Κάθε τόσο κυκλοφορεί στο διαδίκτυο ένα βίντεο που δείχνει κάποια «τελετουργία» μάγων ή δαιμονολατρών, και προκαλεί ανάμεικτα συναισθήματα φρίκης και περιέργειας. Αντί να σταθούμε στη συγκεκριμένη περίπτωση, αξίζει να δούμε το φαινόμενο στη διαχρονική του διάσταση: η μαγεία, η μαντεία και η δαιμονολατρία δεν είναι νέα· είναι από τα αρχαιότερα πειρασμικά μονοπάτια του ανθρώπου, και η Εκκλησία έχει απέναντί τους σαφέστατη, κανονικά θεμελιωμένη στάση.

Η μαγεία στον αρχαίο κόσμο

Η μαγεία μαρτυρείται σε όλους τους μεγάλους πολιτισμούς — στην Αίγυπτο, στη Βαβυλώνα, στον ελληνορωμαϊκό κόσμο. Σπουδαιότερη τεκμηρίωση αποτελούν οι Ελληνικοί Μαγικοί Πάπυροι (Papyri Graecae Magicae), ένα σώμα ξορκιών και επικλήσεων από την ελληνορωμαϊκή Αίγυπτο (περ. 100 π.Χ.–400 μ.Χ.). Η ίδια η ελληνική γλώσσα διέκρινε τη γοητεία (την κατώτερη, χειραγωγική μαγεία) από τη θεουργία (την «ανώτερη» νεοπλατωνική τελετουργία), ενώ ο όρος μάγοι προερχόταν από την περσική ιερατική-αστρολογική κάστα και σταδιακά πήρε τη σημασία του «γόη».

Οι βιβλικές συναντήσεις

Η Γραφή δεν αγνοεί τη μαγεία· την αντιμετωπίζει ως πραγματική μεν, αλλά ηττημένη:

  • Οι μάγοι του Φαραώ (Έξ. 7–8) αναπαράγουν με «τις απόκρυφες τέχνες τους» κάποια σημεία, μέχρι που αδυνατούν και ομολογούν «δάκτυλος Θεοῦ ἐστι τοῦτο».
  • Η εγγαστρίμυθος της Ενδώρ (Α΄ Βασ. 28) είναι ο κατ’ εξοχήν τόπος για τη νεκρομαντεία — και μάλιστα ο ίδιος ο Σαούλ, που είχε εκδιώξει τους μάντεις, καταφεύγει σε αυτήν.
  • Ο Σίμων ο Μάγος (Πράξ. 8) προσπαθεί να αγοράσει τη χάρη του Αγίου Πνεύματος — εξ ου και η λέξη «σιμωνία».
  • Οι υιοί του Σκευά (Πράξ. 19,13-16) επιχειρούν να εξορκίσουν επικαλούμενοι τον Χριστό «ὃν Παῦλος κηρύσσει», και το πονηρό πνεύμα τους κατατροπώνει: η μαγεία που δανείζεται το Όνομα αποτυγχάνει.
  • Και το αποκορύφωμα: στην Έφεσο (Πράξ. 19,19) οι νεοφώτιστοι «τὰ περίεργα πράξαντες» καίνε δημόσια τα μαγικά τους βιβλία, αξίας πενήντα χιλιάδων αργυρίων — το αποστολικό πρότυπο της αποκήρυξης.

«Λευκή» και «μαύρη» μαγεία: μια διάκριση που η Εκκλησία απορρίπτει

Ο σύγχρονος άνθρωπος τείνει να διακρίνει τη «μαύρη» (βλαπτική) από τη «λευκή» (δήθεν ωφέλιμη) μαγεία — τα «ξεματιάσματα», τα φυλαχτά, τις «θεραπευτικές» επικλήσεις. Η Εκκλησία απορρίπτει τη διάκριση στη ρίζα της: και οι δύο επιδιώκουν δύναμη έξω από τον Θεό. Η αυθεντική δύναμη ρέει μόνο διά του Χριστού και των Μυστηρίων· κάθε μαγεία, ακόμη και η «καλοπροαίρετη», είναι αντίγραφο που ανοίγει την πόρτα στη δαιμονική επήρεια. Το κίνητρο δεν αγιάζει το μέσο· το πρόβλημα είναι η πηγή. Το ίδιο ισχύει για τη μαντεία, τα μέντιουμ και τον πνευματισμό: ό,τι παρουσιάζεται ως «ουδέτερη ενέργεια» ή «καλό πνεύμα» είναι, κατά την πατερική ανάγνωση, δαιμονική πλάνη.

Πίσω από τα είδωλα στέκονται οι δαίμονες

Η θεμελιώδης πατερική θέση συμπυκνώνεται στο «πάντες οἱ θεοὶ τῶν ἐθνῶν δαιμόνια» (Ψαλμ. 95,5 κατά τους Ο΄) και στο παύλειο «δαιμονίοις θύει καὶ οὐ Θεῷ» (Α΄ Κορ. 10,20). Ο Μέγας Αθανάσιος, στο Περὶ τῆς ἐνανθρωπήσεως, διδάσκει ότι ο Χριστός με τον Σταυρό κατέλυσε «πᾶσαν μαγείαν» και την ισχύ των δαιμόνων· τα μαντεία σιώπησαν, και «οἱ νομιζόμενοι μάγοι κατακαίουσι τὰ βιβλία».1 Χαρακτηριστικό παράδειγμα της παράδοσης είναι ο άγιος Κυπριανός ο πρώην μάγος (μαζί με την αγία Ιουστίνα, μνήμη 2 Οκτωβρίου): φημισμένος γόης που, ηττημένος μπροστά στην προσευχή και το σημείο του Σταυρού μιας παρθένου, αναγνώρισε την ανικανότητα της μαγείας ενώπιον του Χριστού, έκαψε τα μαγικά του βιβλία, βαπτίστηκε, έγινε επίσκοπος και μαρτύρησε — ο αρχέτυπος της μετάνοιας του μάγου.2

Οι ιεροί κανόνες

Η στάση της Εκκλησίας δεν είναι απλώς συμβουλευτική· είναι κανονικά κατοχυρωμένη με αυστηρότητα. Ο Μέγας Βασίλειος εξισώνει τη μαγεία με τον φόνο:

Ὁ γοητείαν ἢ φαρμακείαν ἐξαγορεύων τὸν τοῦ φονέως χρόνον ἐξομολογήσεται, οὕτως οἰκονομούμενος, ὡς ὁ ἐν ἐκείνῳ τῷ ἁμαρτήματι ἑαυτὸν ἐλέγξας. (Κανὼν ΞΕ´)

Και —κρισιμότατο για σήμερα— επιβάλλει το ίδιο επιτίμιο σε όποιον απλώς καταφεύγει σε μάντεις, όχι μόνο στον ίδιο τον μάγο:

Ὁ μάντεσιν ἑαυτὸν ἐπιδοὺς ἤ τισι τοιούτοις, τὸν χρόνον τῶν φονέων καὶ ἐπιτιμηθήσεται. (Κανὼν ΟΒ´)

Παράλληλα, ο Ζ´ κανόνας του κατατάσσει τους «φαρμακούς» στην ίδια βαρύτητα με τους φονείς και τους ειδωλολάτρες, και ο ΠΓ´ προβλέπει εξαετές επιτίμιο για τους «καταμαντευομένους».3 Η Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδος (εν Τρούλλῳ, 692) απαριθμεί αναλυτικά τις απαγορευμένες πρακτικές —μάντεις, «αρκτοτρόφους», νεφοδιώκτες, γητευτές, κατασκευαστές φυλακτών— και τις υποβάλλει σε εξαετές επιτίμιο, με παύλεια κατακλείδα:

…παντάπασιν ἀποῤῥίπτεσθαι τῆς ἐκκλησίας ὁρίζομεν… Τίς γὰρ κοινωνία φωτὶ πρὸς σκότος; …τίς δὲ συμφώνησις Χριστῷ πρὸς Βελίαρ; (Κανὼν ΞΑ´)

Η Σύνοδος της Λαοδικείας απαγορεύει στους κληρικούς να είναι μάγοι, επαοιδοί ή αστρολόγοι, ή να κατασκευάζουν φυλακτά, «ἅτινά ἐστι δεσμωτήρια τῶν ψυχῶν» (Κανὼν ΛΣΤ´), ενώ η αρχαιότερη Σύνοδος της Αγκύρας (314) επιβάλλει πενταετές επιτίμιο στους «καταμαντευομένους» και σε όσους εισάγουν μάγους στα σπίτια τους (Κανὼν ΚΔ´).4

Το συμπέρασμα για σήμερα είναι σαφές: οι κανόνες τιμωρούν ρητά και αυτόν που συμβουλεύεται τον μάντη ή τον μάγο. Το «πάω απλώς να δω» είναι, κανονικά, το ίδιο το παράπτωμα.

Το βάπτισμα και η αντιμετώπιση

Στο Βάπτισμα ο πιστός έχει ήδη αποκηρύξει «τὸν Σατανᾶν καὶ πάντα τὰ ἔργα αὐτοῦ»· κάθε καταφυγή στη μαγεία είναι επιστροφή σε ό,τι αποκήρυξε. Η Εκκλησία διαθέτει τους εξορκισμούς της — τη νόμιμη, χριστοκεντρική αντιμετώπιση των δαιμόνων διά της εξουσίας της Εκκλησίας, ποτέ διά μαγικής τεχνικής. Και η ποιμαντική αντιμετώπιση όποιου έχει εμπλακεί είναι η μετάνοια, η εξομολόγηση και η επιστροφή — αποκαταστατική, όχι τιμωρητική, και ποτέ αντι-μαγεία: ο χριστιανός δεν πολεμά την «κατάρα» με φυλαχτό ούτε με «καλό» μάγο.

Σύγχρονα προβλήματα

Η μαγεία και η μαντεία γνωρίζουν σήμερα εμπορική άνθηση: αστρολογία, ταρώ, μέντιουμ, «θεραπευτές ενέργειας», διαδικτυακές «προβλέψεις» — μια αγορά δισεκατομμυρίων, που σερβίρει το απόκρυφο ως ευεξία και ψυχαγωγία.5 Έτσι ο πιστός αντιμετωπίζει ως αθώο ό,τι οι κανόνες θεωρούν βαρύ αμάρτημα. Χρειάζεται διάκριση: πολλοί «μάγοι» είναι απλοί απατεώνες που εκμεταλλεύονται τον πόνο και την αγωνία — αλλά η πατερική προειδοποίηση παραμένει ότι πίσω από την ίδια την πρακτική, είτε ο ασκών είναι ειλικρινής είτε τσαρλατάνος, ελλοχεύει πραγματική δαιμονική πλάνη. Η Εκκλησία δεν καλεί στον φόβο, αλλά στην εμπιστοσύνη στον Χριστό, «τὸν πατήσαντα τὴν δύναμιν τοῦ ἐχθροῦ».

Βιβλιογραφία

Νικόδημος Ἁγιορείτης, ὅσιος, Πηδάλιον (Ἅγιον Ὄρος, 1800).

Ἀθανάσιος ὁ Μέγας, Περὶ τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Λόγου.

Συναξάριον τῶν ἁγίων Κυπριανοῦ καὶ Ἰουστίνης (2 Ὀκτωβρίου).

Παραπομπές

  1. Ἀθανασίου Ἀλεξανδρείας, Περὶ τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Λόγου, ὅπου ἡ κατάλυσις τῆς μαγείας καὶ τῆς εἰδωλολατρίας διὰ τοῦ Σταυροῦ.

  2. Συναξάριον ἁγίων Κυπριανοῦ καὶ Ἰουστίνης (2 Ὀκτωβρίου). Παρατίθεται ὡς ὀρθόδοξη ἁγιολογικὴ παράδοση — τὸ ἀρχέτυπο τῆς μετανοίας τοῦ μάγου.

  3. Μ. Βασιλείου, Κανόνες Ζ´, ΞΕ´, ΟΒ´, ΠΓ´ (ἐκ τῶν Κανονικῶν Ἐπιστολῶν πρὸς Ἀμφιλόχιον). Τὰ παρατιθέμενα ἀποσπάσματα κατὰ τὸ κείμενο τῶν ἱερῶν κανόνων (πρβλ. Πηδάλιον).

  4. Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου (ἐν Τρούλλῳ, 692), Κανόνες ΞΑ´ καὶ ΞΕ´· Συνόδου Λαοδικείας, Κανὼν ΛΣΤ´· Συνόδου Ἀγκύρας (314), Κανὼν ΚΔ´.

  5. Στοιχεῖα ἀγορᾶς ἀστρολογίας/«ψυχικῶν ὑπηρεσιῶν»· παρατίθενται ὡς τάξεις μεγέθους.