Η σχέση της Ορθόδοξης Εκκλησίας με τη Μασονία δεν είναι ζήτημα καχυποψίας ή συνωμοσιολογίας, αλλά σαφούς θεολογικής διάγνωσης, την οποία η Εκκλησία της Ελλάδος διατύπωσε επίσημα και συνοδικά. Ο Τεκτονισμός παρουσιάζεται ως «όχι θρησκεία, αλλά ένα σύστημα ηθικής»· ακριβώς όμως αυτή η αυτοπεριγραφή κρύβει το πρόβλημα. Και το πρόβλημα δεν περιορίζεται στις στοές: το ίδιο πνεύμα μιας κοσμικής, αδογμάτιστης «αδελφότητας του ανθρώπου» αναγνωρίζεται και σε συγγενείς οργανώσεις, όπως οι Λέσχες Lions και οι Ρόταρυ.

Από τους χτίστες στις στοές: μια σύντομη ιστορία

Οι μεσαιωνικές συντεχνίες των «ενεργών» (operative) κτιστών ρύθμιζαν το οικοδομικό επάγγελμα. Από τον 16ο–17ο αιώνα οι στοές άρχισαν να δέχονται και μη επαγγελματίες, τους «αποδεκτούς» ή «κερδώους» (speculative) τέκτονες, που προσέρχονταν για το ηθικό και συμβολικό περιεχόμενο. Σταθμός θεωρείται η 24η Ιουνίου 1717, όταν τέσσερις στοές του Λονδίνου ένωσαν τις δυνάμεις τους και συγκρότησαν τη Μεγάλη Στοά της Αγγλίας — η συμβατική γέννηση του νεότερου, «κερδώου» Τεκτονισμού.1

Το 1723 ο πρεσβυτεριανός κληρικός James Anderson κωδικοποίησε τους κανόνες στα Συντάγματα των Ελευθεροτεκτόνων. Το πρώτο «καθήκον», «Περί Θεού και Θρησκείας», απομάκρυνε ρητά τον Τεκτονισμό από την υποχρεωτική χριστιανική ομολογία και τον προσανατόλισε προς «εκείνη τη θρησκεία στην οποία συμφωνούν όλοι οι άνθρωποι» — δηλαδή την πίστη σε έναν αόριστο δημιουργό-θεό.2 Αυτή η φράση είναι ο άξονας γύρω από τον οποίο περιστρέφεται όλη η μετέπειτα κριτική. Έκτοτε η συμβολική του συγκροτείται γύρω από τον «Μέγα Αρχιτέκτονα του Σύμπαντος», τον γνώμονα και τον διαβήτη, τους τρεις βαθμούς (Μαθητής, Εταίρος, Διδάσκαλος), το «Βιβλίο του Ιερού Νόμου» πάνω στον βωμό της στοάς, και τους όρκους μυστικότητας.

Το θρησκευτικό πρόβλημα

Η ορθόδοξη —και, στο ιστορικό της πλαίσιο, η ρωμαιοκαθολική— ένσταση επανέρχεται με αξιοσημείωτη συνέπεια:

  • Ένας θεός του ελάχιστου κοινού παρονομαστή. Επειδή η στοά απαιτεί απλώς πίστη σε ένα αδιαφοροποίητο «Υπέρτατο Ον», ο Χριστός σιωπά μέσα σε αυτήν και τοποθετείται σιωπηρά στο ίδιο επίπεδο με τους ιδρυτές των άλλων θρησκειών. Πρόκειται, ουσιαστικά, για τον θεό του Διαφωτιστικού δεϊσμού — έναν δημιουργό που δεν εισέρχεται στην ιστορία — ασυμβίβαστο με την Ενανθρώπηση και την Τριάδα.
  • Συγκρητισμός και θρησκευτική αδιαφορία. Δεχόμενη ισότιμα χριστιανούς, ιουδαίους, μουσουλμάνους και άλλους, η στοά λειτουργεί ως ένα είδος «υπερ-θρησκείας» που αντιμετωπίζει όλες τις επιμέρους πίστεις ως κατώτερες, μερικές εκφράσεις του εαυτού της.
  • Οι μυστικοί όρκοι. Δεσμευτικοί όρκοι μυστικότητας, ιστορικά με συμβολικές ρήτρες ποινής, κρίνονται ασυμβίβαστοι με την ευαγγελική απαγόρευση του όρκου: «ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν μὴ ὀμόσαι ὅλως» (Ματθ. 5,34).
  • Μυητικός, εσωτερικός χαρακτήρας. Το «φως», οι διαβαθμισμένες μυήσεις και τα «μυστήρια» της στοάς παραλληλίζονται —και έτσι ανταγωνίζονται— τα ίδια τα Μυστήρια της Εκκλησίας.

Η συνοδική απόφαση του 1933

Η Εκκλησία της Ελλάδος τοποθετήθηκε επίσημα. Στις 12 Οκτωβρίου 1933, η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας, υπό τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Χρυσόστομο (Παπαδόπουλο), αφού μελέτησε το ζήτημα μέσω ειδικής επιτροπής επισκόπων και έλαβε υπόψη τη γνωμοδότηση της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών (με ειδική εισήγηση του καθηγητή Παναγιώτη Μπρατσιώτη), αποφάνθηκε ότι ο Τεκτονισμός «δεν είναι απλή φιλανθρωπική ένωσις ή φιλοσοφική σχολή, αλλά αποτελεί μυσταγωγικόν σύστημα, το οποίον υπενθυμίζει τας παλαιάς εθνικάς μυστηριακάς θρησκείας… των οποίων τυγχάνει συνέχεια και αναβίωσις». Συμπέρανε ότι «η ασυμβίβαστος αντίθεσις μεταξύ Χριστιανισμού και Τεκτονισμού είναι ολοφάνερη», απαγόρευσε στους κληρικούς τη συμμετοχή και κάλεσε τους μυημένους πιστούς να διακόψουν κάθε σχέση με τις στοές — με ποιμαντική επιείκεια προς όσους είχαν εισέλθει εν αγνοία τους.3

Η θέση αυτή δεν ήταν μεμονωμένη. Η Ρωσική Εκκλησία της Διασποράς (ROCOR) είχε καταδικάσει τη Μασονία ήδη το 1932, ενώ αργότερα η Ορθόδοξη Εκκλησία στη Βόρεια Αμερική (Μητρόπολις/OCA) υιοθέτησε ρητά την ελληνική απόφαση του 1933, ορίζοντας ότι ο αμετανόητος τέκτων στερείται της Θείας Κοινωνίας.4 Νωρίτερα, ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Κυπριανός είχε αναθεματίσει τους τέκτονες (1815). Για ιστορική σύγκριση και μόνο, σημειώνεται ότι και η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία είχε καταδικάσει τη Μασονία ήδη από το 1738 (βούλα In eminenti), με πιο πρόσφατη τη Διακήρυξη της αρμόδιας Συνεγκλήτου το 1983, που χαρακτηρίζει τη συμμετοχή «βαρύ αμάρτημα».5 Το πρακτικό συμπέρασμα είναι σταθερό: ο τέκτων που, μετά την ποιμαντική νουθεσία, δεν εγκαταλείπει τη στοά, αντιμετωπίζεται ως αμετανόητος και δεν προσέρχεται στη Θεία Κοινωνία.

Η επέκταση του προβλήματος: Lions, Ρόταρυ και συναφή

Εδώ απαιτείται νηφαλιότητα και δικαιοσύνη, ώστε η κριτική να μην εκπέσει σε συνωμοσιολογία. Οργανώσεις όπως οι Lions (ιδρ. 1917) και οι Ρόταρυ επιτελούν πραγματικό, διαφανές φιλανθρωπικό έργο — προγράμματα υγείας, υποτροφίες, ανθρωπιστική βοήθεια· τα βιβλία και οι δράσεις τους είναι δημόσια, σε αντίθεση με τη μυστικότητα της στοάς. Αυτό οφείλει να αναγνωριστεί ανεπιφύλακτα.

Η ορθόδοξη ανησυχία δεν είναι, επομένως, ο ισχυρισμός ότι πρόκειται για «μυστικές μασονικές προμετωπίδες» — ισχυρισμός αβάσιμος και ενίοτε συκοφαντικός. Είναι, αντιθέτως, ότι οι οργανώσεις αυτές ενσαρκώνουν το ίδιο διαφωτιστικό ήθος της «αδελφότητας του ανθρώπου» — έναν ανθρωπιστικό οικουμενισμό θεμελιωμένο στην κοινή φυσική ηθική και όχι στον Χριστό· καλλιεργούν δηλαδή την ίδια αδογμάτιστη, κοσμική, εγκόσμια κοινωνικότητα που η Εκκλησία επικρίνει στη Μασονία. Ο σύνδεσμος είναι ιδεολογικός και ιστορικός (κοινή γενεαλογία των φιλελεύθερων αδελφοτήτων του 18ου–20ού αιώνα), όχι κατ’ ανάγκην οργανωτικός.6

Το διαφωτιστικό μέτρο σύγκρισης είναι το ενοριακό φιλόπτωχο: εκεί η ελεημοσύνη γίνεται εν ονόματι του Χριστού, μυστηριακά ριζωμένη, με την ανακούφιση του σώματος υποταγμένη στη σωτηρία της ψυχής. Ο στόχος της ορθόδοξης κριτικής δεν είναι η φιλανθρωπία καθ’ εαυτήν, αλλά η εκτόπιση του Ευαγγελίου από μια αυτάρκη, κοσμική φιλανθρωπία, που αρκείται στο εδώ και στο τώρα.

Σύγχρονα ποιμαντικά ερωτήματα

Το δομικό πρόβλημα παραμένει η διπλή αφοσίωση: δεν μπορεί κανείς να γονατίζει στην Αγία Τράπεζα ομολογώντας τον Χριστό ως τον μόνο Μονογενή Υιό, και ταυτόχρονα να γονατίζει σε μια στοά όπου, εκ κατασκευής, Εκείνος είναι ένα όνομα ανάμεσα σε πολλά. Απέναντι στα συναφή κινήματα, η ποιμαντική στάση είναι λεπτότερη: διάκριση και κατήχηση — η ερώτηση δεν είναι «κάνουν καλό;» (συχνά κάνουν), αλλά «μήπως αυτή η κοινωνικότητα εκτοπίζει τον Χριστό; μήπως απαιτεί όρκο ή ομολογία;». Όπως και το 1933, η Εκκλησία μιλά με σταθερότητα στην αρχή και με συμπάθεια προς τα πρόσωπα, αποβλέποντας στη μετάνοια και την επιστροφή.

Βιβλιογραφία

Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Συνοδικὴ Ἀπόφασις περὶ τῆς Μασονίας, 12 Ὀκτωβρίου 1933.

Μπρατσιώτης, Παναγιώτης, Γνωμοδότησις περὶ τοῦ Τεκτονισμοῦ (συνημμένη εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Ἀθηνῶν, 1933).

«Freemasonry and the Orthodox Church», OrthodoxHistory.org (Society for Orthodox Christian History in the Americas), 2023 — https://www.orthodoxhistory.org/2023/09/27/freemasonry-and-the-orthodox-church/

Παραπομπές

  1. Γιὰ τὴν ἵδρυση τῆς Μεγάλης Στοᾶς τῆς Ἀγγλίας (1717) καὶ τὴ μετάβαση ἀπὸ τὸν «ἐνεργὸ» στὸν «κερδῷο» τεκτονισμό, βλ. History of Freemasonry καὶ Premier Grand Lodge of England (γενικὴ ἱστορικὴ βιβλιογραφία).

  2. James Anderson, The Constitutions of the Free-Masons (1723), πρῶτο «καθῆκον», «Περὶ Θεοῦ καὶ Θρησκείας».

  3. Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Συνοδικὴ Ἀπόφασις τῆς 12ης Ὀκτωβρίου 1933. Τὰ παρατιθέμενα ἀποσπάσματα ἀποδίδουν τὸ πνεῦμα καὶ τὴ διατύπωση τῆς ἀποφάσεως, ὅπως ἔχει ἀναδημοσιευθεῖ· γιὰ τὴν πιστὴ παραπομπὴ προτείνεται ἡ ἀντιβολὴ μὲ τὸ πρωτότυπο συνοδικὸ κείμενο.

  4. Γιὰ τὴν υἱοθέτηση τῆς ἀποφάσεως τοῦ 1933 ἀπὸ τὴ Μητρόπολη/OCA (1949, ἀναδημοσίευση 1960) καὶ τὸν ἀποκλεισμὸ ἀπὸ τὴ Θεία Κοινωνία, βλ. OrthodoxHistory.org, ὅ.π.

  5. Ρωμαιοκαθολικὴ Ἐκκλησία: βούλα In eminenti apostolatus (Κλήμης ΙΒ΄, 1738)· Διακήρυξις περὶ τῶν Μασονικῶν Ἑνώσεων (1983). Παρατίθενται ἀποκλειστικῶς ὡς ἱστορικὴ σύγκρισις.

  6. Ἡ διάκριση μεταξὺ τῆς γνήσιας φιλανθρωπίας τῶν Lions/Rotary καὶ τῆς θεολογικῆς ἐνστάσεως, καθὼς καὶ ἡ ἀπόρριψη τῶν συνωμοσιολογικῶν ἰσχυρισμῶν, ἀκολουθεῖ τὴ νηφάλια ὀρθόδοξη γραμμή· ὁ σύνδεσμος εἶναι ἰδεολογικὸς (κοινὸ διαφωτιστικὸ ἦθος), ὄχι ἀποδεδειγμένα ὀργανωτικός.