Η καταλαλιά, η κακολογία και η κατάκριση του πλησίον, ανήκει σε εκείνα τα πάθη που συχνά υποδύονται τον δίκαιο λόγο, προκαλώντας όμως βαθιά πνευματική φθορά. Η Αγία Γραφή την περιγράφει με δριμείς εικόνες, ενώ οι Πατέρες της Εκκλησίας την αναλύουν ως γενεσιουργό διαίρεσης και ως πνευματική βδέλλα που καταστρέφει εν κρυπτώ. Το παρόν άρθρο επιχειρεί μία νηφάλια έκθεση της φύσεως της καταλαλιάς, της πατερικής διαγνώσεως και του δρόμου προς την ίαση, βασισμένη στην αγιογραφική και ασκητική παράδοση.
Η φύση της καταλαλιάς και η βιβλική προειδοποίηση
Η καταλαλιά (από το «κατά» και το «λαλώ») σημαίνει τον λόγο που εκφέρεται εναντίον κάποιου, συχνά πίσω από την πλάτη του. Στην Καινή Διαθήκη ο απόστολος Ιάκωβος αφιερώνει ολόκληρη σχεδόν την περικοπή της γλώσσας στην καταστροφική της δύναμη. Στην Επιστολή του (3,5-6) σημειώνει: «ἡ γλῶσσα μικρὸν μέλος ἐστὶν καὶ μεγαλαυχεῖ· ἰδοὺ ὀλίγον πῦρ ἡλίκην ὕλην ἀνάπτει! καὶ ἡ γλῶσσα πῦρ, ὁ κόσμος τῆς ἀδικίας». Δεν είναι απλώς ένα ηθικό παράπτωμα· είναι η ίδια η πηγή αδικίας που μπορεί να πυρπολήσει ολόκληρη την ανθρώπινη συνύπαρξη. Αλλού ο ίδιος απόστολος γράφει ρητά: «μὴ καταλαλεῖτε ἀλλήλων, ἀδελφοί» (Ιακ. 4,11), ενώ στους αρχαίους ψαλμούς η καταλαλιά καταδικάζεται ως τεκμήριο υπερηφάνειας: «τὸν καταλαλοῦντα λάθρᾳ τοῦ πλησίον αὐτοῦ, τοῦτον ἐξεδίωκον» (Ψαλμ. 100,5). Ο Απόστολος Παύλος την κατατάσσει μεταξύ των χαρακτηριστικών του απεσκληρωμένου ανθρώπου (Ρωμ. 1,30), συνδέοντάς την με την απόρριψη της γνώσεως του Θεού.
Η ρίζα: υπερηφάνεια, μίσος και φθόνος
Η ασκητική εμπειρία εντοπίζει πίσω από το φαινόμενο της καταλαλιάς βαθύτερα πάθη. Ο Άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης, στη δεκάτη βαθμίδα της «Κλίμακος» που φέρει τον τίτλο «Περὶ καταλαλιᾶς», την ονομάζει «γέννημα μίσους» και «βδέλλα κεκρυμμένη». Πρόκειται για μία ασθένεια που τρέφεται από την κρυφή εχθρότητα και αντλεί ικανοποίηση από την ηδονή της υποτιμήσεως του άλλου. Όταν ο άνθρωπος μιλά εις βάρος του πλησίον, τις περισσότερες φορές το κάνει όχι από αγάπη για την αλήθεια, αλλά από μίσος, φθόνο ή αίσθημα ανωτερότητος. Ακόμη και όταν κρίνουμε τον αδελφό φαινομενικά «δίκαια», στην πραγματικότητα σφετεριζόμαστε εξουσία που ανήκει μόνο στον Θεό. Γι’ αυτό και ο ίδιος Πατήρ προσθέτει έναν λόγο που κόβει την ανάσα: «τὸ κατακρίνειν ἀναίσχυντος τοῦ Θεοῦ σφετερισμός» (Κλῖμαξ, Βαθμίδα Ι’). Με την κατάκριση ο άνθρωπος κάθεται στο θρόνο του Κριτή, πράξη που αποτελεί όχι απλώς αμαρτία, αλλά ύβριν κατά της θείας τάξεως.
Ο μηχανισμός της υποψίας κατά τον Αββά Δωρόθεο
Ιδιαίτερη αξία έχει η πνευματική ανάλυση του Αββά Δωροθέου, ο οποίος επισημαίνει ότι η καταλαλιά συχνά γεννάται από την υποψία. Ένας λογισμός εισχωρεί στον νου και, αν δεν αντιμετωπιστεί με διάκριση, μετατρέπεται σε βεβαιότητα και έπειτα σε λόγο εναντίον του αδελφού. Ο Αββάς Δωρόθεος προτρέπει: μην πιστεύεις τις υποψίες σου. Διδάσκει ότι η υποψία είναι ένα είδος πνευματικής τυφλότητος που μας κάνει να ερμηνεύουμε τις πράξεις των άλλων σύμφωνα με τα δικά μας πάθη, προετοιμάζοντας το έδαφος για την καταλαλιά και την κατάκριση. Αν ο λογισμός της υποψίας απορριφθεί τη στιγμή που αναδύεται, η καταλαλιά δεν βρίσκει καύσιμο υλικό. Έτσι, η αντιμετώπισή της αρχίζει πολύ πριν προφέρουμε τον κατακριτικό λόγο, αρχίζει στην εγρήγορση του νου.
Η πύρινη δύναμη της γλώσσας κατά τον ιερό Χρυσόστομο
Στις ομιλίες του περί γλώσσης, ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος αναδεικνύει την αντιφατική φύση αυτού του μικρού μέλους: η γλώσσα μπορεί να υμνεί τον Θεό και την ίδια στιγμή να καταριέται τον πλησίον· μπορεί να οικοδομεί και να γκρεμίζει. Για τον Χρυσόστομο, η κατάχρηση της γλώσσας για καταλαλιά και κατάκριση δεν είναι αθώα φλυαρία αλλά πνευματική πυρκαγιά, καθώς μεταδίδει την αμαρτία, διασπείρει τη διαβολή και μολύνει τόσο τον ομιλητή όσο και τους ακροατές. Ο ίδιος παρομοιάζει την καταλαλιά με φαρμάκι που δηλητηριάζει την ψυχή, επισημαίνοντας ότι ελάχιστοι αμαρτωλοί λογισμοί αρκούν για να δηλητηριάσουν ολόκληρες σχέσεις. Γι’ αυτό η παύση της καταλαλιάς είναι προϋπόθεση της πνευματικής υγείας: όπως ο άνθρωπος δεν μπορεί να πίνει ταυτόχρονα από το ποτήριο της ζωής και από της φθοράς, έτσι δεν μπορεί να δοξολογεί τον Θεό και να κατηγορεί τον αδελφό του.
Η καταλαλιά ως «κόσμος της αδικίας» και η διασπαστική της επίδραση
Όταν ο Απόστολος Ιάκωβος αποκαλεί τη γλώσσα «κόσμον της αδικίας», δείχνει ότι η αμαρτωλή ομιλία συγκροτεί έναν ολόκληρο αντικοινωνικό κόσμο. Η καταλαλιά δεν είναι ατομικό παράπτωμα· δημιουργεί δίκτυα διαπόμπευσης, φήμες και παρεξηγήσεις που διαλύουν την εκκλησιαστική και κοινωνική κοινότητα. Στην πνευματική ζωή, ο καταλαλιάς μοιάζει με αυτόν που πυρπολεί το σπίτι του γείτονα και μετά ισχυρίζεται ότι η φωτιά δεν τον αφορά. Ακόμη και η «αθώα» κουτσομπολίστικη διάθεση μπορεί να εξελιχθεί σε καρκίνωμα που τρώει την εμπιστοσύνη. Η θεραπεία ξεκινά ακριβώς με την αναγνώριση ότι η καταλαλιά έχει σοβαρές συνέπειες και δεν είναι «μικροαμαρτία»· όπως λέει ο ιερός Χρυσόστομος, το να βλάπτεις τον αδελφό με τον λόγο είναι χειρότερο από το να του κλέψεις τα υλικά αγαθά, διότι του αφαιρείς το αγαθό της υπολήψεως, που συχνά είναι αναντικατάστατο.
Ο δρόμος της θεραπείας: σιωπή, προσευχή και αυτογνωσία
Η πατερική παράδοση δεν αρκείται στη διάγνωση, αλλά προτείνει συγκεκριμένους τρόπους για την υπέρβαση του πάθους. Πρώτο θεραπευτικό βήμα είναι η σιωπή, όχι μια σιωπή φόβου, αλλά η σιωπή της προσευχής και της αυτοεξετάσεως. Ο ίδιος ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος στην ειδική βαθμίδα για την καταλαλιά συνιστά την αποχή από την κρίση του πλησίον και τη στροφή στον έλεγχο της δικής μας αμαρτωλότητος. Όποιος αγωνίζεται κατά των προσωπικών του παθών δεν προλαβαίνει να ασχοληθεί με τα πάθη των άλλων. Έπειτα, η προσευχή υπέρ του αδελφού που μας δημιουργεί τον πειρασμό της κακολογίας μετατρέπει την επιθετική ορμή σε ευλογία. Αντί να μιλήσουμε γι’ αυτόν, ας μιλήσουμε στον Θεό γι’ αυτόν. Τέλος, η αυτογνωσία που αποκτάται μέσα από τη μετάνοια βοηθά τον πιστό να αντιληφθεί ότι όσα κατακρίνει στον άλλον είναι συχνά, κατά την αρχαία ρήση, «ἃ πάσχουσι κατηγοροῦντες», προβάλλει δηλαδή τα δικά του τραύματα. Έτσι, η πνευματική υγεία οικοδομείται επάνω στην ταπείνωση και στην αμοιβαία αγάπη, που οδηγούν στην πλήρη απαλλαγή από την κατάκριση.
Ἀντὶ ἐπιλόγου
Η καταλαλιά αποτελεί έναν από τους πιο ύπουλους εχθρούς της εν Χριστώ κοινωνίας, αλλά η Εκκλησία, με τα αγιογραφικά και πατερικά της όπλα, προσφέρει σαφή χάρτη εξόδου. Ο λόγος του Ιακώβου, η πείρα του Σιναΐτου, η σοφία του Χρυσοστόμου και η διάκριση του Δωροθέου συνθέτουν μία ενιαία πνευματική πρόταση: ο πιστός καλείται να νεκρώσει τη γλώσσα της κατακρίσεως και να την αναστήσει ως όργανο προσευχής και οικοδομής. Όπως ο Κύριος προειδοποίησε ότι «ἐκ τῶν λόγων σου δικαιωθήσῃ καὶ ἐκ τῶν λόγων σου καταδικασθήσῃ» (Ματθ. 12,37), έτσι και η πορεία του μαθητή διέρχεται μέσα από τη φύλαξη του στόματος, για να καταστεί ο λόγος του φως και όχι φωτιά. Σε κάθε περίπτωση, η θεραπεία δεν είναι άλλη από τη μετοχή στην αγάπη του Χριστού, ο οποίος δέχθηκε την ανθρώπινη καταλαλιά και συκοφαντία χωρίς να αντιδικήσει, παραδίδοντας εαυτόν στον δίκαιο Κριτή.