Τα Επτάνησα αποτελούν μια μοναδική περίπτωση μέσα στον ελλαδικό χώρο, διότι η ιστορική τους πορεία δεν γνώρισε την οθωμανική κατοχή. Από το 1204 και για αιώνες βρέθηκαν υπό την κυριαρχία της Βενετίας, γεγονός που επέδρασε καταλυτικά σε όλες τις εκφάνσεις του πολιτισμού – και κυρίως στη μουσική. Στο ενετοκρατούμενο Ιόνιο αναπτύχθηκε μια ιδιότυπη μουσική παράδοση, η οποία συνδύασε το βυζαντινό υπόβαθρο με τη δυτική πολυφωνία. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, τα κάλαντα των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς απέκτησαν έναν ιδιαίτερο ήχο: την καντάδα.
Η βενετσιάνικη κληρονομιά και η Επτανησιακή Σχολή
Τα νησιά του Ιονίου, μη έχοντας βιώσει ποτέ την οθωμανική επικυριαρχία, ανέπτυξαν αδιάκοπους δεσμούς με τη Δύση. Η ενετική παρουσία, μακρά και βαθιά, εισήγαγε τη δυτική πολυφωνία – ένα είδος που στηρίζεται στην αρμονική συνύπαρξη διαφορετικών φωνών και στηρίζεται σε μείζονες κλίμακες. Αυτή η επιρροή κορυφώθηκε με τη λεγόμενη Επτανησιακή Σχολή, η οποία από τον 19ο αιώνα παρήγαγε συνθέτες όπως ο Καρρέρ και ο Λαυράγκας, γεφυρώνοντας τη δυτική κλασική μουσική με την ορθόδοξη εκκλησιαστική ψαλμωδία. Η πολυφωνία έγινε φυσικό συστατικό της θρησκευτικής και λαϊκής μουσικής έκφρασης των νησιών – και αυτό συμπεριέλαβε, αναπόφευκτα, τα εορταστικά κάλαντα.
Τι είναι η καντάδα;
Ο όρος προέρχεται από το ιταλικό «cantare» και δηλώνει μια εναρμονισμένη σερενάτα, γραμμένη συνήθως σε μείζονα τρόπο. Εκτελείται από τρεις φωνές: το πρίμο (την κύρια μελωδία), το σεκόντο (τη μέση φωνή) και το μπάσο, με συνοδεία είτε κιθάρας είτε μαντολίνου. Πρόκειται για μουσική φόρμα χαρακτηριστική του επτανησιακού αστικού και λαϊκού τοπίου, με την οποία εκφράζονταν αισθήματα χαράς, αγάπης ή εορτασμού. Στο πλαίσιο του ετήσιου εορτολογίου, η καντάδα έντυσε τα κάλαντα, προσδίδοντας στον λόγο των ημερών μιαν ανεπιτήδευτη λαμπρότητα.
Τα κάλαντα ψαλμένα ως καντάδα
Στα Επτάνησα τα χριστουγεννιάτικα και πρωτοχρονιάτικα κάλαντα δεν ψάλλονται μονοφωνικά, κατά την τροπική παράδοση της βυζαντινής ψαλτικής, ούτε συνοδεύονται από δρώμενα μασκαράδων. Αντίθετα, αποδίδονται από οργανωμένα μουσικά σύνολα – φιλαρμονικές, χορωδίες ή παρέες τραγουδιστών – που ακολουθούν την τριφωνική αρμονική δομή της καντάδας. Οι δρόμοι και οι γειτονιές αντηχούν με την συγχρονισμένη κίνηση τριών φωνών, ενώ το μαντολίνο και η κιθάρα δίνουν τον ρυθμό της εορτής. Έτσι το μουσικό ιδίωμα της Δύσης λειτουργεί ως όχημα για την ορθόδοξη ευχή της Γεννήσεως και του νέου έτους.
Ένα μαρτυρημένο πρωτοχρονιάτικο δίστιχο
Ο ερευνητής Πακτίτης, στη συλλογή του «Κερκυραϊκά Δημοτικά Τραγούδια» (1989), κατέγραψε ένα κερκυραϊκό πρωτοχρονιάτικο κείμενο για την ημέρα του Μεγάλου Βασιλείου: «Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά κι αρχή του Γεναρίου / την εορτή του μάκαρος, Μεγάλου Βασιλείου». Το δίστιχο αυτό ψάλλεται στη μουσική φόρμα της καντάδας και αποτελεί αυθεντική επτανησιακή μαρτυρία – σε αντίθεση με τον ευρύτατα διαδεδομένο στίχο «Καλήν εσπέραν άρχοντες… Χριστός γεννάται σήμερον», ο οποίος είναι πανελλήνιο πρότυπο που απλώς συχνά ενδύεται μια κερκυραϊκή μελωδία, χωρίς να συνιστά ιδιωματικό επτανησιακό κείμενο.
Η αυθεντική επτανησιακή ιδιοφωνία
Η ιδιαιτερότητα των επτανησιακών καλάντων δεν έγκειται, λοιπόν, σε κάποιο αποκλειστικό κείμενο (παρόλο που υπάρχουν εντοπισμένες παραλλαγές), αλλά στον τρόπο της μουσικής τους εκτέλεσης. Η καντάδα, με την τριφωνική της υφή και τον μείζονα χαρακτήρα της, προσδίδει στο εορταστικό άγγελμα έναν τόνο φωτεινής κατάνυξης που δύσκολα συναντάται αλλού στον ελληνόφωνο χώρο. Είναι μια μουσική γλώσσα που η Επτανησιακή Σχολή καλλιέργησε και παρέδωσε, συνδέοντας το λαϊκό θυμικό με την εκκλησιαστική ευπρέπεια.
Η πνευματική διάσταση της πολυφωνικής ψαλμωδίας
Η σύζευξη δυτικής πολυφωνίας και ορθοδόξου εορτασμού δεν είναι τυχαία ούτε ξένη προς την καθολικότητα της Εκκλησίας. Ήδη από τους βυζαντινούς χρόνους υπήρχαν παραδείγματα συμβολισμού της αρμονίας ως εικόνας της ενότητας του σώματος του Χριστού. Στην επτανησιακή καντάδα οι ξεχωριστές φωνές συνυφαίνονται χωρίς να χάνεται η προσωπικότητα καμιάς, παραπέμποντας σε μια σύνοψη της εκκλησιαστικής κοινωνίας. Ο πιστός που ακούει ή συμμετέχει στα κάλαντα αυτά δεν βιώνει απλώς ένα όμορφο άκουσμα, αλλά αντιλαμβάνεται μυστικά ότι η ίδια η εορτή αποτελεί κάλεσμα σε συμφωνία αγάπης.
Ἀντὶ ἐπιλόγου
Η επτανησιακή καντάδα, ως φορέας του χριστουγεννιάτικου και πρωτοχρονιάτικου μηνύματος, μας υπενθυμίζει ότι η ορθόδοξη λατρευτική παράδοση δεν απομονώνεται από τις πολιτισμικές ζυμώσεις της ιστορίας. Τα νησιά του Ιονίου, με τη μοναδική αυτή κληρονομιά, μας διδάσκουν ότι η πίστη αφομοιώνει, μεταμορφώνει και αγιάζει κάθε γλώσσα, κάθε μελωδία – αρκεί ο σκοπός να παραμένει η δοξολογία του σαρκωθέντος Κυρίου και η ευχή για ειρήνη στους ανθρώπους.