Μία ἀπὸ τὶς πιὸ δύσκολες στὴν κατανόησή τους στιγμὲς τῆς νεοελληνικῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας εἶναι ὁ ἀφορισμὸς —πολλοὶ λένε τὸ «ἀνάθεμα»— ποὺ ἐξέδωσε τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο ἐναντίον τῶν ἐπαναστατῶν τοῦ 1821. Στὴν κοινὴ μνήμη συγκρούονται δύο εἰκόνες: ἕνας ταπεινωμένος Πατριάρχης ποὺ καταδικάζει τοὺς ἥρωες τοῦ Ἔθνους, κι ἕνας γέροντας μὲ ἄμφια κρεμασμένος στὴν κεντρικὴ πύλη τοῦ Φαναρίου. Τὸ ἄρθρο αὐτὸ ἐπιχειρεῖ νὰ τοποθετήσει νηφάλια τὰ γεγονότα στὸ ἱστορικό τους πλαίσιο, νὰ ἑρμηνεύσει τὶς συνθῆκες τοῦ «ἐξαναγκασμοῦ» καὶ νὰ δεῖ πῶς ἡ ἄρνηση τῆς βίας ἀπὸ τὴν ἐπίσημη διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας συνυπῆρξε μὲ μαρτύριο —καὶ ἐν τέλει μὲ ἁγιότητα.
Τὸ ἱστορικὸ πλαίσιο: ἕνας Πατριάρχης ὑπὸ ὀθωμανικὴ διοίκηση
Ὁ Γρηγόριος Εʹ (πρῶτη πατριαρχία 1797–1798, δεύτερη 1806–1808, τρίτη 1818–1821) ἦταν Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως σὲ μιὰ ἐποχὴ ποὺ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο λειτουργοῦσε μέσα στὸ σύστημα τοῦ ὀθωμανικοῦ μιλλέτ. Ὁ Σουλτάνος ἀναγνώριζε στὸν Πατριάρχη τὴν πνευματικὴ ἀλλὰ καὶ τὴ διοικητικὴ ἐξουσία πάνω στοὺς ὀρθοδόξους ραγιάδες· ταυτόχρονα, τὸν θεωροῦσε προσωπικὰ ὑπεύθυνο γιὰ τὴν ὑπακοὴ τοῦ «ρωμαίικου» ἔθνους. Ἡ παραμικρὴ ταραχὴ μποροῦσε νὰ μεταφραστεῖ σὲ σφαγές, ἁρπαγὲς καὶ ὁλοκληρωτικὴ καταστροφή. Ἡ συλλογικὴ εὐθύνη ἦταν βασικὴ ἀρχὴ τῆς ὀθωμανικῆς διοίκησης: ἕνα χωριό, μία συντεχνία, ἕνα μιλλὲτ πλήρωνε συλλογικὰ γιὰ τὶς πράξεις μεμονωμένων μελῶν του.
Στὶς ἀρχὲς τοῦ 1821, ὅταν ξέσπασε ἡ ἐπανάσταση στὶς Παραδουνάβιες Ἡγεμονίες μὲ κεφαλὴ τὸν Ἀλέξανδρο Ὑψηλάντη, ἡ Πύλη πίεσε ἀσφυκτικὰ τὸ Φανάρι νὰ δηλώσει ξεκάθαρα τὴν ἀπόρριψη τῆς κίνησης. Ἀπὸ τὸν Πατριάρχη ζητήθηκε ὄχι μόνον καταδίκη, ἀλλὰ δημόσια πράξη θρησκευτικοῦ χαρακτήρα —τὸ «ἀνάθεμα»— ποὺ θὰ ἀποθάρρυνε θρησκευτικὰ τοὺς ὑποψήφιους ἐπαναστάτες.
Τὸ ἀφοριστικὸ κείμενο
Στὸ τέλος Μαρτίου 1821 (μὲ τὸ παλαιὸ ἡμερολόγιο), ὁ πατριάρχης Γρηγόριος Εʹ μαζὶ μὲ τὴν Ἱερὰ Σύνοδο ἐξέδωσαν ἐγκύκλιο ποὺ ἀναθεμάτιζε τοὺς πρωτεργάτες τῆς ἐπαναστατικῆς κίνησης: τὸν «εὐγενέστατον ἄρχοντα» Ἀλέξανδρο Ὑψηλάντη, τὸν Μιχαὴλ Σοῦτσο (ἡγεμόνα τῆς Μολδαβίας), καὶ κάθε συνεργό τους, μέλη τῆς Φιλικῆς Ἑταιρείας. Στὸ κείμενο τοὺς χαρακτηρίζει «ἀπονενοημένους, ἀλαζόνας, δοξομανεῖς, ματαιοφρόνες, ψευδολόγους» καὶ τοὺς καλεῖ νὰ «ἐπιστρέψουν» στὴν ὑποταγή τους στὸν Σουλτάνο, ποὺ παρουσιάζεται ὡς νόμιμος ἐπίγειος ἄρχοντας κατὰ θεία παραχώρηση.
Τὴν ἐγκύκλιο ὑπέγραψε προσωπικὰ ὁ Πατριάρχης καὶ ἕνα σῶμα περίπου 72 ὑπογραφόντων: κληρικοὶ (μεταξὺ τῶν ὁποίων περίπου 21 ἱεράρχες) καὶ λαϊκοὶ Φαναριῶτες. Διασώθηκαν δύο μορφὲς τοῦ κειμένου: ἡ μία ἐκφράζει ρητὴ καταδίκη, ἡ ἄλλη χρησιμοποιεῖ εὐκτικὴ διατύπωση («ἀφωρισμένοι ὑπάρχοιεν») —ἕναν τύπο ποὺ στὴν ἐκκλησιαστικὴ γλώσσα ἔχει πολὺ πιὸ ἤπια ἰσχύ. Τὸ γεγονὸς αὐτῆς τῆς «ἐξασθενημένης» γλώσσας ἔχει ἑρμηνευθεῖ ὡς σκόπιμη ἐπιλογή: νὰ ἱκανοποιηθεῖ τυπικὰ τὸ αἴτημα τῆς Πύλης χωρὶς νὰ δεσμευθεῖ πλήρως ἡ συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας.
Ἡ ἑρμηνεία τοῦ ἐξαναγκασμοῦ («κατ’ οἰκονομίαν»)
Ἡ ἐπιστημονικὴ συναίνεση σήμερα, ὅπως διατυπώθηκε κλασικὰ ἀπὸ τὸν βυζαντινολόγο Steven Runciman (τὸ ἔργο του The Great Church in Captivity, 1968) καὶ ἀπὸ νεότερους Ἕλληνες μελετητὲς (π.χ. Στέλιος Χαλκιαδάκης, μελέτη στὸ ΑΠΘ, 2017), θεωρεῖ πὼς ὁ ἀφορισμὸς ἐκδόθηκε ὑπὸ ἄμεση καὶ βίαιη ὀθωμανικὴ πίεση. Ὁ Πατριάρχης, γνωρίζοντας τὶς φοβερὲς συνέπειες μιᾶς συλλογικῆς τιμωρίας, προτίμησε νὰ ἀποδεχθεῖ ἕναν ταπεινωτικὸ συμβιβασμὸ ποὺ θὰ κάλυπτε τυπικὰ τὴ διοίκηση, μὲ τὴν ἐλπίδα νὰ προστατεύσει τὰ πλήθη τοῦ μιλετιοῦ. Αὐτὴ ἡ λογικὴ συμπυκνώνεται στὴν πατερικὴ ἀρχὴ τῆς «κατ’ οἰκονομίαν» στάσης: σὲ συνθῆκες ἐκβιασμοῦ, ἡ Ἐκκλησία μπορεῖ νὰ ἐφαρμόζει μέτρα ποὺ δὲν ἀνταποκρίνονται σὲ ἰδεῶδες δίκαιο ἀλλὰ ἀποτρέπουν μεγαλύτερο κακό.
Ἡ ἴδια ἡ παραχώρηση δύο παραλλαγῶν —καὶ ἰδίως ἡ εὐκτικὴ διατύπωση— δείχνει ὅτι τὸ Πατριαρχεῖο προσπαθοῦσε νὰ μετριάσει τὴ βαρύτητα τῆς πράξης. Ἐπίσης, ἀρκετοὶ ἱστορικοὶ σημειώνουν πὼς ἂν ὁ Γρηγόριος ἤθελε νὰ καταστείλει οὐσιαστικὰ τὴν ἐπανάσταση, θὰ εἶχε κηρύξει ἀφορισμὸ πολὺ νωρίτερα, στὶς προειδοποιήσεις ποὺ λάμβανε. Ὅλα συνηγοροῦν στὸ ὅτι ἐπρόκειτο γιὰ μία ἀναγκαστικὴ «παράσταση».
Ὁ ἀπαγχονισμὸς τοῦ Πατριάρχη: ἡ τραγικὴ εἰρωνεία
Ἡ ἱστορικὴ εἰρωνεία εἶναι συντριπτική. Ὁ ἴδιος ἄνθρωπος ποὺ —ὑπὸ καθεστὼς φόβου— ὑπέγραψε καταδίκη τῶν ἐπαναστατῶν, λίγες ἑβδομάδες ἀργότερα κατέληξε νὰ κριθεῖ «ἐπαναστάτης» ἀπὸ τοὺς Ὀθωμανούς. Τὴν Κυριακὴ τοῦ Πάσχα, 10 Ἀπριλίου 1821 (μὲ τὸ παλαιὸ ἡμερολόγιο), ἀμέσως μετὰ τὴ λειτουργία, ὁ Γρηγόριος Εʹ συνελήφθη, φορώντας ἀκόμη τὰ ἀρχιερατικά του ἄμφια, καὶ ἀπαγχονίστηκε στὴν κεντρικὴ πύλη τοῦ Πατριαρχείου. Τὸ σῶμα του παρέμεινε ἐκεῖ γιὰ τρεῖς ἡμέρες (κάτι ποὺ συνιστοῦσε δημόσιο ἐξευτελισμὸ) καὶ ἔπειτα σύρθηκε στοὺς δρόμους τῆς Πόλης, παραδόθηκε σὲ Ἑβραίους (κατὰ τὶς πηγές) ποὺ τὸ ἐπέφεραν μὲ βάρη στὸν Κεράτιο κόλπο. Τελικὰ περισυνελέγη ἀπὸ ρωσικὸ πλοῖο καὶ μεταφέρθηκε στὴν Ὀδησσό, ὅπου κηδεύτηκε μὲ τιμές. Ἡ πύλη τοῦ μαρτυρίου του παραμένει μέχρι σήμερα σφραγισμένη στὸ Φανάρι, σιωπηλὸ μνημεῖο τοῦ πόνου.
Τὸ 1921, στὴν ἑκατονταετηρίδα τῆς Ἐπανάστασης, ἡ Ἐκκλησία διακήρυξε ἐπίσημα τὴ μνήμη του ὡς ἐθνομάρτυρα καὶ ἁγίου· ἡ ἑορτή του συνέπεσε μὲ τὴν εὐρύτερη ἀφηγηματοποίηση τοῦ 1821 ὡς ἐθνικοαπελευθερωτικοῦ ἀγώνα εὐλογημένου ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Ἔτσι, στὴ λαϊκὴ εὐσέβεια, ὁ «ἀφοριστὴς» μεταμορφώθηκε σὲ ἅγιο ποὺ θυσίασε τὴ ζωή του γιὰ τὸ ταγμένο ποίμνιο.
Ἡ στάση τοῦ λαοῦ καὶ τοῦ κατώτερου κλήρου
Τὴν ἴδια πρακτικά ὥρα, ἡ ἐπανάσταση προχωροῦσε. Στὸν ἐλλαδικὸ χῶρο, ἱεράρχες πολὺ χαμηλότεροι στὴν ἱεραρχία (ὅπως ὁ Παλαιῶν Πατρῶν Γερμανός) πρωταγωνιστοῦσαν ἄμεσα στὸν ξεσηκωμό, εὐλογώντας τὰ ὅπλα. Οἱ κληρικοὶ ποὺ βρίσκονταν κοντὰ στὸ λαὸ —παπάδες, μοναχοὶ— ἀγνόησαν στὴν πράξη τὸν πατριαρχικὸ ἀφορισμό· κανένας στὸν Μοριά, στὴ Ρούμελη ἢ στὶς νησιώτικες κοινότητες δὲν αἰσθάνθηκε δεσμευμένος ἀπὸ ἕνα κείμενο ποὺ προφανῶς εἶχε ἐκβιαστεῖ. Αὐτὴ ἡ διάσταση ἀνάμεσα στὴν ἐπίσημη διοίκηση ποὺ ζοῦσε στὴν καρδιὰ τῆς ὀθωμανικῆς ἐξουσίας καὶ στὸν περιφερειακὸ κλῆρο ποὺ συμμετεῖχε στὰ βιώματα τοῦ λαοῦ ἐξηγεῖ γιατί τὸ «ἀνάθεμα» ἔμεινε στὸ χαρτί.
Ἡ ἱστοριογραφικὴ διαμάχη: πρόδωσε ἡ Ἐκκλησία;
Γύρω ἀπὸ τὸν ἀφορισμὸ τοῦ 1821 δημιουργήθηκε μία μακροχρόνια συζήτηση, συχνὰ μὲ ὀξύτητα. Ἀπὸ τὴ μία πλευρά, ἡ ἀντικληρικὴ καὶ μαρξιστικὴ ἱστοριογραφία (μὲ κύριο ἐκφραστὴ στὸν 20ὸ αἰώνα τὸν Γιάνη Κορδάτο καὶ στελέχη τοῦ ΚΚΕ) διάβασε τὸ γεγονὸς ὡς πολιτικὴ προδοσία: ἡ ἀνώτερη ἱεραρχία, ὡς τμῆμα τῆς ὀθωμανικῆς τάξης πραγμάτων, πολέμησε τὴ λαϊκὴ ἐπανάσταση γιὰ νὰ διατηρήσει τὰ προνόμιά της. Ἀπὸ τὴν ἄλλη, μία ἐκκλησιαστικὴ ἀπολογητικὴ γραμμὴ προσπάθησε νὰ ἐξαγνίσει πλήρως τὸ κείμενο, ἰσχυριζόμενη ὅτι ἦταν καθαρὸ θέατρο ἢ ἀκόμη καὶ πλαστό.
Ἡ νηφάλια ἱστορικὴ συναίνεση, ὅπως ἀποτυπώνεται στὶς μελέτες τῶν τελευταίων δεκαετιῶν, κλίνει σαφῶς πρὸς τὴν ἑρμηνεία τοῦ ἐξαναγκασμοῦ, ἀποφεύγοντας τόσο τὴ λογικὴ τοῦ «προδότη» ὅσο καὶ τὴν ἄκριτη ἀθώωση. Ὁ Πατριάρχης δὲν ἦταν ἐπαναστάτης μὲ τὴ σύγχρονη ἔννοια· ἦταν ἕνας πνευματικὸς ἡγέτης αἰχμάλωτος σὲ ἕνα διοικητικὸ σύστημα ποὺ ἀπαιτοῦσε τυφλὴ συνεργασία. Ἡ ἐπιβίωση τοῦ ποιμνίου του, ἡ διατήρηση ὁποιασδήποτε κοινοτικῆς συνοχῆς, βάρυνε στὴ συνείδησή του. Τὸ μαρτύριό του, ἀμέσως μετά, προσέδωσε στὴν πράξη ἕνα ἀδιαμφισβήτητο κύρος ποὺ ξεπερνᾶ κάθε δισταγμό.
Ἀντὶ ἐπιλόγου
Ὁ ἀφορισμὸς τοῦ 1821 παραμένει μία πληγὴ στὴ μνήμη —καὶ ἴσως γι’ αὐτὸ μπορεῖ νὰ γίνει πηγὴ πνευματικοῦ μαθήματος. Στὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας, δὲν ἦταν οὔτε ἡ πρώτη οὔτε ἡ τελευταία φορὰ ποὺ ἱεράρχες ἀναγκάζονταν νὰ ὑπογράφουν κείμενα ποὺ πρόδιδαν τὴν ἀλήθεια· ἡ ἴδια ἡ Γραφὴ μιλᾶ γιὰ τὴ «συνείδηση τῆς ἀδυναμίας» (Ρωμ. 8,26) ποὺ θρηνεῖ μπροστὰ στὸν Σταυρό. Ὁ Γρηγόριος Εʹ, μὲ τὴ ζωὴ καὶ τὸν θάνατό του, μαρτυρεῖ πὼς ἡ Ἐκκλησία δὲν ταυτίζεται μὲ κανένα κοσμικὸ καθεστὼς — οὔτε μὲ ἐκείνους ποὺ καταγράφουν τὴ δράση της μὲ ἁπλοϊκὲς κατηγορίες. Στὸ πρόσωπό του συναντήθηκαν ἡ ἀναγκαστικὴ συμμόρφωση καὶ ἡ θυσιαστικὴ ἐλευθερία. Καὶ στὸ τέλος, ἡ μνήμη του ἔγινε μαρτυρία ὄχι τοῦ φόβου, ἀλλὰ τῆς Ἀνάστασης.