Ἡ Ἐκκλησία γεννήθηκε ὄχι μόνο ἀπὸ τὸ κήρυγμα, ἀλλὰ ἀπὸ τὸ αἷμα. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος προεῖπε μὲ σαφήνεια: «ἐν τῷ κόσμῳ θλῖψιν ἕξετε» (Ἰω. 16,33) — ὄχι ὡς ἀπειλή, ἀλλὰ ὡς ἀποκάλυψη τῆς φύσεως τοῦ κόσμου πρὸ τῆς συντελείας. Ἡ ἱστορία τῶν διωγμῶν δὲν εἶναι ἁπλῶς παρελθοντολογία· εἶναι ὁ πυρήνας τῆς ἐκκλησιολογίας, ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ἡ Ἐκκλησία μαθαίνει ποιὰ εἶναι.

Ρώμη: ἡ φωτιὰ ποὺ δοκίμασε τὸν χρυσό

Ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Νέρωνος, ὅταν οἱ χριστιανοὶ τῆς Ῥώμης ἐκαίοντο ὡς λαμπάδες στοὺς κήπους τοῦ αὐτοκράτορος, ἕως τὸν Διοκλητιανό, τοῦ ὁποίου ὁ «μέγας διωγμός» κλόνισε τὴν Ἐκκλησία σὲ ὅλο τὸ πλάτος τῆς αὐτοκρατορίας, τρεῖς αἰῶνες ἐγνώρισαν τὸ αἷμα ὡς ἔλεγχο πίστεως. Ὅσοι ἤθελαν νὰ γνωρίσουν τί σημαίνει νὰ πιστεύεις, δὲν εἶχαν παρὰ νὰ κοιτάξουν τοὺς ἀδελφούς τους στὴν ἀρένα.

Ὁ Τερτυλλιανός, ὁ αὐστηρὸς ἐκεῖνος ἀπολογητής, κατέγραψε αὐτὴ τὴν ἐμπειρία μὲ λέξεις ποὺ ἔγιναν παροιμία: τὸ αἷμα τῶν μαρτύρων εἶναι σπόρος γιὰ νέους χριστιανούς. Ὁ παραλογισμὸς τοῦ διωγμοῦ ἔγκειτο ἀκριβῶς ἐδῶ — ὅσο περισσότεροι θανατώνονταν, τόσο μεγαλύτερος γινόταν ὁ σπόρος. Ἡ μαρτυρία — στὴν κυριολεξία της, ὡς μαρτυρία εἰς θάνατον — ἀπεδείχθη εὐαγγελισμὸς ἀκαταγώνιστος.

Ἡ θεολογία τῆς μαρτυρίας ἀναπτύσσεται πλούσια στοὺς Πατέρες: ὁ μάρτυς δὲν πεθαίνει ὡς θύμα, ἀλλὰ ὡς εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ. Ἡ ὥρα τοῦ θανάτου του εἶναι ἡ δική του Γεθσημανῆ καὶ ὁ δικός του Γολγοθᾶς. Οἱ ὁμολογητές — αὐτοὶ ποὺ ἐβασανίζοντο χωρὶς νὰ θανατώνονται, καὶ ποὺ ἔφεραν ἐφεξῆς τὰ σημάδια τῆς πίστεώς τους στὸ σῶμα — εἶχαν στὴν ἀρχαία Ἐκκλησία ἰδιαίτερο κύρος. Οἱ κατακόμβες, ὅπου λειτουργοῦσαν κρυφὰ γύρω ἀπὸ τοὺς τάφους τῶν μαρτύρων, εἶναι ἡ ζωντανὴ μαρτυρία ὅτι ἡ Εὐχαριστία καὶ ὁ θάνατος ἀνήκουν ἀχώριστα στὴν ἴδια ἐμπειρία.

Μὲ τὸν Μέγα Κωνσταντῖνο καὶ τὴν εἰρήνη τῆς Ἐκκλησίας τὸν 4ο αἰώνα, τελειώνει αὐτὸς ὁ κύκλος — ὄχι ὅμως καὶ ἡ λογικὴ τοῦ σταυροῦ ποὺ εἶχε ἀποκαλυφθεῖ. Ὁ Εὐσέβιος Καισαρείας, στὴν Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία του, κατέγραψε ὅ,τι ἡ μνήμη διέσωσε ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς αἰῶνες· τὸ Η΄ βιβλίο εἶναι ἰδιαιτέρως τρομακτικὴ ἀναφορὰ στὴν κλίμακα τῶν Διοκλητιανείων διωγμῶν — ἡ ἀνάγνωσή του ἐπαναφέρει τὸ αἰσθητὸ βάρος ἐκείνης τῆς ἐποχῆς.

Ὁ 20ὸς αἰώνας: νεομάρτυρες ὑπὸ τὴν ἀθεϊστικὴ ἐξουσία

Ἡ ἱστορία ἐπαναλήφθηκε μὲ ὀλέθριο τρόπο στὸν εἰκοστὸ αἰώνα, αὐτὴν τὴ φορὰ ὑπὸ τὸ πρόσωπο τῶν ἀθεϊστικῶν ὁλοκληρωτικῶν καθεστώτων. Ἡ Ρωσία καὶ οἱ χῶρες ποὺ ἔπεσαν στὴν τροχιὰ τοῦ σοβιετικοῦ μοντέλου γνώρισαν διωγμοὺς ποὺ σὲ ὄγκο δὲν ὑστεροῦν ἔναντι τῶν ρωμαϊκῶν. Ναοὶ καταστράφηκαν ἢ μετατράπηκαν σὲ ἀποθῆκες καὶ μουσεῖα ἀθεϊσμοῦ. Ἱερεῖς καὶ μοναχοὶ ὁδηγήθηκαν σὲ στρατόπεδα. Ἐπίσκοποι ἐκτελέστηκαν. Ἡ πίστη κηρύχθηκε ἔγκλημα κατὰ τοῦ κράτους.

Ἡ Ρωσικὴ Ἐκκλησία ἀναγνώρισε συγκεκριμένους νεομάρτυρες καὶ ὁμολογητές· ἡ ἀγιοκατάταξή τους στὸν 21ο αἰώνα ἦταν πράξη ἐκκλησιαστικῆς μνήμης καὶ θεολογικῆς συνέχειας. Ἡ Ἐκκλησία ὁρίζει αὐτοὺς ὡς νεομάρτυρες ἀκριβῶς ἐπειδὴ ἡ Ὀρθόδοξη θεολογία δὲν κάνει χρονικὴ ἱεράρχηση στὴ μαρτυρία — ὁ ἐπίσκοπος ποὺ ἀρνήθηκε νὰ ἀποκηρύξει τὴν πίστη τὸν 20ὸ αἰώνα ἵσταται ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ Κυρίου μὲ τοὺς μάρτυρες τῆς Ρώμης.

Παράλληλα, ὀρθόδοξοι πληθυσμοὶ σὲ Μικρὰ Ἀσία καὶ Πόντο γνώρισαν ἐκτοπισμὸ καὶ ἀφανισμό· ἡ λειτουργικὴ ζωὴ αἰώνων διακόπηκε βίαια. Αὐτοὶ οἱ πόνοι εἶναι ζωντανοὶ στὴ μνήμη τῆς Ἐκκλησίας, ὄχι ὡς κατάρα, ἀλλὰ ὡς θυσία ποὺ ἐσφραγίστηκε στὴν κοινωνία τοῦ Πάθους τοῦ Χριστοῦ.

Σήμερα: τὸ αἷμα καὶ ἡ σιωπή

Οἱ διωγμοὶ δὲν ἀνήκουν στὸ παρελθόν. Στὴ Μέση Ἀνατολή, ἀπὸ τὴ Συρία ὥς τὴν Αἴγυπτο, ἐκκλησίες καίγονται, χριστιανοὶ ἐκδιώκονται ἀπὸ τὶς ἑστίες τους, κληρικοὶ δολοφονοῦνται. Κοινότητες ποὺ διέσωσαν τὴν πίστη ἐπὶ δεκαπέντε αἰῶνες ὑπὸ ποικίλες κυριαρχίες ἐκλείπουν μέσα σὲ μία γενιά. Ἡ παγκόσμια κοινὴ γνώμη σπάνια ἀνησυχεῖ.

Εἶναι ὅμως σημαντικὸ νὰ μὴ λησμονήσουμε τὴ δεύτερη, πιὸ λεπτὴ μορφὴ διωγμοῦ: αὐτὴν τοῦ δυτικοῦ κόσμου, ποὺ δὲν ὑπόσχεται θάνατο ἀλλὰ ἀδιαφορία. Ἡ κοσμικότητα καὶ ἡ θρησκευτικὴ ψυχρότητα εἶναι ἡ τελευταία μεγάλη δοκιμασία: ὁ χριστιανὸς ποὺ ἐπιλέγει νὰ μὴ μαρτυρήσει τὴν πίστη του φοβούμενος τὴν εἰρωνεία ἢ τὴν ἀπόρριψη ἔχει, μὲ ἕνα τρόπο, ὑποκύψει χωρὶς νὰ τοῦ ζητηθεῖ οὐδὲν μεγάλο. Ὁ Κύριος διακρίνει τοὺς δύο κόσμους: «μὴ φοβεῖσθε ἀπὸ τῶν ἀποκτεννόντων τὸ σῶμα, τὴν δὲ ψυχὴν μὴ δυναμένων ἀποκτεῖναι» (Μτθ. 10,28). Ἡ σιωπὴ ἐκ φόβου εἰρωνείας εἶναι μία μορφὴ ἀρνήσεως, κἂν μὴ εἶναι αἱματηρή.

Ἡ θεολογία τοῦ διωγμοῦ

Ἡ Ὀρθοδοξία δὲν ἑρμηνεύει τοὺς διωγμοὺς ὡς ἀνωμαλία τῆς ἱστορίας. Τοὺς ἑρμηνεύει ὡς τὸν φυσικὸ τρόπο ποὺ ὁ κόσμος ἀντιδρᾷ στὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ. «Εἰ ἐμὲ ἐδίωξαν, καὶ ὑμᾶς διώξουσιν» (Ἰω. 15,20) — αὐτὸ δὲν εἶναι πρόβλεψη ποὺ ἀνήκει σὲ συγκεκριμένη ἐποχή, ἀλλὰ δομικὴ ἀλήθεια περὶ τοῦ ποιός εἶναι ὁ κόσμος καὶ ποιά εἶναι ἡ Ἐκκλησία. Ἡ Ἐκκλησία ποὺ οὐδέποτε διώχθηκε θὰ ὤφειλε νὰ ἀναρωτηθεῖ ἂν συμβιβάστηκε πάρα πολύ.

Ταυτόχρονα, ἡ Ὀρθόδοξη σκέψη διακρίνει ἐπιμελῶς μεταξὺ τῆς ἀναζητήσεως τοῦ μαρτυρίου καὶ τῆς ἀποδοχῆς του ὅταν ἔλθει. Ὁ ἅγιος Κυπριανὸς ἔφυγε ἀπὸ τὴν Καρχηδόνα κατὰ τὸν διωγμὸ τοῦ Δεκίου — ὄχι ἐκ δειλίας, ἀλλὰ ἐπειδὴ τὸ ποίμνιό του τὸν χρειαζόταν. Ὅταν ἦλθε ἡ ὥρα του, δέχθηκε τὸν θάνατο χωρὶς ἀντίσταση. Ἡ ἀρχή εἶναι αὐτή: δὲν προκαλοῦμε περιττῶς, δὲν ὑποκλινόμαστε ὅμως ὅταν ζητηθεῖ ἡ ἄρνηση.

Οἱ μάρτυρες ὅλων τῶν αἰώνων εἶναι, τελικά, ἡ ζωντανότερη ἀπόδειξη ὅτι ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι ἀνθρώπινος θεσμός. Κανένας ἀνθρώπινος θεσμὸς δὲν ἐπιβιώνει διὰ τοῦ θανάτου τῶν μελῶν του. Ἡ Ἐκκλησία ἀνθεῖ ἀκριβῶς διὰ τοῦ θανάτου αὐτοῦ — ἐπειδὴ ἀκολουθεῖ Ἐκεῖνον ποὺ εἶπε ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάσταση χωρὶς Σταυρό.