Στο κέντρο της ζωής της Εκκλησίας βρίσκεται η Θεία Ευχαριστία· και στο κέντρο της Θείας Ευχαριστίας βρίσκονται δύο απλά, καθημερινά πράγματα: λίγο ψωμί και λίγο κρασί. Δεν είναι τυχαία η επιλογή. Ο ίδιος ο Κύριος, τη νύχτα του Μυστικού Δείπνου, «λαβὼν ἄρτον… ἔκλασε», και «λαβὼν τὸ ποτήριον», τα παρέδωσε στους μαθητές Του λέγοντας: «Τοῦτό ἐστι τὸ σῶμά μου… τοῦτό ἐστι τὸ αἷμά μου» (Ματθ. 26, 26-28). Έκτοτε η Εκκλησία, υπακούοντας στην εντολή «τοῦτο ποιεῖτε εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν» (Α΄ Κορ. 11, 24), προσφέρει άρτο και οίνο, και αυτά, με την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος, γίνονται Σώμα και Αίμα Χριστού.
Γιατί όμως άρτος και οίνος, και όχι κάτι άλλο; Και τι είναι το «πρόσφορο» και το «νάμα» που ακούμε στην εκκλησία; Ας τα δούμε με τη σειρά.
Ο άρτος: το πρόσφορο
Ο άρτος της Θείας Ευχαριστίας ονομάζεται πρόσφορο, από το ρήμα «προσφέρω». Είναι, κυριολεκτικά, η προσφορά των πιστών: το ψωμί που οι ίδιοι ζυμώνουν και φέρνουν στον ναό, καρπός της γης και του κόπου των ανθρώπων, για να επιστραφεί αγιασμένο.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία χρησιμοποιεί ένζυμο άρτο, ψωμί δηλαδή με προζύμι, σε αντίθεση με τα άζυμα της λατινικής παράδοσης. Δεν πρόκειται για λεπτομέρεια. Το ένζυμο ψωμί, που έχει «ζωή» και φουσκώνει, εικονίζει το ζωντανό, έμψυχο σώμα του αναστημένου Χριστού· η ζύμη παραπέμπει στην ψυχή που ενώνεται με το σώμα. Τα άζυμα, αντίθετα, συνδέονται με το παλαιό Πάσχα και με τη βιασύνη της εξόδου, ενώ ο Χριστός είναι το νέο Πάσχα, η ζωή και η ανάσταση.
Πάνω στο πρόσφορο υπάρχει αποτυπωμένη η σφραγίδα: ένας σταυρός με τα αρχικά ΙΣ ΧΣ ΝΙΚΑ («Ιησούς Χριστός Νικά»). Το τετράγωνο τμήμα γύρω από αυτά τα γράμματα ονομάζεται Αμνός: είναι το κομμάτι που ο ιερέας εξάγει στην Προσκομιδή και που θα καθαγιαστεί ως το Σώμα του Χριστού. Η ονομασία «Αμνός» θυμίζει τη μαρτυρία του Προδρόμου: «Ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου» (Ιω. 1, 29).
Πίσω από όλα αυτά ηχεί ο λόγος του ίδιου του Κυρίου: «Ἐγώ εἰμι ὁ ἄρτος τῆς ζωῆς» (Ιω. 6, 35) και «ὁ τρώγων μου τὴν σάρκα καὶ πίνων μου τὸ αἷμα ἔχει ζωὴν αἰώνιον» (Ιω. 6, 54).
Ο οίνος: το νάμα
Ο οίνος της Θείας Ευχαριστίας ονομάζεται νάμα. Είναι καθαρό κρασί από σταφύλι, συνήθως ερυθρό — ώστε και στο χρώμα να παραπέμπει στο Αίμα. Δεν προστίθενται ξένες ουσίες· πρέπει να είναι γνήσιος καρπός της αμπέλου, όπως ακριβώς ο άρτος είναι γνήσιος καρπός του σιταριού.
Κατά την Προσκομιδή, ο ιερέας ρίχνει στο νάμα και λίγο νερό. Αυτό δεν είναι συμβολικό μόνο: αναφέρεται στη στιγμή της Σταυρώσεως, όταν ο στρατιώτης λόγχισε την πλευρά του Κυρίου «καὶ εὐθὺς ἐξῆλθεν αἷμα καὶ ὕδωρ» (Ιω. 19, 34). Έτσι, μέσα στο Άγιο Ποτήριο ενώνονται το αίμα και το ύδωρ που ανέβλυσαν από τον σταυρωμένο Χριστό.
Λίγο πριν τη Θεία Κοινωνία προστίθεται ακόμη το ζέον, λίγο ζεστό νερό, με τα λόγια «ζέσις πίστεως, πλήρης Πνεύματος Ἁγίου». Συμβολίζει τη θερμότητα της πίστεως και τη ζωντανή, θερμή παρουσία του Αγίου Πνεύματος μέσα στο Μυστήριο — το Αίμα του Χριστού ως αίμα ζωντανό, όχι νεκρό.
Η Προσκομιδή και οι μερίδες
Πριν αρχίσει η Θεία Λειτουργία, ο ιερέας τελεί στην Πρόθεση (στο αριστερό μέρος του Ιερού) την Προσκομιδή: ετοιμάζει τα Τίμια Δώρα. Αφού εξαγάγει τον Αμνό και τον τοποθετήσει στο δισκάριο, βγάζει από τα πρόσφορα και άλλες μικρές μερίδες, τις οποίες τοποθετεί γύρω από τον Αμνό. Η εικόνα που σχηματίζεται είναι βαθύτατα θεολογική: όλη η Εκκλησία συναγμένη γύρω από τον Χριστό.
Η τάξη των μερίδων είναι σταθερή:
- Στα δεξιά του Αμνού τοποθετείται η μερίδα της Υπεραγίας Θεοτόκου, με τα λόγια «Τῇ τιμιωτέρᾳ τῶν Χερουβείμ…».
- Στα αριστερά τοποθετούνται εννέα μερίδες για τα τάγματα των Αγίων: τους Προφήτες, τους Αποστόλους, τους Ιεράρχες, τους Μάρτυρες, τους Οσίους, τους Αναργύρους, τους θεοπάτορες Ιωακείμ και Άννα και τον άγιο της ημέρας.
- Από κάτω τοποθετούνται οι μερίδες υπέρ των ζώντων και υπέρ των κεκοιμημένων, για τους οποίους προσεύχεται η Εκκλησία ονομαστικά.
Εδώ ακριβώς συναντάμε τα ονόματα που γράφουν οι πιστοί στα χαρτάκια και τα φέρνουν μαζί με το πρόσφορο. Κάθε όνομα γίνεται μια μερίδα δίπλα στον Χριστό.
Υπέρ υγείας και υπέρ αναπαύσεως
Οι δύο αυτές κατηγορίες ονομάτων εκφράζουν τις δύο μεγάλες προσευχητικές μέριμνες της Εκκλησίας.
Οι μερίδες υπέρ υγείας (ή, πληρέστερα, «υπέρ υγείας και σωτηρίας») αφορούν τους ζώντες: όσους αγωνίζονται ακόμη σ’ αυτήν τη ζωή και έχουν ανάγκη της χάριτος του Θεού — για την υγεία του σώματος, αλλά κυρίως για τη σωτηρία της ψυχής.
Οι μερίδες υπέρ αναπαύσεως αφορούν τους κεκοιμημένους: όσους έφυγαν από τον κόσμο αυτόν και τους οποίους η Εκκλησία δεν ξεχνά. Προσεύχεται «υπέρ αναπαύσεως και αφέσεως» των αμαρτιών τους, με την ελπίδα της αναστάσεως. Είναι η έμπρακτη ομολογία ότι ο θάνατος δεν χωρίζει τα μέλη του Σώματος του Χριστού: ζώντες και κεκοιμημένοι παραμένουν ενωμένοι στην ίδια κοινωνία αγάπης και προσευχής.
Στο τέλος της Λειτουργίας, ο ιερέας ρίχνει όλες αυτές τις μερίδες — της Θεοτόκου, των Αγίων, των ζώντων και των κεκοιμημένων — μέσα στο Άγιο Ποτήριο, λέγοντας: «Ἀπόπλυνον, Κύριε, τὰ ἁμαρτήματα τῶν ἐνθάδε μνημονευθέντων τῷ Αἵματί σου τῷ ἁγίῳ». Έτσι, όλα τα μνημονευθέντα ονόματα λούζονται μέσα στο ίδιο το Αίμα του Χριστού. Δεν υπάρχει ισχυρότερη προσευχή για κάποιον, ζωντανό ή κεκοιμημένο, από το να μνημονευθεί στη Θεία Λειτουργία.
Το βαθύτερο νόημα
Άρτος και οίνος δεν είναι αυθαίρετα σύμβολα. Είναι η ίδια η ανθρώπινη ζωή στη συμπυκνωμένη της μορφή: τροφή και ποτό, καρποί της γης που μεταμορφώνονται με τον κόπο του ανθρώπου σε ψωμί και κρασί. Η Εκκλησία τα παίρνει, τα προσφέρει στον Θεό ως ευχαριστία — γι’ αυτό και «Ευχαριστία» — και τα λαμβάνει πίσω ως το Σώμα και το Αίμα του Χριστού.
Η προεικόνιση είναι αρχαία: ήδη ο Μελχισεδέκ, «ἱερεὺς τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου», υποδέχθηκε τον Αβραάμ προσφέροντας «ἄρτους καὶ οἶνον» (Γέν. 14, 18). Ό,τι εκεί ήταν σκιά, στο Μυστικό Δείπνο έγινε πραγματικότητα, και σε κάθε Θεία Λειτουργία γίνεται παρόν.
Έτσι, πίσω από τα ταπεινά υλικά —ένα πρόσφορο, λίγο νάμα, λίγο νερό— κρύβεται ολόκληρη η οικονομία της σωτηρίας: η σάρκωση, η σταύρωση, η ανάσταση και η ένωση του ανθρώπου με τον Θεό. Όποιος προσέρχεται «μετὰ φόβου Θεοῦ, πίστεως καὶ ἀγάπης», δεν τρώει απλώς ψωμί και δεν πίνει απλώς κρασί· κοινωνεί τον ίδιο τον Χριστό «εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ εἰς ζωὴν αἰώνιον».