θυσία καθαρά» (Μαλ. 1:11), και η Αποκάλυψη περιγράφει την ουράνια λατρεία με θυσιαστήριο, θυμιατήρια και τις «φιάλας χρυσᾶς γεμούσας θυμιαμάτων, αἵ εἰσιν αἱ προσευχαὶ τῶν ἁγίων» (Αποκ. 5:8· 8:3-4), με τους αγγέλους να ψάλλουν ακατάπαυστα το «Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος» (Αποκ. 4:8) — τον ύμνο που η Λειτουργία επαναλαμβάνει σε κάθε αναφορά. Η ορθόδοξη λατρεία δεν απομακρύνθηκε από την Καινή Διαθήκη· είναι η επίγεια συμμετοχή στην ουράνια λειτουργία που η ίδια η Καινή Διαθήκη αποκαλύπτει.
Κι αν θέλει κανείς εξωβιβλικό μάρτυρα: ο άγιος Ιουστίνος ο Φιλόσοφος, γύρω στο 155 μ.Χ. — αιώνες πριν από «εκκοσμικεύσεις» και «αυτοκρατορικές επιρροές» — περιγράφει την κυριακάτικη σύναξη με αναγνώσματα προφητών και «ἀπομνημονευμάτων τῶν ἀποστόλων», ομιλία του προεστώτος, κοινές δεήσεις, ασπασμό ειρήνης, ευχαριστιακή ευχή, «Ἀμήν» του λαού και διανομή των δώρων από τους διακόνους (Α΄ Απολογία 65-67). Όποιος έχει παρασταθεί σε ορθόδοξη Λειτουργία αναγνωρίζει αμέσως την περιγραφή. Η δομημένη λατρεία είναι η αρχαία λατρεία.
«Η Ευχαριστία είναι απλή ανάμνηση»
Ο ίδιος ο Κύριος μίλησε με τη μεγαλύτερη δυνατή ρεαλιστικότητα: «ἐὰν μὴ φάγητε τὴν σάρκα τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου καὶ πίητε αὐτοῦ τὸ αἷμα, οὐκ ἔχετε ζωὴν ἐν ἑαυτοῖς … ἡ γὰρ σάρξ μου ἀληθῶς ἐστι βρῶσις» (Ιω. 6:53-55). Πολλοί μαθητές σκανδαλίστηκαν από τον «σκληρὸν λόγον» και έφυγαν (Ιω. 6:60-66) — και ο Χριστός δεν τους κάλεσε πίσω λέγοντας «μεταφορικά μιλούσα»· τους άφησε να φύγουν. Ο Παύλος ρωτά: «τὸ ποτήριον τῆς εὐλογίας ὃ εὐλογοῦμεν, οὐχὶ κοινωνία τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ ἐστι;» (Α΄ Κορ. 10:16), και προειδοποιεί ότι όποιος μεταλαμβάνει αναξίως γίνεται «ἔνοχος τοῦ σώματος καὶ τοῦ αἵματος τοῦ Κυρίου», γι’ αυτό και «ἐν ὑμῖν πολλοὶ ἀσθενεῖς καὶ ἄρρωστοι» (Α΄ Κορ. 11:27-30). Κανείς δεν αρρωσταίνει από ένα σύμβολο. Και η λέξη «ἀνάμνησις» στη βιβλική γλώσσα δεν σημαίνει ψυχολογική θύμηση: όπως το Πάσχα ήταν «μνημόσυνον» (Έξ. 12:14) που καθιστούσε κάθε γενιά μέτοχο της Εξόδου, έτσι και η ευχαριστιακή ανάμνηση καθιστά παρόντα τον Σταυρωθέντα και Αναστάντα.
Στην αιτίαση ότι «διαβάζετε μεταγενέστερη θεολογία μέσα στους Πατέρες», η απάντηση είναι ότι συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Ο άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος, μαθητής αποστολικού κύκλου, γράφει περί το 107 μ.Χ. για τους δοκήτες: «Εὐχαριστίας καὶ προσευχῆς ἀπέχονται, διὰ τὸ μὴ ὁμολογεῖν τὴν εὐχαριστίαν σάρκα εἶναι τοῦ σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ» (Σμυρν. 7:1). Ο Ιουστίνος: «οὐ γὰρ ὡς κοινὸν ἄρτον οὐδὲ κοινὸν πόμα ταῦτα λαμβάνομεν» (Α΄ Απολ. 66). Δεν χρειάζεται καμία «ερμηνευτική βία» εδώ — οι λέξεις είναι γυμνές και σαφείς. Η ερμηνευτική βία χρειάζεται για να διαβαστούν αυτά τα κείμενα ως «συμβολισμός»: μια ανάγνωση που δεν διανοήθηκε κανείς επί δεκαπέντε αιώνες, ώσπου τη χρειάστηκε η πολεμική του 16ου αιώνα. Όσο δε για το επιχείρημα ότι ο Μυστικός Δείπνος ήταν «κανονικό γεύμα»: ήδη ο Παύλος διαχωρίζει το κοινό δείπνο από το Κυριακό Δείπνο — «μὴ γὰρ οἰκίας οὐκ ἔχετε εἰς τὸ ἐσθίειν καὶ πίνειν;» (Α΄ Κορ. 11:22, 34). Ο διαχωρισμός της Ευχαριστίας από το κοινό τραπέζι δεν είναι αλλοίωση· είναι αποστολική διόρθωση.
«Γιατί βαπτίζετε και κοινωνείτε τα νήπια;»
Στις Πράξεις βαπτίζονται ολόκληροι οίκοι: της Λυδίας (16:15), του δεσμοφύλακα — «αὐτὸς καὶ οἱ αὐτοῦ πάντες παραχρῆμα» (16:33), του Στεφανά (Α΄ Κορ. 1:16). Ο Παύλος ονομάζει το βάπτισμα «περιτομή ἀχειροποίητο» (Κολ. 2:11-12)· και η περιτομή, το σημείο εισόδου στη διαθήκη, γινόταν στην ογδόη ημέρα της ζωής. Αν τα βρέφη μπορούσαν να ενταχθούν στην παλαιά διαθήκη, πόσο μάλλον στη νέα και τελειότερη — Εκείνου που είπε: «ἄφετε τὰ παιδία ἔρχεσθαι πρός με, καὶ μὴ κωλύετε αὐτά» (Μάρκ. 10:14). Ήδη στα μέσα του 3ου αιώνα η Σύνοδος της Καρθαγένης υπό τον άγιο Κυπριανό θεωρεί τον νηπιοβαπτισμό αυτονόητο και συζητά μόνο αν πρέπει να αναμένεται η ογδόη ημέρα.
Η δε κοινωνία των νηπίων είναι η λογική συνέπεια: το βαπτισμένο παιδί είναι πλήρες μέλος του σώματος του Χριστού, όχι «υποψήφιο» μέλος. Αν «ἐὰν μὴ φάγητε … οὐκ ἔχετε ζωὴν ἐν ἑαυτοῖς», με ποιο δικαίωμα θα αποκλείαμε τα παιδιά από τη ζωή; Το κλάμα ενός βρέφους στη μετάληψη — όπως και στο μπάνιο και στον εμβολιασμό του — είναι παρατήρηση συναισθηματική, όχι θεολογική. Η Εκκλησία δεν περιμένει το παιδί να «καταλάβει» για να το θρέψει· το τρέφει για να μεγαλώσει μέσα στη χάρη, όπως το τρέφει η μητέρα του πριν εκείνο κατανοήσει τη διατροφή.
«Μυστηριακή σωτηρία αντί για δικαίωση διά πίστεως»
Η αντιπαράθεση «πίστη ή μυστήρια» είναι ψευδοδίλημμα που η Γραφή αγνοεί. Ο ίδιος ο Κύριος συνδέει βάπτισμα και σωτηρία: «ἐὰν μή τις γεννηθῇ ἐξ ὕδατος καὶ Πνεύματος, οὐ δύναται εἰσελθεῖν εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» (Ιω. 3:5). Ο Πέτρος κηρύττει: «μετανοήσατε, καὶ βαπτισθήτω ἕκαστος ὑμῶν … εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν» (Πράξ. 2:38) και γράφει ευθέως: «βάπτισμα … νῦν σῴζει» (Α΄ Πέτρ. 3:21). Ο Παύλος ονομάζει το βάπτισμα «λουτρὸν παλιγγενεσίας» (Τίτ. 3:5). Η «βαπτισματική αναγέννηση» δεν είναι ορθόδοξη ιδιορρυθμία· είναι η ομόφωνη γλώσσα της Καινής Διαθήκης. Τα μυστήρια δεν ανταγωνίζονται την πίστη — είναι ο τόπος όπου η πίστη συναντά την ενέργεια του Θεού, όπως η πίστη του παραλύτου συνάντησε το «ἆρον τὸν κράβαττόν σου».
Η σωτηρία, στην ορθόδοξη κατανόηση, δεν είναι δικαστική απαλλαγή που ολοκληρώνεται σε μία στιγμή, αλλά ένωση με τον ζώντα Χριστό: «θείας κοινωνοὶ φύσεως» (Β΄ Πέτρ. 1:4). Αυτό εννοεί η θέωση — όχι ότι ο άνθρωπος γίνεται Θεός κατ’ ουσίαν, αλλά ότι μεταμορφώνεται «ἀπὸ δόξης εἰς δόξαν» (Β΄ Κορ. 3:18) μετέχοντας στη χάρη· «Αὐτὸς γὰρ ἐνηνθρώπησεν, ἵνα ἡμεῖς θεοποιηθῶμεν», κατά τον Μέγα Αθανάσιο. Η αυστηρή διχοτόμηση «δικαίωση-αγιασμός», που προβάλλεται ως αυτονόητα βιβλική, είναι στην πραγματικότητα σχολαστικό κατασκεύασμα του 16ου αιώνα· ο Παύλος μιλά οργανικά για ζωή «ἐν Χριστῷ». Γι’ αυτό και η «απόλυτη βεβαιότητα σωτηρίας» δεν βρίσκει έρεισμα στον Απόστολο που έγραψε «μετὰ φόβου καὶ τρόμου τὴν ἑαυτῶν σωτηρίαν κατεργάζεσθε» (Φιλ. 2:12) και «ὁ δοκῶν ἑστάναι βλεπέτω μὴ πέσῃ» (Α΄ Κορ. 10:12) — και για τον εαυτό του: «μήπως ἄλλοις κηρύξας αὐτὸς ἀδόκιμος γένωμαι» (Α΄ Κορ. 9:27). Η ορθόδοξη ελπίδα είναι βεβαιότητα για την πιστότητα του Θεού, όχι εφησυχασμός για τον εαυτό μας.
«Τα συγχωροχάρτια αποδεικνύουν ότι και οι σύνοδοί σας έσφαλαν»
Εδώ χρειάζεται ειλικρίνεια, και η Ορθοδοξία δεν έχει λόγο να την αποφύγει. Ναι, την περίοδο της Τουρκοκρατίας κυκλοφόρησαν στην Ανατολή «συγχωροχάρτια» — αφεσικές επιστολές που συνδέθηκαν και με χρηματικές προσφορές — και ναι, τοπική σύνοδος του 18ου αιώνα τα υπερασπίστηκε. Ήταν δυτικό δάνειο, σύμπτωμα εκείνου που η νεότερη ορθόδοξη θεολογία ονόμασε «ψευδομόρφωση»: μιας υποδουλωμένης και εξαθλιωμένης Εκκλησίας που αντέγραψε, σε καιρούς ένδειας, πρακτικές της λατινικής Δύσεως. Η ίδια η εκκλησιαστική συνείδηση τα απέβαλε αργότερα ως κατάχρηση — αυτό το παραδέχεται και η αιτίαση.
Μόνο που αυτή η αυτοδιόρθωση δεν αποδεικνύει ό,τι νομίζει ο κατήγορος. Η Ορθοδοξία ουδέποτε δίδαξε ότι κάθε συνοδικό κείμενο είναι αλάθητο. Αλάθητη είναι η Εκκλησία στο σύνολό της — και τα δογματικά όρια που οριοθετούν Οικουμενικές Σύνοδοι γίνονται οριστικά όταν τα προσλάβει η συνείδηση του πληρώματος. Διοικητικές πράξεις, τοπικές αποφάσεις, ποιμαντικές οικονομίες μπορούν να σφάλλουν και να διορθώνονται· αυτό ακριβώς συνέβη. Το ότι το σώμα απέβαλε το ξένο σώμα δεν αποδεικνύει ότι ο οργανισμός νοσεί — αποδεικνύει ότι το ανοσοποιητικό του λειτουργεί. Σημειωτέον: κανένα δόγμα «θησαυρού αξιομισθιών» δεν θεσπίστηκε ποτέ στην Ανατολή, ούτε η μετάνοια και η εξομολόγηση αντικαταστάθηκαν ποτέ από πληρωμή. Η σύγκριση με τη Γραφή ως κριτήριο, που ζητά ο επικριτής, είναι ακριβώς αυτό που έκανε εδώ η Εκκλησία.
«Πληρώνετε για βαπτίσεις και μυστήρια»
Η σιμωνία — η εξαγορά της χάριτος — καταδικάζεται από την ίδια την Εκκλησία με τη μεγαλύτερη δυνατή αυστηρότητα, με πρότυπο την απάντηση του Πέτρου στον Σίμωνα τον μάγο: «τὸ ἀργύριόν σου σὺν σοὶ εἴη εἰς ἀπώλειαν, ὅτι τὴν δωρεὰν τοῦ Θεοῦ ἐνόμισας διὰ χρημάτων κτᾶσθαι» (Πράξ. 8:20). Οι ιεροί κανόνες καθαιρούν κληρικό που χειροτονεί επί χρήμασι (ΚΘ΄ Αποστολικός) και απαγορεύουν ρητά κάθε απαίτηση ανταλλάγματος για τη Θεία Κοινωνία (ΚΓ΄ της Πενθέκτης). Κανένα μυστήριο δεν «πωλείται», και όπου κληρικός εξαρτά βάπτισμα από πληρωμή, παραβαίνει τους κανόνες της ίδιας του της Εκκλησίας — δεν τους εφαρμόζει.
Άλλο πράγμα η εθελοντική προσφορά προς συντήρηση του ναού και του λειτουργού· αυτή έχει σαφές βιβλικό έρεισμα — «ὁ Κύριος διέταξε τοῖς τὸ εὐαγγέλιον καταγγέλλουσιν ἐκ τοῦ εὐαγγελίου ζῆν» (Α΄ Κορ. 9:14) — και υπήρχε ήδη στην αποστολική κοινότητα, που απέθετε χρήματα «παρὰ τοὺς πόδας τῶν ἀποστόλων» (Πράξ. 4:35). Η κατάχρηση προσώπων δεν είναι διδασκαλία Εκκλησίας· κρίνεται —και διορθώνεται— από τα δικά της κριτήρια.
«Πώς τολμάτε να λέγεστε η μία αληθινή Εκκλησία;»
Όχι από αλαζονεία, αλλά από συνέπεια προς το Σύμβολο της Πίστεως: «Εἰς μίαν, ἁγίαν, καθολικὴν καὶ ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν». Ο Χριστός ίδρυσε μία Εκκλησία (Ματθ. 16:18), προσευχήθηκε «ἵνα πάντες ἓν ὦσι» (Ιω. 17:21), και ο Παύλος δεν γνωρίζει ομοσπονδία ομολογιών: «ἓν σῶμα καὶ ἓν Πνεῦμα … εἷς Κύριος, μία πίστις, ἓν βάπτισμα» (Εφ. 4:4-5). Η ιδέα μιας «αόρατης εκκλησίας» που υπερίπταται των διαιρέσεων είναι ακριβώς η μεταγενέστερη καινοτομία — επινοήθηκε τον 16ο αιώνα για να δικαιολογήσει εκ των υστέρων τον κατακερματισμό. Η Ορθόδοξη Εκκλησία μπορεί να δείξει την αδιάκοπη ιστορική και μυστηριακή της συνέχεια από τις αποστολικές κοινότητες των Ιεροσολύμων, της Αντιόχειας, της Κορίνθου, της Θεσσαλονίκης — στους ίδιους τόπους, με τη διαδοχή των ίδιων θρόνων.
Η ομολογία αυτή δεν συνεπάγεται έπαρση ούτε απόφανση για την αιώνια τύχη των ετεροδόξων. Η κλασική ορθόδοξη διατύπωση είναι νηφάλια: γνωρίζουμε πού είναι η Εκκλησία· δεν αποφαινόμαστε πού δεν ενεργεί το έλεος του Θεού. Η κρίση των προσώπων ανήκει σε Εκείνον. Αλλά το να γνωρίζει κανείς το σπίτι του δεν είναι υπερηφάνεια — και το να το λέει, όταν ερωτάται, είναι στοιχειώδης ειλικρίνεια.
«Οι Ορθόδοξοι ούτε καν διαβάζουν τη Γραφή»
Ως ποιμαντική παρατήρηση, η μομφή έχει μερίδιο αλήθειας — και κανείς δεν την έχει διατυπώσει σκληρότερα από τους ίδιους τους Πατέρες. Ο ιερός Χρυσόστομος επαναλάμβανε στα κηρύγματά του ότι ρίζα όλων των κακών είναι η άγνοια των Γραφών, και απαιτούσε από τους λαϊκούς ακροατές του να μελετούν το ιερό κείμενο στο σπίτι, πριν έρθουν στη σύναξη. Όπου ο ορθόδοξος λαός δεν διαβάζει τη Γραφή, προδίδει την ίδια του την παράδοση — όχι επειδή το λέει ο προτεστάντης επικριτής, αλλά επειδή το λέει ο Χρυσόστομος.
Δύο όμως διευκρινίσεις. Πρώτον, όποιος συμμετέχει στη λατρεία της Εκκλησίας δεν είναι «αναλφάβητος της Γραφής»: η Θεία Λειτουργία και οι ακολουθίες είναι υφασμένες από εκατοντάδες ψαλμικά και βιβλικά χωρία, με καθημερινά αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα που διατρέχουν όλη την Καινή Διαθήκη· ο πιστός που λειτουργείται τακτικά «αναπνέει» Γραφή ακόμη κι όταν δεν το συνειδητοποιεί. Δεύτερον, ο πειρασμός της «πολιτισμικής πίστεως» — του χριστιανισμού ως κληρονομημένης ταυτότητας χωρίς προσωπική μετοχή — δεν είναι ορθόδοξη αποκλειστικότητα· γνωρίζει καλά και η προτεσταντική Δύση τον κατ’ όνομα χριστιανισμό της. Η απάντηση δεν είναι η εγκατάλειψη της παραδόσεως, αλλά η αφύπνιση μέσα της: αυτό έκαναν οι Κολλυβάδες με την αναγέννηση της συχνής θείας μεταλήψεως και της φιλοκαλικής μελέτης, αυτό κάνει κάθε γνήσια πνευματική αναγέννηση εντός της Εκκλησίας.
«Το αρχαίο δεν σημαίνει αποστολικό» — αλήθεια· γι’ αυτό ελέγξτε το
Η τελευταία αιτίαση είναι η πιο εύστοχα διατυπωμένη: η αρχαιότητα από μόνη της δεν αποδεικνύει γνησιότητα. Σύμφωνοι. Το κριτήριο όμως αυτό πρέπει τότε να εφαρμοστεί ως το τέλος. Ας ανοίξει ο καλόπιστος ερευνητής τα κείμενα του 1ου και 2ου αιώνα — τη Διδαχή, τον Ιγνάτιο, τον Ιουστίνο, τον Ειρηναίο — και ας ρωτήσει τίμια: τι βρίσκει εκεί; Βρίσκει επισκόπους, πρεσβυτέρους και διακόνους· Ευχαριστία ως θυσία και ως σάρκα Χριστού· βάπτισμα προς άφεση αμαρτιών· δομημένη κυριακάτικη λειτουργία· αποστολική διαδοχή ως κριτήριο αλήθειας. Δεν βρίσκει πουθενά — σε καμία κοινότητα, σε κανέναν αιώνα πριν από τον 16ο — μια σύναξη που να αναγνωρίζαμε ως προτεσταντική. Αν η «επιστροφή στις ρίζες» ήταν το ζητούμενο της Μεταρρυθμίσεως, το αποτέλεσμά της δεν έμοιασε ποτέ, ούτε στιγμή, με τις ρίζες· έμοιασε με τον 16ο αιώνα.
Και κάτι βαρύτερο: αν η Εκκλησία είχε βυθιστεί επί δεκαπέντε αιώνες στην ειδωλολατρία και στην πλάνη, ώσπου να την ανασύρει η Μεταρρύθμιση, τότε διαψεύσθηκαν οι ίδιες οι επαγγελίες του Κυρίου: «πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς» (Ματθ. 16:18)· «ἐγὼ μεθ’ ὑμῶν εἰμι πάσας τὰς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος» (Ματθ. 28:20)· το Πνεύμα της αληθείας «μεθ’ ὑμῶν εἰς τὸν αἰῶνα» (Ιω. 14:16-17). Η «πίστις ἅπαξ παραδοθεῖσα τοῖς ἁγίοις» (Ιούδα 3), την οποία επικαλείται ο επικριτής, είναι ακριβώς η παρακαταθήκη που ο Παύλος παρήγγειλε να φυλαχθεί (Α΄ Τιμ. 6:20· Β΄ Τιμ. 1:14) — όχι να ανακατασκευαστεί από το μηδέν μετά από δεκαπέντε αιώνες υποτιθέμενης σιωπής του Θεού.
Αντί επιλόγου
Η Ορθοδοξία δεν φοβάται αυτές τις ερωτήσεις· τις απαντά επί αιώνες, και οφείλει να τις απαντά με πραότητα, «μετὰ πραΰτητος καὶ φόβου» (Α΄ Πέτρ. 3:15-16), χωρίς να χαρίζεται στις δικές της ανθρώπινες αστοχίες. Σε όποιον ειλικρινά ρωτά αν αυτή είναι η Εκκλησία των Πράξεων, η απάντησή της είναι αυτή που έδωσε ο Φίλιππος στον Ναθαναήλ, όταν εκείνος αμφέβαλλε αν «ἐκ Ναζαρὲτ δύναταί τι ἀγαθὸν εἶναι»: «ἔρχου καὶ ἴδε» (Ιω. 1:46). Όχι μία επίσκεψη παρατηρητή με έτοιμα συμπεράσματα, αλλά πορεία μαθητείας μέσα στη ζωή της Εκκλησίας — εκεί όπου, γενεά μετά από γενεά, ο Χριστός «χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτὸς καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας» (Εβρ. 13:8) εξακολουθεί να κλίνει τον άρτο και να ανοίγει τους οφθαλμούς.