Εισαγωγή

Η απίσχνανση του κοινωνικού αισθητηρίου και η απενοχοποίηση της απληστίας, η ατομικιστική ευδαιμονία και η αδιαφορία για τον άλλο, η εμπορευματοποίηση των πάντων και η οικολογική αποσύνθεση, συνιστούν τις κύριες παραμέτρους της επικρατούσας σήμερα κοσμοθεωρίας1. Κυρίαρχο ανθρωπολογικό πρότυπο είναι το ρευστό αυτο-αναφορικό άτομο, ζητούμενο του οποίου είναι η ικανοποίηση των βιολογικών του αναγκών και η ευζωία εν γένει.

Αυτή η καταστρατήγηση των αξιακών θεσμών με την σύγχρονη απομείωση της ηθικής επέφερε τη συσσώρευση του πλούτου σε ολοένα και λιγότερους ανθρώπους, την αύξηση του χάσματος πλουσίων και φτωχών, την εξαθλίωση μεγάλου πληθυσμού της γης. Σύμφωνα με έκθεση της Credit Suisse, η οποία δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Guardian στα μέσα Οκτωβρίου 2014, το 1% των Ελλήνων κατείχε το 56,1% του πλούτου της χώρας, όταν παγκοσμίως το πλουσιότερο 1% του πληθυσμού της γης διέθετε το 48% του παγκόσμιου πλούτου. Άλλη διεθνής μελέτη που εφάρμοσε σύνθετες μαθηματικές έννοιες, ελέγχοντας 43.060 παγκόσμιες επιχειρήσεις (transnational corporations) καθώς και τις μετοχικές σχέσεις αυτών (δηλαδή, την ιδιοκτησία τους), κατέληξε ότι μόλις 147 από αυτές τις διεθνείς ή παγκόσμιες επιχειρήσεις ελέγχουν το 40% της παγκόσμιας οικονομικής αξίας2. Δηλαδή, η επιβίωση και το μέλλον τού 99% τού πληθυσμού εξαρτάται από τις αποφάσεις και τις διαθέσεις μόλις του 1% του πληθυσμού και λιγότερο από το 1% των παγκόσμιων επιχειρήσεων.

Αυτή η κατάσταση, όμως, δεν συνάδει με την ανθρώπινη φύση ως δώρο Θεού. Καταστρατηγείται η έννοια της αρετής, της φιλευσπλαχνίας, της ανθρωπιάς, της απροϋποθέτου δωρεάς, της ελεημοσύνης. Διαβάζουμε στο έργο The Rich and the Poor: Philanthropy and the Making of Christian Society in Early Byzantium 3 ότι ακόμη και η σημασία του όρου ελεημοσύνη δεν μπορεί να καλύψει την ουσία του όρου ευλογία, η οποία αναδεικνύει την δωρεά του Θεού προς τον άνθρωπο και από τον άνθρωπο στον ισότιμο συνάνθρωπο, χωρίς την έννοια του ελέους του ανωτέρου προς τον ασθενέστερο οικονομικά ή ενδεή. Μάλιστα, η ευλογία αναφέρεται ως το υλικό δώρο που δεν επιφέρει καμμία υποχρέωση ούτε στον δωρητή ούτε στον παραλήπτη· επομένως, δεν ενέχει ούτε επιβάλλει καμμία έννοια ανταπόδοσης. Υπό αυτό το σκεπτικό διακρίνεται η περίπτωση της ευλογίας ως το σύμβολο του ιερού πλούτου, καθότι, από τη μια, δωρήθηκε από τον Θεό σε άξιους ανθρώπους μέσω ανθρώπινων παραγόντων, από την άλλη, ο παραλήπτης του έπρεπε να μεταβιβάσει τα αγαθά αυτού του πλούτου –μερικά ή όλα– στους άλλους ανθρώπους. Γίνεται σαφώς λόγος περί μιας θρησκευτικής οικονομίας, κατά την οποία ‘δίνεις χωρίς να παίρνεις’, κάτι που προφανώς σήμερα δεν υπάρχει ούτε κατά ψήγμα.

Σήμερα το χρήμα μέσα από τα δάνεια και τους τόκους έχει κυριαρχήσει σε όλες τις κοινωνίες και οικονομίες. Ο ορισμός του τόκου και του δανείου μπορεί να αναζητηθεί μεταξύ άλλων και σε λεξικά. Στο Λεξικό της Ακαδημίας Αθηνών4, ως τόκος ορίζεται το κέρδος που αποφέρει δανεισμένο ή κατατεθειμένο στην τράπεζα χρηματικό ποσό το οποίο τελεί υπό ορισμένο επιτόκιο. Από την άλλη, ως δάνειο ορίζεται το χρηματικό ποσόν ή άλλο ανταλλάξιμο αντικείμενο που καταβάλλεται σε κάποιον από ιδιώτη, εταιρία ή χρηματοπιστωτικό οργανισμό με την υποχρέωση απόδοσής του, με ή χωρίς τόκο, σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα5.

Οι Πατέρες, όπως αναφέρθηκε ήδη, διδάσκουν, διά του φωτισμένου πνεύματός τους, ότι τρία είναι τα κύρια πάθη που συναστεύουν τον άνθρωπο: φιλαργυρία – φιληδονία – αλαζονεία6.

Εξετάζοντας αντικειμενικά το χρήμα, όλοι οι άνθρωποι έχουν την ανάγκη του για την ικανοποίηση των βιοτικών αναγκών. Αυτή είναι η πρακτική αξία του χρήματος. Όπως αναφέρεται στην Κλίμακα του Αγίου Ιωάννη του Σιναΐτη, η φιλαργυρία είναι αυτή που δημιούργησε μίση και κλοπές και φθόνο και χωρισμούς και έχθρες και ζάλες και μνησικακίες και ασπλαχνίες και φόνους7.

Κατά τα πρώτα χρόνια, η επικράτηση του Χριστιανισμού επηρέασε λιγότερο από όσο θα περίμενε κανείς το καθεστώς των δανειοδοτήσεων στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Η Παλαιά Διαθήκη καταδικάζει απερίφραστα τον έντονο δανεισμό σε φτωχούς, ο δε Ιησούς εμφανίζεται στα Ευαγγέλια να προτρέπει τους μαθητές Του να δανείζουν απλόχερα σε όποιον έχει ανάγκη, δίχως να απαιτούν ή να αναμένουν καν την αποπληρωμή των δανείων8. Η χριστιανική διδασκαλία έδωσε και δίδει έμφαση στη γενναιοψυχία-γενναιοδωρία, την αλληλεγγύη, την εμπιστοσύνη και τη χορήγηση άτοκων δανείων και γενναίων οικονομικών διευκολύνσεων, μετέδωσε την άνευ όρων αγάπη στον πλησίον. Ωστόσο, στην Καινή Διαθήκη ειδικότερα, δεν απαγορεύεται ο έντοκος δανεισμός και, σταδιακά, όσο πιο μαζικός γινόταν ο Χριστιανισμός τόσο μειωνόταν η αφιλοκερδής αλληλοϋποστήριξη μεταξύ των μελών του9. Για παράδειγμα, ο Επίσκοπος Καρχηδόνας Κυπριανός, το 250 μ.Χ. αναφερόταν με λύπη σε χριστιανούς επισκόπους που πλούτιζαν χορηγώντας έντοκα δάνεια10. Σχεδόν εκατό χρόνια αργότερα, οι παραινέσεις του Μεγάλου Βασιλείου και του Γρηγορίου Νύσσης προς τους δανειστές και τους δανειολήπτες, ήρθαν για να απαγορεύσουν στους κληρικούς να χορηγούν έντοκα δάνεια. Παρά ταύτα, η γενική πρακτική στον πληθυσμό, του έντοκου δανεισμού και των υψηλών δανείων και τόκων που οφείλονται να καταβληθούν, είχε λάβει τεράστιες διαστάσεις.

Ανάγκη χρημάτων έχουν και οι άνθρωποι σήμερα, αλλά στον σύγχρονο κόσμο υπάρχει εξάρτηση, νιώθουμε δέσμιοι στο χρήμα και επιδεικνύουμε μια ιδιαίτερη προσκόλληση σ’ αυτό. Οι θεοφόροι άνθρωποι δεν είχαν προσκόλληση στο χρήμα· είτε είτε διέθεταν είτε όχι πλούτο, το ίδιο ήταν γι’ αυτούς11. Κλασική περίπτωση ο Μ. Βασίλειος και η δημιουργία της Βασιλειάδας, ολόκληρο γενικά το έργο του βίου του.

Οι Πατέρες και η Ορθοδοξία γενικότερα δεν αναφέρονται μόνο στο «επέκεινα» αλλά και σε τρέχοντα κοινωνικά και πνευματικά προβλήματα. Τα κοινωνικά προβλήματα και αμαρτήματα έχουν πνευματικό χαρακτήρα διότι απομακρύνουν τον άνθρωπο από τη Χάρη του Θεού12.

Οι Πατέρες της Εκκλησίας καυτηρίαζαν με σφοδρότητα τον δανεισμό και τη λήψη τόκου είτε ήταν νόμιμη είτε παράνομη. Ο τόκος χαρακτηριζόταν ως απάνθρωπος, ως μια μορφή ληστείας.

Ακολούθως, θα εξετάσουμε τις απόψεις Πατέρων για τον δανεισμό και τον τόκο και συγκεκριμένα τις απόψεις του Μεγάλου Βασιλείου και του Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου, ώστε να αποτυπωθεί ευκρινώς η εικόνα περί των απόψεων δύο κορυφαίων Ιεραρχών της Εκκλησίας και της βυζαντινής διανόησης και θεολογίας περί του υπό εξέταση ζητήματος.

Μέγας Βασίλειος: Οὐκ ἐκτοκιεῖς τῷ ἀδελφῷ σου τόκον ἀργυρίου καὶ τόκον βρωμάτων καὶ τόκον παντὸς πράγματος, οὗ ἐὰν ἐκδανείσῃς.

Ο Μέγας Βασίλειος (327-379 μ.Χ.) υπήρξε μία από τις επιφανέστερες προσωπικότητες του 4ου αιώνα. Οι απόψεις του για τον δανεισμό έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον λόγω των μεγάλων εναλλαγών στην κοινωνική και οικονομική του κατάσταση: γιος γαιοκτήμονα με τεράστια περιουσία, σπούδασε ρητορική και φιλοσοφία, μα απαρνήθηκε την προοπτική μιας κοσμικής σταδιοδρομίας· πούλησε την περιουσία του, βαπτίστηκε χριστιανός και αφοσιώθηκε στον ασκητικό βίο και τις αγαθοεργίες, αποκτώντας παράλληλα μεγάλη επιρροή και ισχυρές διασυνδέσεις στην αυτοκρατορική διοίκηση13.

Ο Μέγας Βασίλειος, στην ομιλία του Κατά Τοκιζόντων, έχει ως αφετηρία το τελικό τμήμα (το πέμπτο), του 14ου ψαλμού του Δαβίδ, όπου αναφέρεται:

τὸ ἀργύριον αὐτοῦ οὐκ ἔδωκεν ἐπὶ τόκῳ καὶ δῶρα ἐπ᾿ ἀθῴοις οὐκ ἔλαβεν. ὁ ποιῶν ταῦτα, οὐ σαλευθήσεται εἰς τὸν αἰῶνα.

δηλαδή, σε απόδοση στη νέα Ελληνική γλώσσα14:

ο άνθρωπος αυτός δεν εκμεταλλεύεται ποτέ τον φτωχό στην ανάγκη του, αλλά δανείζει άτοκα τα χρήματά του και δεν παίρνει ποτέ δώρα για να αδικήσει αθώους ανθρώπους. Εκείνος που κάνει αυτά θα παραμείνει αιώνια ασάλευτος και ακλόνητος μέσα σε οποιεσδήποτε προσβολές και κινδύνους.

Ο Μέγας Βασίλειος, στην ομιλία του τονίζει το απευκταίο του τοκιζόμενου δανεισμού, διότι, όπως αναφέρεται σε πολλά χωρία της Αγίας Γραφής, θεωρείται ως αμαρτία15. Αναφέρει ότι και ο Ιεζεκιήλ μεταξύ των μεγάλων κακών τοποθετεί το να καρπώνεται κάποιος τόκο και πλεονάσματα, τα οποία ο νόμος κατηγορηματικώς απαγορεύει. Άλλωστε, συνεχίζει, στην πόλη, η οποία είναι πλούσια σε πλήθος αμαρτιών, δεν λείπει ο τόκος και ο δόλος.

Ο τόκος είναι υπερβολική απανθρωπία, καθώς ο μεν δανειζόμενος να στερείται ακόμη και των αναγκαίων και ζητεί δάνειο για να επουλώσει οικονομικές πληγές στη ζωή, ο δε άλλος δεν αρκείται στο κεφάλαιο, αλλά επινοεί νέα κέρδη από τις συμφορές του πτωχού και συγκεντρώνει πλούτο.

Ο φιλάργυρος παρουσιάζεται ως άκαμπτος και ως αμείλικτος στις ικεσίες, δεν λυγίζει αλλά απαιτεί την επιστροφή του δανείου επιφορτώνοντας και τους τόκους. Από την άλλη, ο άνθρωπος ο οποίος αδυνατεί να εξοφλήσει τους τόκους, εμμέσως πλην σαφώς καθίσταται δούλος για όλη του την ζωή.16

Ο Μέγας Βασίλειος αναφέρεται αναλυτικότερα στη συμπεριφορά των τοκογλύφων απέναντι στους πτωχούς. Στηλιτεύει το γεγονός ότι ο τοκογλύφος, αντί να παρηγορήσει την ένδεια του ανθρώπου, επιβαρύνει και εντείνει την φτώχεια του (απαιτώντας τόκο), ωσάν να ζητεί να καρποφορήσει η έρημος. Σχολιάζει, όμως, και τη ζωή του δανειολήπτη, ως αγωνιώδη· ο δανειολήπτης, όταν λαμβάνει τα χρήματα του δανείου, είναι περιχαρής· με ξένη, όμως, λαμπρότητα και πολυτελή ενδύματα, συνοδευόμενος από κόλακες και κηφήνες των σπιτιών.

Ωστόσο, όταν τα χρήματα εξαντλούνται και ο χρόνος αρχίζει να προχωράει, τότε αρχίζουν να εμφανίζονται οι τόκοι και η υποχρέωση καταβολής τους. Οι νύκτες πλέον δεν φέρνουν ανάπαυση ούτε ο ήλιος ευχαρίστηση, διότι ο χρεωφειλέτης οφείλει πλέον να πληρώσει τους τόκους σε προκαθορισμένες και πιεστικές ημερομηνίες17.

Επειδή ακριβώς ο δανειζόμενος δεν είναι ελεύθερος, συμβουλεύει να χρησιμο­ποιεί κάποιος τα δικά του ενδύματα, σκεύη, ζώα και αγγεία και να έχει την ελευθερία του.18

Ο Μέγας Βασίλειος θεωρεί ότι το δάνειο αποτελεί την αρχή του ψεύδους και των συναφών κακών, καθόσον αποτελεί αφορμή αχαριστίας, αγνωμοσύνης, επιορκίας και καταστροφή φιλίας. Προτιμότερο είναι να είναι κάποιος πτωχός και ελεύθερος, παρά να λαμβάνει δάνειο. Το δάνειο ορίζεται ως μικρή αναβολή της αμηχανίας· όπως ακριβώς αναφέρει, «… το δάνειο δεν σου φέρει παντελή απαλλαγή, αλλά σου παρέχει μικρά αναβολή της αμηχανίας σου. Ας υποφέρουμε σήμερα τις δυσκολίες της στερήσεως και να μη τις φορτώσουμε στην αυριανή ημέρα. Αν δεν δανεισθείς, θα είσαι το ίδιο πτωχός και σήμερα και στο μέλλον, εάν δανεισθείς, θα βασανίζεσαι σκληρότερα, διότι ο τόκος θα σου αυξήσει περισσότερο τη φτώχεια. Και τώρα μεν κανείς δεν σε κατηγορεί που είσαι πτωχός, διότι το κακό είναι αθέλητο. Εάν δεν γίνεις υπεύθυνος για τόκους, δεν υπάρχει κανείς που δεν θα σε κατηγορήσει για την απερισκεψία σου».19

Συμβουλεύει επίσης τους δανειολήπτες να μην εμπιστεύονται αβέβαιες ελπίδες και να μην δανείζονται απερίσκεπτα σαν να έχουν νηπίου νου20. Θεωρεί τον δανεισμό σαν να προσπαθεί κάποιος να θεραπεύσει τα τραύματα με νέο τραύμα και το κακό με κακό. Ούτε η φτώχεια επανορθώνεται με το δάνειο· αντιθέτως, δημιουργεί άγχος και το άγχος των πλουσίων μεταδίδεται και στον χρεοφειλέτη· και τότε ο τόκος του δανείου γεννά πόνους και λύπες. Η πλεονεξία που λέγεται τόκος (γέννα), σύμφωνα με τον Μέγα Βασίλειο, ονομάστηκε έτσι, εξαιτίας του ότι προκαλεί γονιμότητα του κακού21. Θεωρείται ως τόκος για τις ωδίνες και τη λύπη που προξενεί στις ψυχές όσων δανείζονται22. Ο δε τόκος πάνω στον τόκο, χαρακτηρίζεται ως γέννημα πονηρών γονέων, ως γέννημα εχιδνών.23

Συνεχίζοντας αναφέρει ότι τα ζώα, όταν γεράσουν δεν γεννούν· αντιθέτως, τα χρήματα των πλεονεκτών συνεχίζουν να προσαυξάνονται χρόνο με τον χρόνο. Όταν δε είναι νέα, γεννούν, και, όταν παλιώσουν, ανανεώνονται. Επομένως, για τον άνθρωπο που βρίσκεται σε δυσχέρεια, είναι καλύτερο να μην αποκτήσει την εμπειρία αυτού του αλλόκοτου θηρίου24.

Σε άλλον λόγο του, Πρὸς τοὺς Πλουτούντας, την φιλαργυρία και τον πλούτο δεν θα λυπηθεί ο θάνατος ούτε θα λάβει υπόψη του για να προσθέσει μία ακόμη ημέρα στη ζωή ενός ανθρώπου25.

Είναι προτιμότερο για κάποιον να ζητιανεύει, παρά να μην επιστρέφει τα χρήματα. Όσοι δανείζονται συνεχώς, καμαρώνουν λίγο χρόνο με τα ξένα χρήματα και αργότερα θρηνούν ή καταστρέφονται26.

Το χρέος λειτουργεί επιβαρυντικά και για τις επόμενες γενεές και για τους κληρονόμους. Όπως τονίζει ο Μέγας Βασίλειος, δεν πρέπει κάποιος να αφαιρεί την ευγένεια των παιδιών του με τα χρέη που αφήνει μετά θάνατον. Δεν πρέπει να κληροδοτεί γραμμάτιο, διότι, ως κατάρα πατρική, φθάνει μέχρι τα παιδιά και τα εγγόνια27. Άλλωστε, ο δανειστής, όταν πρόκειται να χαρίσει χρήματα στον πτωχό, δεν τον ελεεί αλλά δανείζει τον Θεό.

Γενικά, ο Μέγας Βασίλειος, παρ’ ότι ξεκινά ασκώντας κριτική στους τοκιστές, στρέφει τα βέλη του κυρίως εναντίον των οφειλετών που δανείζονταν ασυλλόγιστα. Η αντιμετώπιση αυτή εκφράζει την Ελληνική πραγματικότητα του δημόσιου τομέα των τελευταίων δεκαετιών. Η σχεδόν μόνιμη ύπαρξη ελλειμμάτων στον κρατικό προϋπολογισμό, συνοδευόταν από συσσώρευση δημοσίου χρέους, το οποίο, παρ’ ότι φαινόταν ότι μελλοντικά δεν θα μπορούσε να εξυπηρετηθεί –δηλαδή, να πληρωθούν τουλάχιστον οι τόκοι του–, οι πολιτικοί ηγέτες συνέχιζαν να αγνοούν και να εθελοτυφλούν μπροστά στο πρόβλημα.

Εντούτοις, η νοοτροπία αυτή, δηλαδή του οφειλέτη που δανειζόταν ασυλλόγιστα, μεταδόθηκε και στον ιδιωτικό τομέα και κυρίως στα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις. Στοιχεία της αύξησης της κατανάλωσης μέσω ασυλλόγιστου δανεισμού ήταν η μεγάλη χρήση πιστωτικών καρτών, η λήψη προσωπικών και καταναλωτικών δανείων κάθε ατόμου από περισσότερες από μία τράπεζες (εάν όχι από όλες τις τράπεζες). Τα δάνεια αυτά ήταν φανερό εξ αρχής, από την ονομασία τους, ότι κάλυπταν άλογες ή παράλογες ανάγκες. Ονομάζονταν εορτοδάνεια, διακοποδάνεια, δάνεια αγοράς αυτοκινήτου, οικοσκευής, εξοχικής κατοικίας, αλλά και πιστωτικές κάρτες για αγορά ρούχων, ηλεκτρικών συσκευών, συνδρομής σε γυμναστήρια και ινστιτούτα ομορφιάς/αισθητικής.

Όλα αυτά καταδείκνυαν την τάση για καταναλωτισμό και την πλεονεξία του ανθρώπου, καθιστώντας επίκαιρα όσα αναφέρει ο Μέγας Βασίλειος28: «όσα βλέπει ο οφθαλμός, αυτά επιθυμεί και ο πλεονέκτης. Ο Άδης δεν είπε ποτέ, αρκεί, ούτε ο πλεονέκτης είπε ποτέ, φθάνει. Η θάλασσα γνωρίζει τα όριά της, η νύχτα δεν ξεπερνάει τα πανάρχαια οροθέσιά της, αλλά ο πλεονέκτης δεν λογαριάζει χρόνο, δεν μπορεί να θέσει όρια, δεν καταλαβαίνει ότι υπάρχουν διάδοχοι και κληρονόμοι. Μιμείται τη βιαιότητα της φωτιάς, όλα τα διευθετεί, για όλα εγείρει αξιώσεις και όλα, θεωρεί, πως ανήκουν σ’ αυτόν».

Κατόπιν ειδικότερης μελέτης σε χωρία των έργων του Μ. Βασιλείου, πληροφορούμαστε ότι ο οφείλων και από πολλές σκοτούρες βασανίζεται και από τα χρονικά περιθώρια εγκλωβίζεται –χάνοντας προφανώς την ελευθερία των κινήσεων και των επιλογών του.29 Η έμφαση που δίδει στον μη δανεισμό κλείεται στη φράση «Πλούσιος εἶ; μὴ δανείζου. Πένης εἶ; μή δανείζου» . Η δε αιτιολόγηση που παραθέτει αποτελεί επιτομή σοφίας: «Εἰ μὲν γάρ εὐπορεῖς, οὐ χρήζεις δανείσματος· εἰ δὲ οὐδὲν ἔχεις, οὐκ ἀποτίσεις τὸ δάνειον».30 Ο συνετός άνθρωπος πρέπει να αποφεύγει την επιδίωξη του πλουτισμού, διότι η επιθυμία του πλούτου αποτελεί τον πατέρα της αμαρτίας και γι’ αυτό επιβουλεύεται την ψυχή του ανθρώπου.31 Όσο συνεχίζει κάποιος να δανείζει χρήματα με τόκο, τόσο πιο πολύ βαραίνει την ψυχή του η αμαρτία. Μόνο φάρμακο είναι η διαγραφή του χρέους του αδυνάτου και η εκούσια εξάλειψη των λελογισμένων τόκων.32

Ο τοκογλύφος, προκειμένου να αυξήσει τον πλούτο του, βαθαίνει όλο και πιο πολύ στον βούρκο της αμαρτίας. Όταν οι γεωργοί προσεύχονται για να ποτιστεί η γη με βροχές ώστε να αυξηθεί η παραγωγή, ο τοκογλύφος επιζητεί την ένδεια και την απορία των συνανθρώπων, του πλησίον, ώστε να πολλαπλασιαστούν τα κέρδη του. Έτσι η σχέση του προς τον άτυχο δανειζόμενο περιγράφεται γλαφυρά: «Ὁ μὲν ὥσπερ κύων ἐπιτρέχει τῇ ἄγρα· ὁ δὲ ὥσπερ ἕτοιμον θήραμα καταπτήσσει τὴν συντυχίαν».33

Ο ιερός Πατέρας είναι σαφής: ο τοκογλύφος αποκομίζει άδικο κέρδος. Αυτό το άδικο κέρδος, αν καταδεχθεί και το ξοδέψει προς όφελος των φτωχών και ενδεών, και καταφέρει να απαλλαχθεί από την ασθένεια της φιλοχρηματίας –αφού για ασθένεια πρόκειται–, τότε θα γίνει δεκτός ακόμη και στην ιερωσύνη.34

Η δανειοδότηση μετά τοκισμού σε φτωχούς ανθρώπους είναι βαρύ αμάρτημα, διότι έχει στενή συνάφεια και με την φιλαργυρία. Παροτρύνεται, λοιπόν, ο ηθικός και συνετός άνθρωπος, όταν ο νους του αρχίζει να επισπάται στην φιλαργυρία και να απομακρύνεται από την φιλαδελφία, να αντιδράσει δυναμικά και με σθένος το οποίο θα αντλήσει από την πίστη στον Χριστό.35 Ο τόκος δεν επιτυγχάνει κάτι καλό, αντιθέτως, επιτείνει την πενία·36 γι’ αυτό, όταν ο άνθρωπος βρίσκεται σε μεγάλη ανάγκη, είναι απείρως προτιμότερο να υπομείνει τα δεινά της ακραίας φτώχειας, παρά να υποστεί τις συμφορές τις οποίες επιφέρει ο τοκισμός πιθανού δανείου.37 Μάλιστα, στην προσπάθειά του να πείσει σε μεγαλύτερο βαθμό με ουσιώδη αποτελέσματα, ο Μ. Βασίλειος προσδίδει στην Ὁμιλία του παραβολική μορφή λέγοντας: Είναι αδύνατον από τα αγκάθια να μαζέψει κανείς σταφύλια και από τριβόλια σύκα. Άλλο τόσο αδύνατον είναι να γευθεία από τόκους φιλανθρωπία, διότι «πᾶν δένδρον σαπρὸν καρποὺς πονηροὺς ποιεῖ».38 Και αναρωτιέται: το μυρμήγκι ούτε ζητιανεύοντας ούτε δανειζόμενο ζει και η μέλισσα από το περίσσευμα της τροφής της παρέχει αφιλοκερδώς στους βασιλείς ευγενή τροφή, μολονότι σε αυτά η φύση δεν χάρισε χέρια και τέχνες. Εσύ, «εὐμήχανον ζῷον» άνθρωπε, δεν θα βρεις, εκτός του αισχρού δανεισμού, έναν θεάρεστο και φυσικό τρόπο να ζήσεις; 39

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: Γιατί τέτοιοι εἶναι οἱ τόκοι - κατατρώγουν καὶ κατασπαράσσουν τὶς ψυχὲς τῶν δυστυχισμένων ἀνθρώπων περισσότερο ἀπὸ τὰ θηρία

Στη διακονία του λόγου του Θεού τόσο πολύ διακρίθηκε ο ιερός Πατήρ, ώστε σύντομα του αποδόθηκε η προσωνυμία Χρυσόστομος. Σκοπός των ομιλιών του ήταν πάντοτε η διαποίμανση και η πνευματική πρόοδος των ακροατών του και γι’ αυτό φρόντιζε σε κάθε ομιλία να εξάγει και πνευματικά διδάγματα40.

Δόξαζε πάντα τον Θεό («Δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν») και υποστήριξε ότι αυτοί που πραγματικά αδικούνται και προσβάλλονται και δεινοπαθούν, είναι εκείνοι που διαπράττουν τις αδικίες41.

Ο Ιερός Χρυσόστομος (349-407μ.Χ.) χαρακτηρίζει την πλεονεξία των πλουσίων ως ειδωλολατρία,42 διότι έτσι ονομάζει ο Παύλος την πλεονεξία43. Θεωρεί ότι η πλεονεξία κάνει τους ανθρώπους θηρία και δαίμονες, αθλιότερους και από τους επαίτες44. Πλούσιος είναι για τον Ιερό Χρυσόστομο, εκείνος ο οποίος δίνει πολλά και όχι εκείνος που έχει πολλά,45 επειδή ο φιλάργυρος δεν αγαπά τον πλησίον46.

Όταν, βέβαια, συγκεντρωθούν η φιλαργυρία, η φιλαυτία47 και η αλαζονεία τότε για την τέλεια καταστροφή απομένει η αχαριστία. Διότι, πώς μπορεί να είναι ο φιλάργυρος ευχάριστος; σε ποιον θ’ αναγνωρίσει ευγνωμοσύνη48; Όπου, όμως, υπάρχει αγάπη, η φιλαργυρία απουσιάζει. Την φιλαργυρία, μάλιστα, την χαρακτηρίζει ως ακόρεστη μέθη και ως μανία. Οι μεθύοντες δεν γνωρίζουν ακριβώς τι πράττουν, ενώ, όσοι έχουν προσβληθεί από την μανία του πλουτισμού βαδίζουν ακάθεκτοι στην συμφορά τους, αφού όσο βλέπουν να αυξάνεται η περιουσία τους, τόσο πιο πολύ ανάβει η επιθυμία τους να κερδίζουν χρήματα. Αυτή η πονηρή όρεξή τους δεν αναχαιτίζεται μέχρις ότου οδηγηθούν στον πυθμένα της κακίας.49 Σε άλλο σημείο, προκαλεί εντύπωση η σύνθεση του λόγου του περί της φιλαργυρίας: είναι η ρίζα αλλά και η ακρόπολη και ο κολοφώνας όλων των κακών και ορίζεται ως «ἡ λύσσα τῶν χρημάτων», από την οποία ο ‘ασθενής’ δεν μπορεί να ξεφύγει και περιπέφτει σε ολέθρια πάθη.50 Όσοι είναι «ἐρασταὶ τῆς φιλαργυρίας», επειδή η ψυχή τους είναι γεμάτη ακαθαρσία, δεν αισθάνονται την δυσωδία στην οποία ζουν· η ζωή τους είναι όλη νόσημα από το οποίο, όταν θεραπευθούν, τότε θα δουν και θα αντιληφθούν το ειδεχθές στο οποίο ήταν βυθισμένοι.51

Τα χρήματα πρέπει να τα έχει κάποιος για να ανακουφίζει άλλους από τη φτώχεια και όχι για να διαπραγματεύεται με τη φτώχεια52. Γενικότερα, για τον Ιερό Χρυσόστομο, ο θαυμασμός των υλικών αγαθών δείχνει πνευματική ανωριμότητα53.

Οι υλιστές θρηνούν για τις υποθέσεις τους, περιεργάζονται τις περιουσίες άλλων και αναλογίζονται πώς τον μεν ένα θα τον πείσουν, τον άλλον θα τον εκφοβίσουν, τον τρίτο θα τον κολακέψουν, τον άλλο θα τον εκβιάσουν, τον άλλο θα τον εξυπηρετήσουν, περιστρέφοντας στη σκέψη τους συκοφαντίες, αγορές, πωλήσεις, διαθήκες, εγγυήσεις, τόκους, κεφάλαιο –όλο, δηλαδή, το φορτίο και το πλήθος αυτών των κακών54.

Ειδικά περί τον τοκισμό, ο Ιερός Χρυσόστομος, τον χαρακτηρίζει ως θεσμό απάνθρωπο και τον τοκίζοντα ως αρπακτικό. Χαρακτηρίζει τους τοκιστές εμπόρους των αλλότριων συμφορών και εκμεταλλευτές της δυστυχίας των συνανθρώπων τους55. Δανείζοντας χρήματα με τόκο στον φτωχό συνάνθρωπο, ο δανειστής τού ετοιμάζει μεγαλύτερη συμφορά. Ο Ιερός Χρυσόστομος προτείνει στον δανειστή, ως αντάλλαγμα της βοήθειας που προσφέρει, να μην πάρει τόκο, αλλά να κερδίσει με αυτή του την αγαθοεργία την αιώνια ζωή56. Να μην χάσει κάτι μεγάλο για λίγα χρήματα που χάνονται. Να μην παραβλέπει τον πλούσιο κύριο για να κυνηγήσει τον φτωχό άνθρωπο.

Ο Κύριος θα ανταποδώσει κάθε ευεργεσία που κάνει ο δανειστής, επειδή ο άνθρωπος στενοχωριέται όταν επιστρέφει ότι δανείστηκε57. Ο δανειστής δύσκολα χαρίζει και το ένα εκατοστό από τα δανεικά, ενώ Εκείνος εκατονταπλάσια σου ανταποδίδει και την αθανασία σου χαρίζει. Ο μεν δίνει τα δανεικά βαρυγκομώντας, ενώ Εκείνος σού ανταποδίδει τις αγαθοεργίες με επαίνους και εγκώμια. Ο μεν νιώθει για τον πλησίον μίσος, ενώ Εκείνος σού ετοιμάζει με αγάπη στεφάνια δόξας. Ο δανειστής απρόθυμα σου δίνει σε αυτήν τη ζωή ό,τι σου χρωστάει, ενώ Εκείνος πρόθυμα σου δίνει και σε αυτήν τη ζωή και στην άλλη όσα δεν σου χρωστάει.

Τι πιο ανόητο λοιπόν από το να μη γνωρίζεις πως θα αποκτήσεις το μεγαλύτερο κέρδος; Γιατί, σύμφωνα με τον Ιερό Χρυσόστομο, τα χρήματα πρέπει να τα αποκτάει κανείς σαν πραγματικός κύριος και όχι σαν δούλος τους. Κανείς δεν είναι πιο άμυαλος από τον δούλο των χρημάτων. Νομίζει ότι τα εξουσιάζει, ενώ εκείνα τον εξουσιάζουν. Ενώ στη πραγματικότητα έχει σκλαβώσει τον εαυτό του, ικανοποιείται σαν να είναι αφέντης. Ενώ βλέπει έναν λυσσασμένο σκύλο να ορμάει εναντίον της ψυχής του, αντί να τον δέσει και να τον λιώσει από την πείνα, του δίνει όλο και περισσότερη τροφή, για να γίνει πιο φοβερός και να του επιτεθεί με μεγαλύτερη ορμή58. Στην ουσία, όμως, τα χρήματα υπάρχουν για να εξαλείπτουν τη φτώχεια και όχι να την επαυξάνουν59.

Μία προσεκτικότερη μελέτη ειδικότερων χωρίων σε έργα του Ιωάννη του Χρυσοστόμου φωτίζει λεπτομερέστερα τις θέσεις στο ζήτημα του δανεισμού και του τόκου. Στο «Ὁμιλίαι εἰς τὴν Γένεσιν», θεωρεί τόσο βαρύ αμάρτημα την επιβολή τόκου, ώστε την απαγόρευσή της υπό του Θεού χαρακτηρίζει ως λαμπρό δείγμα της φιλανθρωπίας Του. Στην αιτιολόγηση αυτής της θέσης αναφέρει ότι τόσο ο δανειστής και τοκίζων όσο και ο δανειολήπτης υπομένουν «τὴν βλάβην», καθώς ο μεν πλουτίζει αθέμιτα ο δε νιώθει την οικονομική κατάστασή του να επιδεινώνεται.60

Σε ιδιαίτερα συχνές αναφορές προς τα χρήματα προβαίνει ο ιερός Πατέρας. Τα θεωρεί υπαίτια για την ζημία που υφίσταται η ψυχή του ανθρώπου, καθώς την σπαράσσουν διά πειρασμών, την πολιορκούν με επιθυμίες την καταξαίνουν με ασέλγειες, την καταισχύνουν με θυμό και την κατατείνουν με τα πάθη που προκαλούν.61 Η επιθυμία των χρημάτων ταράζει τον λογισμό σε τέτοιον βαθμό, ώστε θα πρέπει να επειγόμεθα για να αποφύγουμε την ολέθρια βλάβη. Έτσι μόνο θα μπορέσει ο άνθρωπος να κατακόψει την ρίζα όλων των κακών.62 Πολλά είναι τα κακά που γεννώνται από αυτήν τη ρίζα· απονιά, ραθυμία, φθόνος, κενοδοξία τα κυριότερα. Αν κοπεί εντελώς η ρίζα, τότε δεν θα «βλαστάνει τὰ πονηρὰ βλαστήματα».63 Ακόμη περισσότερο, από την προσθήκη των χρημάτων και την αγάπη που γεννούν για τα ίδια, «τίκτονται αἱ ἐπιβουλαί, αἱ βασκανίαι, ὁ φθόνος ὁ πολύς, τὰ μυρία ἄλλα κακά».64

Παραπομπές

  1. Φωτίου, Στ., (2018), Απληστία και άφρονες πλούσιοι, στο Συλλογικό Τόμο «Απληστία και Άφρονες Πλούσιοι», Εκδόσεις Αρμός, Αθήνα, σ. 11.

  2. Vitali, S., Glattfelder, J., and Battiston, S., (2011), The Network of Global Corporate Control , PLoSONE, Vol.6, Issue 10, pp. 1-6.

  3. Caner, D., (2021), The Rich and the Poor: Philanthropy and the Making of Christian Society in Early Byzantium, University of California Press, https://www.ancientjewreview.com/read/2024/2/4/ajr-conversations-the-rich-and-the-poor, , όπου αναφέρεται ότι ως έννοια προήλθε από το Β΄ Κορ. 8,5-12.

  4. Ακαδημία Αθηνών, (2016), Χρηστικό Λεξικό της Νεοελληνικής Γλώσσας, τόμος 6ος, Εκδόσεις ΔΟΛ ΑΕ, σ. 420.

  5. Ακαδημία Αθηνών, (2016), Χρηστικό Λεξικό της Νεοελληνικής Γλώσσας, τόμος 2ος, Εκδόσεις ΔΟΛ ΑΕ, σ. 226.

  6. Μπακογιάννης, Βασ., Αρχιμανδρίτης, (2007), Η ψυχασθένεια του χρήματος, Εκδόσεις Νεκτάριος Παναγόπουλος, Αθήνα, σ. 9.

  7. Άγιος Ιωάννης ο Σιναίτης, (2003), Κλίμαξ, έκδοση 16η, Ιερά Μονή Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής, σ. 235.

  8. Παρθένης, Π., (2021), Ένα αλλόκοτο θηρίο, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο, σσ. 25-26.

  9. Παρθένης, Π., (2021), Ένα αλλόκοτο θηρίο, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο, σ. 26.

  10. Παρθένης, Π., (2021), Ένα αλλόκοτο θηρίο, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο, σ. 26.

  11. Μπακογιάννης, Βασ., Αρχιμανδρίτης, (2007), Η ψυχασθένεια του χρήματος, Εκδόσεις Νεκτάριος Παναγόπουλος, Αθήνα, σ. 19.

  12. Κατά Τοκιστών, (2019), Εκδόσεις Γρηγόρη, Αθήνα, σ. 7.

  13. Παρθένης, Π., (2021), Ένα αλλόκοτο θηρίο, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο, σ. 141.

  14. Τρεμπέλας, Παν., (2019), Το Ψαλτήριον, Με σύντομη ερμηνεία, Αδελφότης Θεολόγων «Ο Σωτήρ», σ. 65.

  15. Αθανασόπουλος, Δ., (2000), Δύο ομιλίες κατά των Τοκιζόντων, Εκδόσεις Νεκτ. Παναγόπουλος, Αθήνα, σ. 10.

  16. Ανάλογη κατάσταση συνέβη με το Ελληνικό δημόσιο χρέος, όταν το 2010 η αδυναμία διατήρησής του, στα τότε υψηλά επίπεδα, οδήγησε σε καθεστώς επιβολής ενισχυμένης εξωτερικής εποπτείας, μνημονίων που έπρεπε να εφαρμοστούν πιστά και γενικότερα σε απώλεια τουλάχιστον της οικονομικής κυριαρχίας, μια άλλη μορφή υποδούλωσης.

  17. Αθανασόπουλος, Δ., (2000), Δύο ομιλίες κατά των Τοκιζόντων, Εκδόσεις Νεκτ. Παναγόπουλος, Αθήνα, σ. 13.

  18. Αντίστοιχα σήμερα, σύγχρονοι διανοητές, όπως ο Ιταλός Maurizio Lazzarato, αναφέρουν ότι ο χρεωμένος άνθρωπος υπόκειται σε μια σχέση εξουσίας πιστωτή προς οφειλέτη, η οποία τον συνοδεύει σε όλη του τη ζωή, από την γέννηση μέχρι τον θάνατο (Αθανασόπουλος, Δ., (2000), Δύο ομιλίες κατά των Τοκιζόντων, Εκδόσεις Νεκτ. Παναγόπουλος, Αθήνα, σ. 16).

  19. Αθανασόπουλος, Δ., (2000), Δύο ομιλίες κατά των Τοκιζόντων, Εκδόσεις Νεκτ. Παναγόπουλος, Αθήνα, σ. 16.

  20. Αθανασόπουλος, Δ., (2000), Δύο ομιλίες κατά των Τοκιζόντων, Εκδόσεις Νεκτ. Παναγόπουλος, Αθήνα, σ. 17.

  21. Αθανασόπουλος, Δ., (2000), Δύο ομιλίες κατά των Τοκιζόντων, Εκδόσεις Νεκτ. Παναγόπουλος, Αθήνα, σ. 19.

  22. Αθανασόπουλος, Δ., (2000), Δύο ομιλίες κατά των Τοκιζόντων, Εκδόσεις Νεκτ. Παναγόπουλος, Αθήνα, σ. 63.

  23. Αξίζει να αναφερθεί ότι και στο Ελληνικό τραπεζικό σύστημα οι τόκοι επί των τόκων, που ονομάζονταν «πανωτόκια» ταλαιπώρησαν πληθώρα επιχειρήσεων και νοικοκυριών επί σειρά ετών και τελικά το έτος 2004, με το άρθρο 39 του Ν.3259/2004 (ΦΕΚ Α’ 149/4-8-2004) οριοθετήθηκε έως το τριπλάσιο του ληφθέντος κεφαλαίου ή πίστωσης.

  24. Κατά Τοκιστών, (2019), Εκδόσεις Γρηγόρη, Αθήνα, σ. 64.

  25. Η σοφία των πατέρων, (2003), βιβλίο 2ο της σειράς, απόδοση στη νεοελληνική Ευάγγελος Π. Λέκκος, Εκδόσεις Λύχνος ΕΠΕ, Αθήνα, σ. 85.

  26. Αθανασόπουλος, Δ., (2000), Δύο ομιλίες κατά των Τοκιζόντων, Εκδόσεις Νεκτ. Παναγόπουλος, Αθήνα, σσ. 22-23.

  27. Αθανασόπουλος, Δ., (2000), Δύο ομιλίες κατά των Τοκιζόντων, Εκδόσεις Νεκτ. Παναγόπουλος, Αθήνα, σ. 23. Βλ. επίσης Μ. Βασιλείου, Περὶ νηστείας, Λόγος Θ΄, ΒΕΠΕΣ, τ. 54, σ. 16,24-26, όπου σημειώνεται οι τόκοι που κληρονομούν τα τέκνα από τον πατέρα, χαρακτηρίζονται ως «ὄφεις περιπλεκόμενοι».

  28. Ο Άδης της πλεονεξίας, (2008), με την ευλογία του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Καισαριανής, Βύρωνος και Υμηττού κ.κ.Δανιήλ, Εκδόσεις «Ετοιμασία», Καρέας, σ. 11.

  29. Μ. Βασιλείου, Λόγος Ε΄, Περὶ πλούτου καὶ πενίας, ΒΕΠΕΣ, τ. 57, σ. 226,1-2.

  30. Μ. Βασιλείου, Λόγος Ε΄, Περὶ πλούτου καὶ πενίας, ΒΕΠΕΣ, τ. 57, σ. 225,38-40.

  31. Μ. Βασιλείου, Ἐπιστολαί, Πρὸς Χίλωνα τὸν αὐτοῦ μαθητήν, ΒΕΠΕΣ, τ. 55, σ. 69,8-9.

  32. Μ. Βασιλείου, Ὁμιλία ῥηθεῖσα ἐν λιμῷ καὶ αὐχμῷ, ΒΕΠΕΣ, τ. 54, σσ. 80,40 - 81,1.

  33. Μ. Βασιλείου, Ὁμιλίαι εἰς τοὺς Ψαλμούς, ΒΕΠΕΣ, τ. 52, σ. 37,33-34.

  34. Μ. Βασιλείου, Ἐπιστολαί, Ἀμφιλοχίῳ περὶ κανόνων, ΒΕΠΕΣ, τ. 55, σ. 208,16-18.

  35. Μ. Βασιλείου, Ὁμιλία ῥηθεῖσα ἐν λιμῷ καὶ αὐχμῷ, ΒΕΠΕΣ, τ. 54, σ. 86,15-17

  36. Μ. Βασιλείου, Ὁμιλίαι εἰς τοὺς Ψαλμούς, ΒΕΠΕΣ, τ. 54, σ. 38,35.

  37. Μ. Βασιλείου, Ὁμιλίαι εἰς τοὺς Ψαλμούς, ΒΕΠΕΣ, τ. 54, σ. 41,15-16.

  38. Μ. Βασιλείου, Ὁμιλίαι εἰς τοὺς Ψαλμούς, ΒΕΠΕΣ, τ. 54, σ. 42,2-4.

  39. Μ. Βασιλείου, Ὁμιλίαι εἰς τοὺς Ψαλμούς, ΒΕΠΕΣ, τ. 54, σ. 40,2-4.

  40. Γρηγόριος, ιερομόναχος, (2018), Ο Ιερός Χρυσόστομος, Εκδόσεις Εν Πλω, Αθήνα, σ. 31.

  41. Γρηγόριος, ιερομόναχος, (2018), Ο Ιερός Χρυσόστομος, Εκδόσεις Εν Πλω, Αθήνα, σ. 193.

  42. Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, (2018), Οικονομικά Θέματα, Εκδόσεις Ιερά Νέα Σκήτη Αγίου Όρους, σ. 4.

  43. Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, (2018), Οικονομικά Θέματα, Εκδόσεις Ιερά Νέα Σκήτη Αγίου Όρους, σ. 27.

  44. Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, (2018), Οικονομικά Θέματα, Εκδόσεις Ιερά Νέα Σκήτη Αγίου Όρους, σ. 43.

  45. Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, (2018), Οικονομικά Θέματα, Εκδόσεις Ιερά Νέα Σκήτη Αγίου Όρους, σ. 76.

  46. Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, (2018), Οικονομικά Θέματα, Εκδόσεις Ιερά Νέα Σκήτη Αγίου Όρους, σ. 264.

  47. Κατά την οποία «ἡμεῖς τὰ ἡμέτερα πλημμελήματα οὐχ ὁρῶμεν» (Ἰ. Χρυσοστόμου, Ὁμιλίαι εἰς τὸν Δαβὶδ καὶ τὸν Σαούλ, ΒΕΠΕΣ, τ. 93, σ. 374,25.

  48. Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, (2018), Οικονομικά Θέματα, Εκδόσεις Ιερά Νέα Σκήτη Αγίου Όρους, σ. 305.

  49. Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Ὁμιλίαι εἰς τὴν Γένεσιν, ΒΕΠΕΣ, τ. 91, σσ. 293,26 - 294,1.

  50. Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Ὁμιλίαι εἰς τὴν Γένεσιν, ΒΕΠΕΣ, τ. 91, σ. 260,13-20.

  51. Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Ἑρμηνεία εἰς τοὺς Ψαλμούς, ΒΕΠΕΣ, τ. 94, σσ. 131,33 - 132,2.

  52. Ριζούλης, Δ., (2019), Έτσι θα βγούμε από τη κρίση!, Εκδόσεις Δημοκρατικός Τύπος Α.Ε., Αθήνα, σ. 106.

  53. Ο Ιερός Χρυσόστομος, (2014), τεύχος 4ο, διασκευή – επιμέλεια Πρεσβύτερος Ηλίας Γ. Διακου­μάκος, Εκδόσεις Παρρησία, Αθήνα, σ. 105.

  54. Ο Ιερός Χρυσόστομος, (2014), τεύχος 4ο, διασκευή – επιμέλεια Πρεσβύτερος Ηλίας Γ. Διακουμάκος, Εκδόσεις Παρρησία, Αθήνα, σσ. 107-108.

  55. Μαντζαρίδης, Γ., (2015), Ο τόκος κατά τους Πατέρες της Εκκλησίας, Σύναξη, τεύχος 129, σσ. 29-40.

  56. Ριζούλης, Δ., (2019), Έτσι θα βγούμε από τη κρίση!, Εκδόσεις Δημοκρατικός Τύπος Α.Ε., Αθήνα, σ. 115.

  57. Ριζούλης, Δ., (2019), Έτσι θα βγούμε από τη κρίση!, Εκδόσεις Δημοκρατικός Τύπος Α.Ε., Αθήνα, σ. 115.

  58. Ριζούλης, Δ., (2019), Έτσι θα βγούμε από τη κρίση!, Εκδόσεις Δημοκρατικός Τύπος Α.Ε., Αθήνα, σ. 115.

  59. Μαντζαρίδης, Γ., (2015), Ο τόκος κατά τους Πατέρες της Εκκλησίας, Σύναξη, τεύχος 129, σσ. 29-40.

  60. Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Ὁμιλίαι εἰς τὴν Γένεσιν, ΒΕΠΕΣ, τ. 91, σ. 272,24-29.

  61. Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Ὁμιλίαι εἰς τὴν Γένεσιν, ΒΕΠΕΣ, τ. 92, σ. 134,2-9.

  62. Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Ὁμιλίαι εἰς τὴν Γένεσιν, ΒΕΠΕΣ, τ. 92, σ. 81,6-9.

  63. Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Ἑρμηνεία εἰς τοὺς Ψαλμούς, ΒΕΠΕΣ, τ. 94, σσ. 158,6-10.

  64. Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Ὁμιλίαι εἰς τὴν Γένεσιν, ΒΕΠΕΣ, τ. 93, σ. 57,17-18.